Ο Παναθηναϊκός μπήκε στο «Καρτούχα», περισσότερο για να… επιβιώσει και λιγότερο για να διεκδικήσει. Με κακή νοοτροπία, συντηρητικό πλάνο, υπερβολικό σεβασμό στον αντίπαλο, αλλά και λανθασμένες επιλογές από τον προπονητή του.
Σε τέτοια παιχνίδια δεν πας με «σφεντόνες». Γιατί κάπως έτσι έμοιαζε το light κέντρο των Πράσινων, με παίκτες όπως ο Τάσος Μπακασέτας και ο Ρενάτο Σάντσες, απέναντι στο… θωρηκτό Άμραμπατ και τον ασταμάτητο Φορνάλς.
Το αποτέλεσμα ήταν προδιαγεγραμμένο. Η Μπέτις κυριάρχησε στον άξονα, έλεγξε τον ρυθμό και «έπνιξε» κάθε προσπάθεια ανάπτυξης του Τριφυλλιού.
Η εικόνα του αγώνα στη Σεβίλλη δεν αφήνει περιθώρια… παρερμηνείας. Ακόμα και αν υπάρχουν δικαιολογημένα παράπονα για το δεύτερο γκολ της Μπέτις (ξεκάθαρο φάουλ του Εζαλζουλί στον Καλάμπρια).
Ο Παναθηναϊκός ήταν παθητικός, αργός και με προβλέψιμη αγωνιστική προσέγγιση. Η άμυνα δεχόταν πίεση σχεδόν σε κάθε φάση που έγινε στο πρώτο μέρος, ενώ η Μπέτις δεν χρειάστηκε να κάνει κάτι εξαιρετικό.
Απλώς εκμεταλλεύτηκε το αυτονόητο. Δηλαδή τη φοβική στάση του αντιπάλου της. Το σκορ πήρε διαστάσεις όχι μόνο λόγω της ποιότητας που διαθέτει η ισπανική ομάδα, αλλά κυρίως λόγω νοοτροπίας που δεν… είχαν οι παίκτες του Παναθηναϊκού στη Σεβίλλη.
Πέρα από το τακτικό κομμάτι, η ατομική εικόνα πολλών παικτών ήταν κατώτερη των περιστάσεων. Λάθη, έλλειψη συγκέντρωσης και μηδενική προσωπικότητα σε ένα ματς που απαιτούσε το ακριβώς αντίθετο.
Ο Παναθηναϊκός δεν είχε ηγέτες μέσα στο γήπεδο. Δεν υπήρχε παίκτης (εξαίρεση ο Ίνγκασον) για να τραβήξει την ομάδα, να ανεβάσει την ένταση ή να… ξυπνήσει τους υπόλοιπους. Αντίθετα, κυριάρχησε μια διάχυτη ανασφάλεια.
Το πιο ανησυχητικό δεν ήταν η ήττα, αλλά ο τρόπος. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αν μπεις φοβισμένος, έχεις ήδη χάσει.
Και ο Παναθηναϊκός μπήκε φοβισμένος στο σημαντικότερο ευρωπαϊκό ματς της τελευταίας 15ετίας.





