Τρεις τόμους που έχω κυκλοφορήσει με επιφυλλίδες μου, άρθρα σε περιοδικά και διαλέξεις μου έχουν σε βιβλία εξαντληθεί. Διδάσκοντας συχνά σε δραματικές σχολές και σε πανεπιστημιακά τμήματα, συγκέντρωνα τα κείμενά μου σε τόμους που έχουν εξαντληθεί πλέον στα ράφια των βιβλιοπωλείων. Με συγκίνηση στον σημερινό μου χώρο στην εφημερίδα που με φιλοξενεί σχεδόν 60 χρόνια, αναδημοσιεύω ένα από τα πρώτα μου δοκίμια (1973) στο «Βήμα». Ετσι θα δώσω και στους νέους, ελπίζω, αναγνώστες μου ένα τεκμήριο της ύλης, των επιχειρημάτων και του ύφους κειμένων, γραμμένων πριν από 51 χρόνια. Περιλαμβάνεται, μαζί με πολλές άλλες επιφυλλίδες μου στις φιλόξενες στήλες του «Βήματος», στον εξαντλημένο σήμερα τόμο «Τα μετά το θέατρο» (εκδόσεις Καστανιώτης, 1985).

Προκαλώ τους σημερινούς αναγνώστες μου, που ίσως οι περισσότεροι τότε ή και αργότερα γεννήθηκαν, να συγκρίνουν και να κρίνουν διαφορές στα επιχειρήματα, στο ύφος και στο εύρος των θεμάτων: «Ενα απόσπασμα του Εμπεδοκλή θα μας δώσει την ευκαιρία να προσπαθήσουμε να νομιμοποιήσουμε τα δύο κυρίαρχα, σήμερα, ρεύματα του θεάτρου. Μεταφράζω πρόχειρα: “Τα μέλη του ανθρώπου διάχυτες δυνάμεις στενεύουν. Πολλά ξαφνιάζουν τους θνητούς και τους θολώνουν τα μυαλά. Βλέπουν απ΄ τη ζωή τους λίγα μονάχα, πεθαίνουν στο άψε – σβήσε, σηκώνονται σαν τον καπνό ψηλά και χάνονται, πιστεύουν μόνο ό,τι προσεγγίζουν, σέρνονται εδώ κι εκεί και λαχταρούν από καρδιάς να βρουν το Ολον. Ετσι ούτε να δουν, όμως, μπορούν, ούτε να καταλάβουν, ούτε και να τ΄ ακούσουν. Εσύ λοιπόν, αφού περιπλανήθηκες και γύρισες εδώ, από όσα σε παρακινεί η φρόνησή σου η θνητή περισσότερα να μάθεις, δεν θα μάθεις” (Απόσπασμα 2).

Ο Σέξτος, που διασώζει το απόσπασμα, κάνει μια σπουδαία παρατήρηση: “Για τον Εμπεδοκλή”, λέει, “κριτήριο για την αλήθεια δεν είναι οι αισθήσεις, αλλά ο ορθός λόγος. Στον ορθό λόγο υπάρχει κάτι θεϊκό και κάτι ανθρώπινο. Το θεϊκό δεν μπορείς να το βγάλεις στο φως, το ανθρώπινο μπορείς”. Νομίζω πως πίσω από τον ΑΝΕΞΟΙΣΤΟΝ και τον ΕΞΟΙΣΤΟΝ ΛΟΓΟΝ κινείται όλο το σημερινό θέατρο, όπως άλλωστε και οι άλλες τέχνες, καθοδηγούμενες από τη φιλοσοφία του καιρού μας. Η τέχνη του αιώνα μας είναι υπηρέτρια της φιλοσοφίας. Σε καμιά άλλη εποχή η σκέψη δεν χάρηκε μια τέτοια αφοσίωση και είναι ίσως η πρώτη φορά που οι δρώντες φιλόσοφοι κατέφυγαν στο θέατρο, αντίθετα από τον Πλάτωνα που έσχιζε τις τραγωδίες του για να καταγίνει με τη φιλοσοφία. Περιορίζομαι στα χτυπητά παραδείγματα του Πιραντέλο, του Σαρτρ και του Καμί, για να μην αναφερθώ στη φιλοσοφική προπαίδεια του Μπέκετ, του Ιονέσκο και τη θεωρητική κατάρτιση του Μπρεχτ. Εξω από τον τελευταίο είναι, επίσης, ενδεικτικό πως οι περισσότεροι ενδιαφέροντες πρωτοπόροι άρχισαν να ασχολούνται με το θέατρο σε μεγάλη ηλικία, αφού περιδιάβασαν πρώτα στη θεωρητική περιοχή, στο δοκίμιο ή στην πεζογραφία. Το θέατρο του καιρού μας είναι ένα θέατρο στοχαστών και ωρίμων. Και είναι φυσικό, αφού είναι ένα θέατρο στο οποίο προηγείται η προβληματική από τη μορφή.

H σύγχρονη φιλοσοφία σκυλεύει ασύστολα το εμπεδόκλειο σώμα. Οι προθέσεις καθορίζουν τα μέλη που θα συληθούν. Ο ένας μυωπικά περιορίζει τις καταδυναστεύουσες δυνάμεις στις υλικές σχέσεις, ο άλλος αιτιάται τον αναίτιο βίο, άλλος πετροβολάει τη δυναστεία του όλου, άλλος καταριέται την αβεβαιότητα που έχει η αφή της πραγματικότητας, κάποιος μακαρίζει τη φυγή, ένας ίπταται και κραυγάζει, άλλος εξίσταται και ελπίζει. Πολλοί αρκούνται. Το θέατρο ακολουθεί, κλαίει και θρηνεί, βλέποντας τον ΑΣΥΝΗΘΕΑ ΧΩΡΟΝ, δηλαδή τον τόπο δίχως ήθος, τον ακατοίκητο. Γιατί ήθος σημαίνει διαμονή, παραμονή, και ο φυγάς, ο εξόριστος, ο αλήτης, διαμονή δεν έχει, ΕΛΑΥΝΕΤΑΙ πότε εδώ και πότε εκεί σαν τον καπνό. Ολο το θέατρο. Ανέστιοι σε έναν ασυνήθη χώρο όλοι οι “ήρωές” του και οι “αντιήρωές” του. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. […] Είναι περίεργη η συνάντηση των δύο μεγάλων ρευμάτων του σύγχρονου θεάτρου σε αυτόν τον ασυνήθη χώρο. Το θέατρο του παραλόγου και το πολιτικό θέατρο, οι δύο αντίποδες της θεατρικής προβληματικής στις μέρες μας, ξεκινώντας από διαφορετικές απόψεις, έχοντας διαφορετικούς σκοπούς, συναντιούνται στον ίδιο τόπο. Το θέατρο του παραλόγου προσπαθεί να κάνει οικείο το ανοίκειο, αποκαλύπτοντας την ανοικειότητά του. Ο κόσμος δεν είναι κατοικήσιμος, διαπιστώνει. Η περιπλάνηση, η αλητεία, η εξορία είναι το ουσιώδες, η ελπίδα μιας μόνιμης διαμονής είναι αυταπάτη. Η μόνη σωτηρία είναι να νομιμοποιήσουμε την αυταπάτη, να “είναι ο κόσμος όπως νομίζουμε”, να αλλάζουμε ρόλους για να διαιωνίσουμε τη σύγχυση, να συγχέουμε τις εποχές. Η μόνη λύση είναι η αποτυχία, η μόνη γνώση είναι η παραίτηση από τη γνώση, η μόνη ελπίδα η απελπισία. Αφού είμαστε οι ωκύμοροι, γινόμαστε οξύμωροι. Διαλέγουμε την ελευθερία. Αποβάλλουμε τη γλώσσα που ονομάζει, αλλά χωρίζει. Δολοφονούμε τον Θεό για να έχουμε το κέρδος της απώλειάς του. Το πολιτικό θέατρο, από τη μεριά του, κάνει, αντίθετα, ανοίκειο ό,τι φαίνεται οικείο. Ο κόσμος μπορεί να κατοικηθεί, διαπιστώνει. Αρκεί να αλλάξει. Δεν είναι τυχαίες οι μεταβολές, ελέγχονται, προβλέπονται και καθοδηγούνται. Η εξορία δεν είναι αμετάκλητη, η δυνατότητα μιας μόνιμης διαμονής είναι πραγματοποιήσιμη.

Η μόνη σωτηρία είναι να κατανοήσουμε την πραγματικότητα, να “είναι ο κόσμος όπως τον θέλουμε”, να μείνουμε συνεπείς για να διαλύσουμε τη σύγχυση. Η μόνη λύση είναι η δράση, η μόνη γνώση είναι η απαίτηση πως η γνώση δεν έχει όρια, η μόνη ελπίδα η αλλαγή. Αφού μπορούμε να τα μάθουμε όλα, δεν θέλουμε τίποτα κρυφό. Αφού είμαστε ωκύμοροι, γινόμαστε δραστήριοι. Διαλέγουμε την ελευθερία. Θέτουμε τη γλώσσα που ονομάζει για να κατέχει. Δολοφονούμε τον Θεό για να του κλέψουμε τον παράδεισο. Στο θέατρο του παραλόγου η ιστορία δεν έχει νόημα, στο πολιτικό η ιστορία δεν έχει σωστό νόημα. Αι “στεινωποί παλάμαι” και στις δύο τάσεις οδηγούν στην ελευθερία, μόνο που η ελευθερία σε μία από τις δύο δεν πρέπει να έχει νόημα. […] Τα δύο ρεύματα του καιρού μας στο θέατρο είναι νόμιμα. Ούτε αλληλοσυμπληρώνονται, ούτε αυτοεξουδετερώνονται. Περιγράφουν το αδιέξοδο, προσπαθώντας να το εξηγήσουν».