Μία εβδομάδα μετά την έναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων των
Ηνωμένων Πολιτειών και του
Ισραήλ κατά του
Ιράν, το βασικό ερώτημα που απασχολεί αναλυτές και αγορές δεν αφορά μόνο τη στρατιωτική έκβαση της σύγκρουσης αλλά και το οικονομικό της αποτύπωμα. Η διάρκεια των επιχειρήσεων και οι πιθανές επιπτώσεις τους στην παγκόσμια οικονομία αποτελούν κρίσιμους παράγοντες, καθώς το κόστος για τις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσε να ξεπεράσει τα 200 δισεκατομμύρια δολάρια.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του οικονομολόγου Κεντ Σμέτερς, επικεφαλής του Μοντέλου Προϋπολογισμού Penn Wharton, το συνολικό οικονομικό κόστος των στρατιωτικών επιχειρήσεων ενδέχεται να φτάσει έως και τα 210 δισεκατομμύρια δολάρια. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνονται τόσο οι άμεσες στρατιωτικές δαπάνες όσο και οι ευρύτερες οικονομικές επιπτώσεις που προκαλεί συνήθως ένας παρατεταμένος πόλεμος στη Μέση Ανατολή, όπως διαταραχές στο εμπόριο, αστάθεια στις ενεργειακές αγορές και επιδείνωση των χρηματοοικονομικών συνθηκών.
Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών,
Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις ενδέχεται να διαρκέσουν τέσσερις έως πέντε εβδομάδες, ωστόσο τόνισε ότι η Ουάσιγκτον είναι προετοιμασμένη να συνεχίσει τη στρατιωτική δράση «για πολύ περισσότερο διάστημα» εάν αυτό κριθεί αναγκαίο. Η αβεβαιότητα γύρω από τη διάρκεια της σύγκρουσης αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν τις οικονομικές προβλέψεις.
Παρά τη σαφή στρατιωτική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών, ειδικοί προειδοποιούν ότι το Ιράν διαθέτει ένα σημαντικό οπλοστάσιο πυραύλων, το οποίο εκτιμάται ότι κυμαίνεται μεταξύ 3.000 και 6.000 μονάδων. Εάν η Τεχεράνη αποφασίσει να χρησιμοποιήσει εκτεταμένα αυτό το οπλοστάσιο, οι επιχειρήσεις θα μπορούσαν να παραταθούν σημαντικά, αυξάνοντας περαιτέρω το κόστος.
Ο υπουργός Άμυνας των Ηνωμένων Πολιτειών, Πιτ Χέγκσεθ, δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου στο Πεντάγωνο ότι είναι δύσκολο να προβλεφθεί η διάρκεια ενός τέτοιου πολέμου. «Μπορεί να είναι τέσσερις εβδομάδες, μπορεί να είναι έξι, οκτώ ή ακόμη και λιγότερο», ανέφερε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας την αβεβαιότητα που συνοδεύει κάθε στρατιωτική σύγκρουση.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Penn Wharton Budget Model, οι άμεσες στρατιωτικές δαπάνες για τους Αμερικανούς φορολογούμενους θα μπορούσαν να φτάσουν τα 65 δισεκατομμύρια δολάρια.
Σε αυτές περιλαμβάνονται το κόστος αντικατάστασης στρατιωτικού εξοπλισμού, πυρομαχικών και άλλων επιχειρησιακών προμηθειών που χρησιμοποιούνται στις στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Ωστόσο, το μεγαλύτερο οικονομικό βάρος ενδέχεται να προκύψει από τις έμμεσες συνέπειες του πολέμου. Ο Σμέτερς εκτιμά ότι οι επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε επιπλέον απώλειες ύψους περίπου 115 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η εκτίμηση αυτή συνοδεύεται από σημαντικό εύρος αβεβαιότητας, καθώς το συνολικό κόστος θα μπορούσε να κυμανθεί από 50 έως και 210 δισεκατομμύρια δολάρια, ανάλογα με την εξέλιξη των γεγονότων.
Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που επηρεάζουν τις οικονομικές προβλέψεις είναι η επίδραση της σύγκρουσης στις ενεργειακές αγορές. Η Μέση Ανατολή παραμένει ένας από τους πιο κρίσιμους κόμβους της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου, και κάθε κλιμάκωση της έντασης μπορεί να προκαλέσει αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας και αναταράξεις στις διεθνείς αγορές.
Παράλληλα, η αύξηση της στρατιωτικής δραστηριότητας είχε ήδη επιβαρύνει σημαντικά τον αμερικανικό προϋπολογισμό ακόμη και πριν από την έναρξη των επιθέσεων. Σύμφωνα με πληροφορίες της Wall Street Journal, η ενίσχυση της στρατιωτικής παρουσίας του Πενταγώνου στην περιοχή είχε κοστίσει περίπου 630 εκατομμύρια δολάρια πριν ακόμη ξεκινήσουν οι επιχειρήσεις.
Η πρώην ανώτατη αξιωματούχος του προϋπολογισμού του Πενταγώνου, Έλεϊν ΜακΚάσκερ, που σήμερα εργάζεται στο American Enterprise Institute, σημείωσε ότι οι δαπάνες αυτές θα ενταχθούν στον αμυντικό προϋπολογισμό των Ηνωμένων Πολιτειών για το οικονομικό έτος 2026, ο οποίος ανέρχεται ήδη στα 839 δισεκατομμύρια δολάρια.
Καθώς η σύγκρουση συνεχίζεται, το οικονομικό κόστος του πολέμου παραμένει ένας από τους βασικούς παράγοντες που παρακολουθούν τόσο οι αγορές όσο και οι διεθνείς οργανισμοί. Σε έναν κόσμο όπου οι γεωπολιτικές εντάσεις επηρεάζουν άμεσα την οικονομία, η εξέλιξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή ενδέχεται να έχει συνέπειες που θα ξεπεράσουν κατά πολύ το πεδίο της μάχης.