Η υγιεινή διατροφή στο σχολείο δεν είναι απλώς θέμα καθημερινών επιλογών στο πιάτο των παιδιών, αλλά επένδυση στη δημόσια υγεία και στη μελλοντική ευημερία των κοινωνιών. Αυτό είναι το βασικό μήνυμα των νέων παγκόσμιων κατευθυντήριων οδηγιών που έδωσε στη δημοσιότητα ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ), καλώντας για πρώτη φορά τις χώρες να υιοθετήσουν μια ολιστική, «ολόκληρου του σχολείου» προσέγγιση στη διατροφή.
Η ανάγκη είναι πιεστική. Η παιδική παχυσαρκία αυξάνεται με ανησυχητικούς ρυθμούς σε όλο τον κόσμο, την ώρα που ο υποσιτισμός εξακολουθεί να πλήττει εκατομμύρια παιδιά. Το 2025 σημειώθηκε ένα ιστορικό –και ανησυχητικό– ορόσημο: τα παιδιά και οι έφηβοι που ζουν με παχυσαρκία παγκοσμίως ανήλθαν σε περίπου 188 εκατομμύρια, ξεπερνώντας για πρώτη φορά τον αριθμό των παιδιών που είναι λιποβαρή. Με απλά λόγια, ένα στα δέκα παιδιά σχολικής ηλικίας αντιμετωπίζει πλέον παχυσαρκία.
Τα σχολεία βρίσκονται στην πρώτη γραμμή αυτής της «διπλής επιβάρυνσης» της κακής διατροφής. Τα παιδιά περνούν εκεί μεγάλο μέρος της ημέρας τους, τρώνε, κοινωνικοποιούνται και διαμορφώνουν συνήθειες που συχνά τα ακολουθούν σε όλη τους τη ζωή. Όπως επισημαίνει ο γενικός διευθυντής του ΠΟΥ, Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεγιέσους, το φαγητό που καταναλώνουν τα παιδιά στο σχολείο και το περιβάλλον μέσα στο οποίο κάνουν τις επιλογές τους επηρεάζουν όχι μόνο τη μάθηση, αλλά και τη μακροπρόθεσμη υγεία και ευεξία τους.
Σήμερα, περίπου 466 εκατομμύρια παιδιά σε όλο τον κόσμο λαμβάνουν σχολικά γεύματα. Παρ’ όλα αυτά, τα διαθέσιμα στοιχεία για τη διατροφική ποιότητα αυτών των γευμάτων παραμένουν περιορισμένα. Το κενό αυτό επιχειρεί να καλύψει η νέα οδηγία του ΠΟΥ, η οποία εστιάζει όχι μόνο στο τι προσφέρεται στο κυλικείο ή στο σχολικό συσσίτιο, αλλά και στο ευρύτερο σχολικό διατροφικό περιβάλλον: από την προβολή και το μάρκετινγκ τροφίμων μέχρι τον τρόπο παρουσίασης και διάθεσής τους.
Συγκεκριμένα, ο ΠΟΥ συνιστά τη θέσπιση σαφών κανόνων και προτύπων που αυξάνουν τη διαθεσιμότητα και κατανάλωση υγιεινών τροφίμων και ποτών, περιορίζοντας παράλληλα τα προϊόντα με υψηλή περιεκτικότητα σε ζάχαρη, αλάτι και ανθυγιεινά λιπαρά. Παράλληλα, προτείνεται η εφαρμογή παρεμβάσεων «ώθησης» (nudging), όπως η καλύτερη τοποθέτηση των υγιεινών επιλογών, η πιο ελκυστική παρουσίασή τους ή ακόμη και η διαφοροποίηση των τιμών, ώστε τα παιδιά να ενθαρρύνονται έμμεσα να επιλέγουν πιο θρεπτικά τρόφιμα.
Ωστόσο, οι πολιτικές από μόνες τους δεν αρκούν. Ο ΠΟΥ υπογραμμίζει ότι χωρίς συστηματική παρακολούθηση και μηχανισμούς εφαρμογής, οι κατευθυντήριες οδηγίες κινδυνεύουν να μείνουν στα χαρτιά.
Παρότι περισσότερες από 100 χώρες διαθέτουν πλέον πολιτικές για υγιεινή σχολική διατροφή και οι περισσότερες προβλέπουν υποχρεωτικά διατροφικά κριτήρια, λιγότερες από τις μισές έχουν θεσπίσει περιορισμούς στη διαφήμιση ανθυγιεινών τροφίμων προς τα παιδιά.
Η νέα οδηγία αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής του ΠΟΥ για τη δημιουργία υγιεινών διατροφικών περιβαλλόντων και συνδέεται με διεθνείς πρωτοβουλίες για την αναχαίτιση της παχυσαρκίας και την προώθηση «φιλικών προς τη διατροφή» σχολείων. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον ρόλο των τοπικών και περιφερειακών αρχών, που συχνά βρίσκονται πιο κοντά στις σχολικές κοινότητες και μπορούν να εφαρμόσουν πιο αποτελεσματικά τις πολιτικές αυτές.
Το μήνυμα είναι σαφές: η υγιεινή διατροφή στο σχολείο δεν είναι πολυτέλεια, αλλά αναγκαιότητα. Αν τα παιδιά μάθουν από νωρίς να τρώνε σωστά, οι κοινωνίες του αύριο θα είναι πιο υγιείς, πιο ανθεκτικές και με λιγότερα βάρη για τα συστήματα υγείας. Και το σχολείο μπορεί –και πρέπει– να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτή την αλλαγή.






