Κράτη-μέλη της ΕΕ συνεχίζουν να εγκρίνουν εξαγωγές ευαίσθητων τεχνολογιών, όπως λογισμικό παραβίασης συστημάτων και συστήματα υποκλοπής τηλεπικοινωνιών, προς χώρες με ιστορικό καταστολής αντιφρονούντων, σύμφωνα με νέα έκθεση της Human Rights Watch.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτυγχάνει να αποτρέψει τη διάθεση τεχνολογιών παρακολούθησης από κράτη-μέλη της σε κυβερνήσεις που κατηγορούνται για σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η οργάνωση καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να ενισχύσει επειγόντως τους μηχανισμούς ελέγχου, διαφάνειας και λογοδοσίας γύρω από τις εξαγωγές τεχνολογιών κυβερνοπαρακολούθησης.
Οι ελλείψεις στην εφαρμογή του κανονισμού
Η έκθεση, με τίτλο «Κάνοντας ότι δεν βλέπει: Η αποτυχία της ΕΕ να αποτρέψει τις εξαγωγές τεχνολογιών παρακολούθησης προς παραβάτες ανθρωπίνων δικαιωμάτων» («Looking the Other Way: EU Failure to Prevent Surveillance Exports to Rights Violators»), εξετάζει την εφαρμογή του κανονισμού για τα προϊόντα διπλής χρήσης της ΕΕ, που υιοθετήθηκε το 2021. Ο κανονισμός αυτός στοχεύει, μεταξύ άλλων, στην αποτροπή εξαγωγών τεχνολογιών που μπορούν να αξιοποιηθούν για στρατιωτικούς ή κατασταλτικούς σκοπούς, όταν υπάρχει κίνδυνος παραβίασης δικαιωμάτων. Ωστόσο, σύμφωνα με την έκθεση, ο στόχος αυτός δεν επιτυγχάνεται λόγω σημαντικών ελλείψεων στην εφαρμογή και την εποπτεία του πλαισίου.
Η έρευνα καταγράφει ότι κράτη-μέλη της ΕΕ εξακολουθούν να εγκρίνουν εξαγωγές ευαίσθητων τεχνολογιών προς χώρες με καταγεγραμμένο ιστορικό καταστολής. Ενδεικτικά αναφέρονται εξαγωγές από τη Βουλγαρία προς το Αζερμπαϊτζάν το 2022 και από την Πολωνία προς τη Ρουάντα το 2023.
Ανεπαρκής διαφάνεια και εποπτεία
Η Human Rights Watch υπογραμμίζει ότι η ΕΕ φιλοξενεί πολλές από τις μεγαλύτερες εταιρείες ανάπτυξης τέτοιων τεχνολογιών, γεγονός που καθιστά απαραίτητη την ύπαρξη αυστηρών ελέγχων. Αν και οι άδειες εξαγωγής εκδίδονται σε εθνικό επίπεδο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διατηρεί την ευθύνη για τη συνολική εποπτεία και τη δημοσιοποίηση στοιχείων.
Ωστόσο, η οργάνωση κατηγορεί την Επιτροπή ότι έχει περιορίσει τις υποχρεώσεις διαφάνειας μέσω κατευθυντήριων οδηγιών που μειώνουν τις διαθέσιμες πληροφορίες. Ως αποτέλεσμα, τα δημοσιευμένα δεδομένα δεν επαρκούν για ουσιαστικό έλεγχο της αποτελεσματικότητας του κανονισμού.
Σε απάντησή της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημείωσε ότι η ευθύνη για τις άδειες εξαγωγής ανήκει αποκλειστικά στα κράτη-μέλη, ενώ οι περιορισμοί στη δημοσιοποίηση στοιχείων αποσκοπούν στην προστασία της εμπορικής εμπιστευτικότητας των εταιρειών.
Αρνήσεις συνεργασίας από κράτη-μέλη
Στην έκθεση τονίζεται πως ορισμένοι από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς τεχνολογιών κυβερνοπαρακολούθησης στην Ευρώπη, όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία, αρνήθηκαν ή αγνόησαν αιτήματα πρόσβασης σε έγγραφα. «Οι αρμόδιες αρχές αδειοδότησης εξαγωγών σε έξι χώρες και δύο περιφέρειες δήλωσαν ότι δεν υπέβαλαν καμία αίτηση για εξαγωγές τέτοιων τεχνολογιών προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα έτη 2022 και 2023. Στην ετήσια έκθεσή της για το 2025, καθώς και στη “στατιστική ενημέρωση”, που περιλαμβάνουν δεδομένα για εξαγωγές κυβερνοπαρακολούθησης για τα ίδια έτη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέφερε ότι έλαβε στοιχεία από 14 κράτη-μέλη για κάθε έτος», αναφέρεται χαρακτηριστικά.
Κάλεσμα για ενίσχυση των ελέγχων
Η έκθεση καταλήγει ότι τόσο τα κράτη όσο και οι εταιρείες έχουν υποχρέωση να διασφαλίζουν πως οι δραστηριότητές τους δεν συμβάλλουν σε παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η οργάνωση καλεί την ΕΕ να αξιοποιήσει την επικείμενη αξιολόγηση του κανονισμού εντός του 2026, προκειμένου να ενισχύσει τις απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας, να επιβάλει ουσιαστική διαφάνεια και να αποτρέψει την εξαγωγή τεχνολογιών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για καταστολή, βασανιστήρια ή παραβιάσεις της ιδιωτικότητας.
Όπως επισημαίνεται, χωρίς αποτελεσματική εφαρμογή και αυστηρή παρακολούθηση, ακόμη και τα πιο προοδευτικά ρυθμιστικά πλαίσια κινδυνεύουν να παραμείνουν ανεπαρκή απέναντι σε πρακτικές που θέτουν τα κέρδη πάνω από τα θεμελιώδη δικαιώματα.






