Το βίντεο με την ομιλία του Ζάεφ στη Βουλή των Σκοπίων που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα πιστοποιεί πέρα από κάθε αμφιβολία δύο πράγματα.

Πρώτον, ότι στην πραγματικότητα ο Ζάεφ είπε με απόλυτη σαφήνεια όσα του αποδώσαμε ότι είπε.

Δεύτερον, ότι οι κυβερνητικές εφημερίδες («Αυγή», «Εφημερίδα των Συντακτών») και οι παρατρεχάμενοι έλεγαν ψέματα όταν ισχυρίζονταν ότι είχαν «παρερμηνευτεί» οι δηλώσεις του.

Τίποτα δεν είχε παρερμηνευτεί.

Ο Ζάεφ μίλησε για «Μακεδόνες στην Ελλάδα» (και δεν εννοούσε τον Κούδα!), αναρωτήθηκε «τι κάναμε εμείς γι" αυτούς σε αυτά τα είκοσι επτά χρόνια», διευκρίνισε ότι «έχουμε την ευκαιρία τα παιδιά στην Ελλάδα να μάθουν τη μακεδονική γλώσσα που μέχρι τώρα απαγορευόταν» και κατέληξε ότι τώρα «έχουμε τη δυνατότητα να τους βοηθήσουμε» – τους «Μακεδόνες στην Ελλάδα»!

Μόνο που δεν ζήτησε τη Φλώρινα και την Εδεσσα.

Αλλά το είπαμε και χθες: ο Ζάεφ έχει δίκιο.

Δεν κατεβάζει τίποτα από το μυαλό του. Υπόσχεται ή εξαγγέλλει όσα περιέχονται στη συμφωνία των Πρεσπών και έχουν συνομολογηθεί από την ελληνική κυβέρνηση.

Οταν λοιπόν ο Σκουρλέτης ρωτάει αν συμφωνούμε ότι «η δημοκρατία πούλησε τη Μακεδονία», η απάντηση είναι απλή: όχι, δεν συμφωνούμε.

Το παζάρι το έκανε ολομόναχη η κυβέρνηση του Σκουρλέτη κι ως εκ τούτου φέρει ακεραία την ευθύνη. Οι υπόλοιποι που μετέχουμε στη δημοκρατία δεν είχαμε καμία ανάμειξη.

Αν λοιπόν η χώρα βρεθεί απολογούμενη στο εγγύς μέλλον για μια «μακεδονική μειονότητα», δεν θα φταίει ούτε ο Μητσοτάκης, ούτε η Φώφη, ούτε ο Κουτσούμπας.

Σίγουρα δεν θα ευθύνονται οι ιστορικές πολιτικές παρατάξεις του τόπου.

Θα φταίνε όσοι έχουν προσφέρει σε οιονδήποτε έλληνα πολίτη θεωρεί ότι ανήκει στους «Μακεδόνες της Ελλάδας» που μιλούν τη «μακεδονική γλώσσα» τη νομιμοποίηση να διεκδικήσει τα μειονοτικά δικαιώματά του – και πολύ καλά θα κάνει!..

Διότι είτε υπάρχει αυτή η μακεδονική εθνότητα ή ταυτότητα ή οντότητα που περιγράφεται στη συμφωνία, είτε δεν υπάρχει. Η Βουλγαρία, ας πούμε, δεν την αναγνωρίζει.

Αλλά αν υπάρχει, δικαιούται τη μεταχείριση που κάθε δημοκρατικό κράτος επιφυλάσσει στις μειονότητές του.

Ακριβώς πριν από εκατό χρόνια, μετά το τέλος του Μεγάλου Πολέμου, η Διάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού και η Συνθήκη των Βερσαλλιών στην οποία κατέληξε κατηγορήθηκαν όχι μόνο ότι δεν έλυσαν κανένα παλαιό πρόβλημα, αλλά κι ότι δημιούργησαν πολλά καινούργια.

Για να είμαι ειλικρινής, όλο και περισσότερο δυσκολεύομαι να αντιληφθώ τα παλιά προβλήματα που έλυσε η συνθήκη των Πρεσπών.

Σίγουρα όμως έβαλε στο τραπέζι τουλάχιστον ένα καινούργιο.