Υπάρχουν δύο τρόποι να αναλύσει κανείς τα συμπεράσματα της Συνόδου Κορυφής που αφορούν την Τουρκία και συμπυκνώνονται στην εκ νέου αναβολή της επιβολής κυρώσεων για τη συμπεριφορά της. Ο ένας είναι να διαπιστώσει για άλλη μια φορά ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση είναι ένα αργοκίνητο υπερωκεάνιο, ότι τα μέλη της κινούνται με βάση τα οικονομικά τους συμφέροντα και όχι τις οικουμενικές αρχές δικαίου, ότι οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται ποτέ την ώρα που πρέπει, αλλά παραπέμπονται με διάφορα προσχήματα στο μέλλον. Το αποτέλεσμα είναι οι παραβάτες να αποθρασύνονται και τα προβλήματα να διαιωνίζονται.
Ο άλλος τρόπος είναι να λάβει κανείς υπόψη του την ανάγκη τήρησης των ισορροπιών: οι «μονομερείς και προκλητικές» ενέργειες της Τουρκίας καταδικάζονται, δεν κλείνουν όμως όλοι οι δρόμοι σε περίπτωση που δείξει εμπράκτως την επιθυμία της να επιλύσει διαφορές «μέσω διαλόγου και σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο». Δίνεται έτσι μια ακόμη ευκαιρία στη διπλωματία, με την ελπίδα ότι οι κυρώσεις που αποφασίζει το αμερικανικό Κογκρέσο εναντίον της Αγκυρας και οι πιέσεις που θα ασκήσει ο επόμενος αμερικανός πρόεδρος στον τούρκο ομόλογό του θα δείξουν την ενότητα και την αποφασιστικότητα της διεθνούς κοινότητας.
Και οι δύο αναγνώσεις είναι σωστές. Η Ευρώπη μπορεί να μην έκανε το άλμα που ήθελαν η Αθήνα και η Κύπρος, έκανε όμως ένα βήμα. Ο κλοιός γύρω από την Τουρκία σφίγγει, αργά αλλά σταθερά. Η σκληρή γλώσσα που χρησιμοποίησαν ταυτοχρόνως το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών για την Ευρώπη και ο πρόεδρος Ερντογάν για τις Ηνωμένες Πολιτείες δείχνει ότι η γειτονική χώρα συνειδητοποιεί τον κίνδυνο της πλήρους απομόνωσής της. Γι’ αυτό άλλωστε ζητεί και διάλογο με την Ελλάδα. Αν η πρόταση αυτή αποδειχθεί ειλικρινής, συνοδευτούν δηλαδή τα λόγια από πράξεις, θα πρέπει να αξιοποιηθεί.






