Η παρατεταμένη έκθεση σε κακής ποιότητας αέρα, κυρίως λόγω της παρουσίας αιωρούμενων σωματιδίων (PM2,5) και διοξειδίου του αζώτου (NO2), συνδέεται με υψηλότερη επίπτωση και αυξημένο κίνδυνο κατάθλιψης, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Περιβάλλοντος (EEA).
Η έκθεση σε υψηλά επίπεδα αυτών των ρύπων σε σύντομο χρονικό διάστημα σχετίζεται επίσης με επιδείνωση των συμπτωμάτων σχιζοφρένειας. Η EEA τονίζει ότι «τα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν σημαντική συσχέτιση ανάμεσα στη ρύπανση – ατμοσφαιρική, ακουστική και χημική – και τα προβλήματα ψυχικής υγείας, αν και χρειάζονται περαιτέρω έρευνες για σαφή αιτιώδη σχέση».
Η ατμοσφαιρική ρύπανση σχετίζεται με δομικές και λειτουργικές αλλαγές στον εγκέφαλο κατά κρίσιμες περιόδους ανάπτυξης, όπως η εγκυμοσύνη, η παιδική ηλικία και η πρώιμη εφηβεία.
Η έκθεση στον θόρυβο από την κυκλοφορία συσχετίζεται με αύξηση κατά 3% του κινδύνου κατάθλιψης και κατά 2% του κινδύνου άγχους. Ο θόρυβος περιβάλλοντος επηρεάζει επίσης τη συμπεριφορά των παιδιών.
Η EEA αναφέρει ότι υπάρχει αύξηση 2,2% στις αυτοκτονίες για κάθε αύξηση 10 ντεσιμπέλ στο θόρυβο των σιδηροδρομικών γραμμών, ενώ μελέτη έδειξε 12% αύξηση του κινδύνου κατάθλιψης για κάθε 10 ντεσιμπέλ από τον θόρυβο των αεροπλάνων.
Οι χημικοί ρύποι έχουν ιδιαίτερα σοβαρές επιπτώσεις στα παιδιά. Η έκθεση στο μόλυβδο κατά την κύηση ή παιδική ηλικία συνδέεται με κατάθλιψη και σχιζοφρένεια. Ομοίως, η έκθεση στον παθητικό καπνό και σε ενώσεις όπως το bisfenol A σχετίζεται με κατάθλιψη και άγχος στην παιδική ηλικία.
Η EEA υπογραμμίζει ότι, παρά την ανάγκη για περισσότερη έρευνα για την αιτιώδη σχέση, τα υπάρχοντα στοιχεία ενισχύουν την ανάγκη εφαρμογής της νομοθεσίας της ΕΕ και μείωσης της έκθεσης σε ρύπους.
Η υπηρεσία επισημαίνει την αξία μιας ολιστικής προσέγγισης που συνδέει την ανθρώπινη, την ζωική και την περιβαλλοντική υγεία. Τα τελευταία χρόνια, μέθοδοι θεραπείας με βάση τη φύση – όπως η κηπουρική, η άσκηση σε εξωτερικούς χώρους και οι «λουτροθεραπείες» σε δάση – έχουν αποδειχθεί ωφέλιμες για την ψυχική υγεία.
Η μελέτη καταδεικνύει ότι η ρύπανση δεν είναι μόνο ζήτημα φυσικού περιβάλλοντος, αλλά επηρεάζει άμεσα την ψυχική ευεξία και τις αναπτυξιακές διαδικασίες, καθιστώντας αναγκαία τη μείωση της και την προώθηση πιο υγιεινών περιβαλλοντικών συνθηκών.






