Είναι χαρακτηριστικό του καιρού μας ότι απέναντι στα γεγονότα που αλλάζουν ραγδαία τη ζωή τους, οι πληθυσμοί στις χώρες της Δύσης δεν αντιδρούν ανάλογα. Τείνουν να δεχτούν μια ριζική αλλαγή σαν κάτι που το παρήγαγε η μηχανή του χρόνου, και οι μηχανές γενικά θεωρούνται πολύ περίπλοκα πράγματα για να επέμβει κανείς σε αυτά. Η μοιρολατρεία ξαναγύρισε στον κόσμο με όψη σύγχρονη, με το ύφος της κόπωσης από όλα και της ανίας από την οποία οι πάντες προσπαθούν να ξεφύγουν. Αυτό δεν είναι καινούργιο. Καινούργιο είναι να έρχονται αλλαγές που απειλούν ευθέως  τη ζωή, και η ζωή να μην έχει το σθένος να δώσει την απάντησή της. Βλέπουμε στις μέρες μας πως καθώς το φάσμα του πολέμου  απλώνεται στον κόσμο, οι άνθρωποι μένουν στη θέση τους κοιτώντας το σαν μουδιασμένοι από ένα είδος δέους ανάμεικτου με φόβο, έναν φόβο όμως που τον διασκεδάζει η σκέψη πως «κι αυτό θα περάσει». Θα περάσει για να έρθει τι; Τίποτα δεν θεωρείται βέβαιο και τίποτα ικανό να κεντρίσει την όρεξη για ένα νέο ξεκίνημα. Δεν είναι παράξενο λοιπόν που απέναντι στην απειλή του γενικευμένου πολέμου δεν εκδηλώνεται μια συλλογική αντίδραση. Όταν ο θάνατος προκαλεί τη ζωή, θα περίμενε κανείς η ζωή να ορθώσει αυθόρμητα το ανάστημα της. Έτσι γίνεται στη φύση, και αυτό γινόταν, άλλοτε, και στις κοινωνίες.

Υπήρξε μια εποχή- όχι πολύ μακρινή- που η ιδέα ανάπτυξης ενός αντιπολεμικού κινήματος μπήκε ενθουσιωδώς σε πράξη, και μάλιστα μέσα στους κόλπους της πιο ισχυρής στρατιωτικής δύναμης του πλανήτη. Οι διαδηλώσεις των νέων κατά του πολέμου στο Βιετνάμ, στα τέλη της δεκαετίας του ’60, συντάραξαν την αμερικανική κοινωνία δείχνοντας της έναν διαφορετικό τρόπο για να πορευτεί στο εξής. Ως τότε ο κανόνας ήταν: δουλειά- κατανάλωση- διασκέδαση, ένα μοντέλο επαναλαμβανόμενο έως θανάτου. Ο πόλεμος υποσχόταν ότι θα εξασφάλιζε για πάντα αυτό το μοντέλο. Μερικοί θα σκοτώνονταν στη μακρινή Ασία για να μπορούν να συνεχίσουν να απολαμβάνουν οι υπόλοιποι. Ήταν μια κυνική πρόταση που τουλάχιστον στους νέους προκάλεσε αηδία. Την απέρριψαν και αντέταξαν το δικό τους σύνθημα, το πολυσυζητημένο εκείνο «make love not war». Αποτελεί ρηχή ερμηνεία να διαβάσει κανείς σ’ αυτή την αντιπαραβολή του έρωτα και του πολέμου τις διεκδικήσεις απλώς της ηδονής απέναντι στη βία και την καταστροφή. Δεν επρόκειτο για τα «δικαιώματα» της φυσικής ηδονής. Ήταν πολύ περισσότερο η απαίτηση των νέων να γευτούν κάθε χαρά της ζωής, με τους όρους όμως της απλότητας, της ειλικρίνειας, της αμεσότητας της ανθρώπινες σχέσεις. Απαιτούσαν τον έρωτα για να μεταμορφώσουν με τα μέσα του ολόκληρη τη ζωή τους, τόσο την προσωπική όσο και την κοινωνική. Ο πόλεμος εξαγρίωνε τους ανθρώπους- πάντα αυτό κάνει-ενώ η ειρήνη θα τους ημέρευε, χωρίς ωστόσο να αρκεστεί σε αυτό. Από την ειρήνη η νεολαία τότε περίμενε πολλά: το έδειχναν, πρώτα απ’ όλα, τα εμβληματικά τραγούδια της εποχής όπου η μαχητικότητα και η τρυφερότητα βάδιζαν στον ίδιο ρυθμό. Οι εξελίξεις που ακολούθησαν ακύρωσαν αυτή την προοπτική. Όμως, σήμερα δεν μας ενδιαφέρει τόσο αυτό, μας ενδιαφέρει το ότι η ειρήνη είναι πια μια λέξη που αντηχεί στο κενό.

Πώς να αντιταχθούν οι λαοί στην κυριαρχία του πολεμικού πνεύματος όταν τους λείπει η πίστη πως από το αντίθετο: την ομαλότητα και την ηρεμία δηλαδή, θα ήταν δυνατόν να φυτρώσει κάτι διεγερτικό, ένα σχέδιο στο οποίο θα άξιζε να πάρουν μέρος; Στην πραγματικότητα αυτό που ιδιαίτερα στο μυαλό των νέων έρχεται με τη λέξη ειρήνη είναι μια κατάσταση συγκάλυψης των κοινωνικών αντιθέσεων. Η ειρήνη κατάντησε να φέρνει στον νου συνήθως διακανονισμούς, εξισορροπήσεις συμφερόντων, κατευνασμούς, «ρυθμίσεις» παντός τύπου. Στην επιφάνεια μια επίπλαστη και εύθραυστη τάξη, στο βάθος ένας βρασμός από δυσαρέσκειες, παράπονα, διαψεύσεις. Οι πολιτικές ηγεσίες απογοητεύουν τα πλήθη και τα πλήθη το βρίσκουν πιο εκτονωτικό, προς το παρόν, να τρώγονται μεταξύ τους. Βρίθουν οι δολιοφθορές, τα σαμποτάζ, οι ναρκοθετήσεις, ακόμη και μέσα στις οικογένειες. Δεν έχει κοπάσει- κάθε άλλο- ο πόλεμος των δύο φύλων, έχουν αλλάξει μόνο οι μορφές του και έχουν ανοίξει νέα πεδία συγκρούσεων. Το ίδιο και με τις φυλετικές αντιλήψεις και προκαταλήψεις. Το ίδιο και στους χώρους των επαγγελμάτων όπου ο ανταγωνισμός παίρνει όλο και οξύτερες μορφές. Δεν αποτιμώνται πλέον τα έργα των εργαζομένων, οι επιδόσεις τους, τα επιτεύγματα τους, αποτιμώνται οι δεξιότητές τους στον τομέα της προσωπικής προβολής. Όποιος πλασάρει καλύτερα τον εαυτό του στο κατάλληλο ακροατήριο, αυτός και θα επιβραβευτεί.  Αλλά για λίγο. Οι μάχες που δίνονται, αντί να οδηγούν σε ένα τέρμα τις εντάσεις, τις υποδαυλίζουν συνεχώς.  Οι παραγκωνισμένοι ετοιμάζονται για την αντεπίθεση τους, οι επιτυχημένοι ανησυχούν, και απελπίζονται επειδή ούτε και η επιτυχία δεν  ενισχύει αρκετά την αυτοπεποίθηση τους. Όλοι ελίσσονται, πλαγιοκοπούν και εξοπλίζονται αδιάκοπα. Με τι;  Με το ψέμα κυρίως- με τι άλλο; Σε όλους τους τομείς της ζωής ό,τι λέγεται είναι συχνά το ανάποδο αυτού που εννοείται.

Έτσι αντιλαμβάνονται την τρέχουσα κοινωνική κατάσταση οι νεότεροι. Από τις εμπειρίες τους έχουν πλέον πεισθεί πως συνθήκη της ζωής τους είναι η υποκρισία. Στα φανερά ισχύουν οι νόμοι, στα κρυφά ανατρέπονται. Ούτε και αυτό βέβαια είναι καινούργιο. Όμως τώρα απουσιάζουν τα ζωντανά πρόσωπα πάνω στα οποία ζωγραφιζόταν ,παλαιότερα, η υποκρισία. Τα αντικαθιστούν οι εικόνες, τα ψηφιακά κατασκευάσματα, τα εμπορικά μηνύματα. Μέσα στον κυκεώνα που δημιουργείται ανακατεύονται χαλκευμένες ειδήσεις με ψήγματα αλήθειας, υπερβολές, αυθαιρεσίες, ένα υλικό που αν το πάρει τοις μετρητοίς το μυαλό θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τίποτα δεν είναι για να το παίρνει τοις μετρητοίς. Η πραγματικότητα τελεί υπό συνεχή παραμόρφωση. Έπειτα από αυτό, από πού να αντλήσει το κουράγιο η συνείδηση να καταγγείλει τον πόλεμο;

Ναι, είναι αλήθεια ότι οι αιματοχυσίες προκαλούν φρίκη και στα λόγια αποδοκιμάζονται. Ωστόσο, στα υπόγεια της συνείδησης δεν παύει να δουλεύει μια άλλη αλήθεια: πως τουλάχιστον στον πόλεμο δεν παραποιούνται ορισμένα γεγονότα. Δεν εννοούμε αυτά που τα χειρίζεται η προπαγάνδα της κάθε πλευράς. Εννοούμε την ανθρώπινη πραγματικότητα την ώρα της μάχης. Είναι γνωστό το φαινόμενο της αδελφοσύνης μέσα στο χαράκωμα. Ενωμένοι μπροστά στον κίνδυνο, οι στρατιώτες αποκτούν δεσμούς αδιάσπαστους, δεν μπορεί κανείς να κοροϊδέψει κανέναν. Από εκεί έρχεται η σκοτεινή γοητεία του πολέμου. Από εκεί εμπνέεται μερικές φορές και η βία των νεαρών που στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις αφήνει παντού τα σημάδια της. Είναι τα σημάδια ενός αδιεξόδου ,αφού τα ξεσπάσματα αυτά δεν γίνονται στο όνομα μιας ζωής πιο ευοίωνης, πιο καρποφόρας. Ούτε οι μικρότεροι στην ηλικία ούτε οι μεγαλύτεροι, στην πλειονότητά τους. πιστεύουν τη δυνατότητα μιας τέτοιας ζωής. Επόμενο είναι να μην μπορούν να αντιτάξουν στον πόλεμο τη θέλησή τους. Για να αρνηθείς τον πόλεμο πρέπει να πιστεύεις πως με την ειρήνη καλλιεργείται και βλασταίνει η ζωή. Είναι ακριβώς αυτό που από τους αρχαίους χρόνους υψώνει μπροστά στα μάτια της ανθρωπότητας η «Ειρήνη» του Αριστοφάνους. Η κωμωδία κλείνει με τον γάμο του Τρυγαίου και της Οπώρας( της συγκομιδής των αγαθών), συμπαραστάτριας της Ειρήνης. Ο άνθρωπος πρέπει να παντρευτεί τη γόνιμη ζωή, να χαρεί την εργασία του και τους καρπούς της, αν είναι να πάψει να σύρεται από μάχες σε μάχες. Ειρήνη δεν είναι η αδιατάρακτη απραξία. Είναι η ζωή που δεν κουράζεται να σπέρνει και  να θερίζει, και να υπομένει  τις καταιγίδες.

Του Βασίλη Καραποστόλη, Ομ. Καθηγητή Πολιτισμού και Εποκοινωνίας του ΕΚΠΑ

Τελευταίο βιβλίο του Βασίλη Καραποστόλη είναι το «Όταν η Γνώση είναι Ζωή», εκδ. Πατάκη

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000