Μια μεγάλη δύναμη του ιρανικού κινηματογράφου, ο σκηνοθέτης, σεναριογράφος, ηθοποιός και παραγωγός Τζαφάρ Παναχί, ήταν ο μεγάλος θριαμβευτής του φετινού Φεστιβάλ των Καννών όπου το περασμένο Σάββατο η τελευταία ταινία του «Ενα απλό ατύχημα» (Just a simple accident) απέσπασε τον Χρυσό Φοίνικα. Αυτό είχε να γίνει στις Κάννες με ιρανική ταινία από το 1997, όταν ο μέντορας του Παναχί, ο Αμπάς Κιαροστάμι (1940-2016) – με τον οποίο ο πρώτος είχε δουλέψει ως βοηθός –, κέρδισε εξ ημισείας με το «Χέλι» του Σοέι Ιμαμούρα το ανώτατο βραβείο της διοργάνωσης στο Φεστιβάλ της Κυανής Ακτής.
Τα nineties, από τα μέσα τους κυρίως, ήταν η δεκαετία που το παγκόσμιο κοινό άρχισε να ανακαλύπτει τι εστί ιρανικός κινηματογράφος. Βαρόνος αυτού του ιρανικού Νέου Κύματος που άρχισε δειλά δειλά να ανθεί στη δεκαετία του 1980, για να μετατραπεί σε παράδεισο την αμέσως επόμενη, θεωρείται ο Κιαροστάμι, για τον οποίο ο Μάρτιν Σκορσέζε έχει δηλώσει ότι «αντιπροσωπεύει το υψηλότερο επίπεδο τέχνης στον κινηματογράφο». Στον χώρο του κινηματογράφου από το 1970, ο Κιαροστάμι ξεκίνησε από μικρού μήκους και κέρδισε την διεθνή αναγνώριση το 1994, όταν η ταινία του «Μέσα στους ελαιώνες» προβλήθηκε στο επίσημο πρόγραμμα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών.
Αυτή ήταν και η τελευταία ταινία στην οποία ως βοηθός του Κιαροστάμι δούλεψε ο Παναχί, έτοιμος πλέον να ακολουθήσει μια νέα προσωπική διαδρομή. Τρία χρόνια αργότερα, το 1997, με τη «Γεύση του κερασιού», ο Κιαροστάμι θα κέρδιζε τον Χρυσό Φοίνικα στο ίδιο Φεστιβάλ. Μέχρι τον πρόωρο θάνατό του, ο Κιαροστάμι δεν σταμάτησε να παρουσιάζει τις ταινίες του σε φεστιβάλ όπου πολλές φορές κέρδιζαν βραβεία. Αξίζει δε να θυμίσουμε ότι για την ερμηνεία της στην ταινία του Κιαροστάμι «Γνήσιο αντίγραφο», που γυρίστηκε στην Τοσκάνη, η Ζιλιέτ Μπινός βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ των Καννών το 2010.
Η πρώτη ταινία
Βεβαίως, η ιστορία του ιρανικού κινηματογράφου δεν αρχίζει με την ανεπανάληπτη έκρηξη κινηματογραφικών παραγωγών στη δεκαετία του 1990. Κάθε άλλο. Απλώς, στα nineties, για πρώτη φορά σε τόσο μεγάλο βαθμό, το Ιράν άρχισε να αποκτά διεθνή οντότητα. Ομως η ιστορία του αρχίζει από πολύ πιο παλιά.
Αν και στα χρόνια του βωβού σινεμά οι κινηματογράφοι του Iράν πρόβαλλαν με περσικούς υπότιτλους ταινίες του δυτικού κινηματογράφου, το τοπίο άρχιζε να αλλάζει όταν το 1930 παρουσιάστηκε η πρώτη ιρανική μεσαίου μήκους κινηματογραφική παραγωγή, διάρκειας περίπου μίας ώρας. Τίτλος της «Abi and Rabi» και σκηνοθέτης της ο Οβάνι Οχανιάν, ο οποίος, εμπνευσμένος κατά πάσα πιθανότητα από τις αμερικανικές κωμωδίες (ίσως το ντουέτο Χοντρός – Λιγνός) αφηγήθηκε τις περιπέτειες ενός μακρυπόδαρου και ενός πολύ κοντού άνδρα.
Η αρχή είχε γίνει και μια δεκαετία αργότερα, με την εμφάνιση των ιρανικών κινηματογραφικών εταιρειών, ο ιρανικός κινηματογράφος έγινε δημοφιλής μορφή διασκέδασης για τους ιρανούς πολίτες. Παρ’ όλ’ αυτά το σινεμά του Ιράν θα κινούσε για πρώτη φορά το διεθνές ενδιαφέρον αρκετές δεκαετίες αργότερα με την ακμή του Νέου Ιρανικού Κινηματογράφου, ενός καθαρά καλλιτεχνικού κινηματογράφου που αναπτύχθηκε προεπαναστατικά αλλά και μεταεπαναστατικά στη χώρα τις δεκαετίες του 1960 και του 1970.
Το νέο κύμα
Θα πρέπει στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι η δεκαετία 1966-1976 υπήρξε κομβικό χρονικό σημείο για την ανάπτυξη του κινηματογραφικού Ιράν. Αρκετοί παράγοντες έπαιξαν ρόλο στην παραγωγή μεγάλου αριθμού ταινιών μεγάλου μήκους, ντοκιμαντέρ και κινουμένων σχεδίων, καθώς και στην είσοδο πολλών νέων κινηματογραφιστών στην κινηματογραφική σκηνή. Ορισμένοι από αυτούς τους παράγοντες ήταν η ίδρυση κινηματογραφικών σχολών, ο ρόλος της Εθνικής Ιρανικής Τηλεόρασης (NIT) και της Εθνικής Ιρανικής Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης (NIRT), τα αρκετά φεστιβάλ κινηματογράφου και οι κινηματογραφικές λέσχες – ιδιωτικές και πανεπιστημιακές.
Περιέργως, η αφετηρία του ιρανικού Νέου Κύματος συμπίπτει με εκείνη του ελληνικού Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου στα τέλη της δεκαετίας του 1960 με τις αρχές της αμέσως επόμενης. Η διανομή στις αίθουσες των ταινιών «Η αγελάδα» (The Cow) του Ντάριους Μαχρουτζί και «Το τούβλο και ο καθρέφτης» (The Brick and The Mirror) του Ιμπραΐμ Γκολεστάν ήταν η αρχή της άνθησης του ιρανικού Νέου Κύματος, που άκμασε στα χρόνια της δεκαετίας του 1970 προσφέροντας νέες αντιλήψεις και προσεγγίσεις. Σύντομα ακολούθησαν αρκετοί ιρανοί σκηνοθέτες επηρεασμένοι από τα ευρωπαϊκά κινηματογραφικά ρεύματα – κυρίως από τον ιταλικό νεορεαλισμό και τη γαλλική Nouvelle Vague.
Παρά τη σκληρότητά της απέναντι στον ιρανικό λαό, η αλήθεια είναι ότι στη δεκαετία του 1970 η κυβέρνηση του σάχη ενθάρρυνε τα έργα του ιρανικού Νέου Κύματος, όχι βέβαια χωρίς την απαραίτητη λογοκρισία. Ομως το ιρανικό Νέο Κύμα δέχτηκε γερό χτύπημα την περίοδο της επανάστασης, στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Ωστόσο, τότε συνέβη το εξής παράδοξο. Ο αγιατολάχ Χομεϊνί, θαυμαστής αρκετών ιρανικών ταινιών, έδωσε την άδεια ώστε ο κινηματογράφος να έχει θέση στην Ισλαμική Δημοκρατία. Η πίτα κατά κάποιον τρόπο μοιράστηκε στο πλαίσιο του σχεδίου αναβίωσης της ιρανικής κινηματογραφικής βιομηχανίας: στη μια πλευρά οι ποιοτικές «καλλιτεχνικές» ταινίες και στην άλλη οι χοντροκομμένες εμπορικές και καθαρά προπαγανδιστικές. Ολοι ήταν ευχαριστημένοι. Οι εμπορικές διασκέδαζαν τη μάζα και οι ποιοτικές ήταν χρήσιμες για τη μετάδοση των κατάλληλων ισλαμικών αξιών στους ιρανούς θεατές. Επίσης, είχαν τη δυνατότητα να ταξιδέψουν στο εξωτερικό.
Λογοκρισία
Βεβαίως, όλες οι κυβερνήσεις της Ισλαμικής Δημοκρατίας έχουν επιβάλει μια σειρά από περιορισμούς, κυρίως στο περιεχόμενο των ταινιών. Απαγορεύονται πολλά – από το να δείχνεις γυναικεία μαλλιά μέχρι ανύπαντρους άνδρες και γυναίκες που αγγίζουν στοργικά ο ένας τον άλλο (για κάτι τολμηρότερο δεν το συζητούμε καν). Με άλλα λόγια, ενώ όλες οι ιρανικές κυβερνήσεις δεν έχουν σταματήσει να υποστηρίζουν την κινηματογραφική βιομηχανία της χώρας, παράλληλα δυσκολεύουν τη ζωή των κινηματογραφιστών σε επαναλαμβανόμενους κύκλους.
Για παράδειγμα, όταν στη δεκαετία του 1980 η νέα κινηματογραφική βιομηχανία σχηματιζόταν υπό τον μετριοπαθή υπουργό Πολιτισμού Μοχάμαντ Χαταμί, οι σκληροπυρηνικοί της κυβέρνησης ήταν απασχολημένοι με τον πόλεμο Ιράν – Ιράκ. Οταν το 1989 ο πόλεμος τελείωσε, στοχοποιήθηκαν οι φιλελεύθεροι και καλλιτέχνες. Οταν ο ίδιος ο Χαταμί εξελέγη πρόεδρος το 1997, ξεκίνησε μια νέα εποχή χαλάρωσης των περιορισμών. Και όταν το 2005 αντικαταστάθηκε από τον συντηρητικό Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ, το πολιτιστικό κλίμα έγινε και πάλι πιο ψυχρό. Και πάει λέγοντας.
Το 1997, την ίδια χρονιά θριάμβου της «Γεύσης του κερασιού» στις Κάννες, παίχθηκε και η πρώτη ιρανική κινηματογραφική ταινία που προτάθηκε ποτέ για το Οσκαρ καλύτερης διεθνούς ταινίας: είναι τα «Παιδιά του παραδείσου» του Ματζίντ Ματζιντί, όπου παρακολουθούμε την αγωνιώδη προσπάθεια ενός αγοριού να βρει τα χαμένα παπούτσια της αδελφής του. Ο κινηματογράφος του Ματζιντί είναι λιγότερο αφαιρετικός από τον κινηματογράφο του Κιαροστάμι, γι’ αυτό και το έργο του πιο αποδεκτό στις Ηνωμένες Πολιτείες (το αντίστοιχο για τα ελληνικά δεδομένα θα μπορούσε να είναι ο Θόδωρος Αγγελόπουλος και ο Παντελής Βούλγαρης).
Μεγάλη μορφή του ιρανικού σινεμά της τελευταίας 25ετίας είναι και ο Μπαχμάν Γκομπαντί των ταινιών «Η εποχή του ρινόκερου» (2012) και «Ποιος φοβάται τους γάτους της Περσίας» (2009). Ο Γκομπαντί, που έγινε γνωστός από τη σπουδαία ταινία του «Μεθυσμένα άλογα» (2000), αναγκάστηκε και αυτός να εγκαταλείψει το Ιράν. Μετά το Παρίσι, το Βερολίνο και τη Νέα Υόρκη εγκαταστάθηκε την Κωνσταντινούπολη, την οποία αποφάσισε να αντιμετωπίσει σαν μια καινούργια πατρίδα. Μέγας θαυμαστής του κινηματογράφου του Θόδωρου Αγγελόπουλου, ο Γκομπαντί είχε πλάσει το εγκώμιο του σκηνοθέτη όταν το 2012 είχε τιμηθεί από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. «Ομως ο πόνος του ξεριζωμού από την πατρίδα είναι σαν δηλητήριο, σε αφυδατώνει σε μυαλό και σώμα» όπως είπε ο ίδιος στην παρουσίαση της «Εποχής του ρινόκερου» στη Θεσσαλονίκη.
Ο πιο πολυβραβευμένος
Ωστόσο, ο πιο πολυβραβευμένος ιρανός σκηνοθέτης στην κινηματογραφική ιστορία της χώρας είναι ο Ασγκάρ Φαραντί, που όπως ο Κιαροστάμι έχει επίσης γυρίσει ταινίες εκτός Ιράν. Με το «Τι απέγινε η Ελι;» (2009), ουσιαστικά μια υπόκλιση στο σινεμά του Μικελάντζελο Αντονιόνι, o Φαραντί απέσπασε την Αργυρή Αρκτο καλύτερης σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Βερολίνου, όπου δύο χρόνια αργότερα τιμήθηκε με τη Χρυσή Αρκτο για την ταινία «Ενας χωρισμός», που θα κέρδιζε και το Οσκαρ καλύτερης διεθνούς ταινίας. Ενα δεύτερο Οσκαρ διεθνούς ταινίας θα ακολουθούθσε το 2017 με τον «Εμποράκο», ενώ στην Ευρώπη ο Φαραντί γύρισε το επίσης βραβευμένο στις Κάννες «Παρελθόν», όπως και την ταινία «Το ξέρουν όλοι» με διεθνές καστ (Χαβιέρ Μπαρδέμ, Πενέλοπε Κρουζ, Ρικάρντο Νταρίν). To 2021 η τελευταία μέχρι σήμερα ταινία του, «Ενας ήρωας», κέρδισε το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ των Καννών.
Οι Μοχσέν και Σαμίρα Μαχμαλμπάφ (πατέρας – κόρη) είναι επίσης πρόσωπα με σημαντική προσφορά στον ιρανικό κινηματογράφο. Ο Μοχσέν, που έγινε όνομα το 1989 χάρη στον «Ποδηλάτη» (μια ταινία που απεικονίζει ένα επεισόδιο στη ζωή ενός φτωχού αφγανού μετανάστη στο Ιράν), είναι επίσης ο σκηνοθέτης του «Κανταχάρ» (2001), όπου παρακολουθούμε την επιστροφή μιας γυναίκας στην πατρίδα της, το Αφγανιστάν (την οποία είχε αφήσει για τον μακρινό Καναδά). Αν και γυναίκα, η Σαμίρα Μαχμπαλμπάφ, στα 23 της χρόνια (γεννήθηκε το 1980), είχε ήδη γυρίσει τρεις ταινίες, εκ των οποίων οι δύο, «Μαυροπίνακες» και «Στις πέντε το απόγευμα», έχουν αποσπάσει το βραβείο της κριτικής επιτροπής στα Φεστιβάλ των Καννών του 2000 και 2003. Ωστόσο, μετά την ταινία της «Two-Legged Horse» το 2008, η Σαμίρα Μαχμαλμπάφ δεν έχει παρουσιάσει κάτι άλλο.
Στις πιο πρόσφατες φωνές ανήκει και εκείνη του Μοχάμαντ Ρασούλοφ, ο οποίος κάποια στιγμή αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πατρίδα του και να ταξιδέψει λαθραία στην Ευρώπη για να αποφύγει τα οκτώ χρόνια φυλάκισης εξαιτίας του τελευταίου του έργου «Ο σπόρος του Ιερού Σύκου» (The Seed of the Sacred Fig), που τελικά προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Καννών (ήταν ήδη γνωστός από την ταινία «Δεν υπάρχει κακό», που είχε αποσπάσει τη Χρυσή Αρκτο στο Βερολίνο το 2020). Ο «Σπόρος της Ιερής Συκιάς» περιέχει αυθεντικά ντοκουμέντα (παρμένα από κάμερες ή κινητά) που αποτυπώνουν την καθημερινότητα της σύγχρονης Τεχεράνης, όπου η ανεξέλεγκτη βία είναι σύνηθες φαινόμενο. Οπως ήταν φυσικό, η περίπτωσή του Ρασούλοφ προκάλεσε μεγάλο θόρυβο στο Φεστιβάλ, το οποίο, εντέλει, τον βράβευσε με ένα «ειδικό βραβείο» της επιτροπής.






