Το Facebook εξετάζει το ενδεχόμενο να ξεκινήσει συνεργασίες με μια μικρή ομάδα ανεξάρτητων συγγραφέων τους οποίους θα πληρώνει για να δημοσιεύουν το περιεχόμενο της σκέψης και των γνώσεών τους στη νέα πλατφόρμα δημοσίευσης που ετοιμάζει.

Σύμφωνα με την ανάρτηση του αμερικανικού ανεξάρτητου ειδησεογραφικού ιστοτόπου axios.com, η πλατφόρμα δημοσίευσης, η οποία δεν έχει ακόμα ονομαστεί επίσημα, είναι δωρεάν προς χρήση και θα ενσωματωθεί στις σελίδες του Facebook. Οι ίδιες πηγές αναφέρουν πως η ενσωμάτωση αυτής της νέας πλατφόρμας στις σελίδες του Facebook θα επιτρέπει σε συγγραφείς, δημοσιογράφους και άλλους τύπους επαγγελματιών ειδικών να δημοσιεύουν μαζί με τα κείμενά τους επιπλέον περιεχόμενο, όπως βίντεο και ενημερώσεις κατάστασης στην ενότητα «Ιστορίες».

Σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, το Facebook σχεδιάζει να δημιουργήσει εργαλεία μέσα στην πλατφόρμα που θα επιτρέπουν στους συγγραφείς να δημιουργούν έσοδα από τους ιστοτόπους και τα ενημερωτικά δελτία τους με συνδρομές και ενδεχομένως και άλλες πηγές εσόδων. Η νέα αυτή πλατφόρμα έχει ως στόχο να βοηθήσει τους συγγραφείς να δημιουργήσουν τη δική τους κοινότητα από πιστούς και αφοσιωμένους αναγνώστες – ακροατές – θεατές. Αυτές οι κοινότητες θα είναι εκείνες που θα σχηματίζουν τις ανάλογες ομάδες για τα προϊόντα των συγγραφέων στο Facebook. Αυτές οι ομάδες κοινού πρόκειται να δίνουν στους συγγραφείς τα στοιχεία μετρήσεων σχετικά με τις επιδόσεις του περιεχομένου. Με απλά λόγια, πίσω από την τεχνολογική διευκόλυνση και υποδομή το Facebook θα αναπτύξει τους λογάριθμους που θα επιδράσουν στην ενημέρωση των χρηστών.

Συσσώρευση οπαδών

Και έρχεται η εύλογη απορία: είναι αυτό μια μορφή ανεξάρτητης και έγκυρης δημοσιογραφίας μέσα στο περιβάλλον του Διαδικτύου; Οι ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι και συγγραφείς έχουν αλλάξει υπόσταση. Στις μέρες μας μοιάζουν πλέον με οποιονδήποτε άλλο παραγωγό ψηφιακού περιεχομένου, ακόμη και με influencers, τις επιδραστικές προσωπικότητες του ψηφιακού κόσμου, που ακολουθούν τα χρήματα από πλατφόρμα σε πλατφόρμα. Η εξέλιξή τους αυτή τείνει να είναι μια ατελείωτη μετατόπιση με στόχο τη συνεχή συσσώρευση οπαδών και ακολούθων στην προσπάθειά τους να αυτοδημιουργήσουν έσοδα, με το βασικό προϊόν να είναι σχεδόν εξίσου σημαντικό με όλες τις άλλες παγίδες τού να είσαι ψηφιακή προσωπικότητα. Σύμφωνα με αυτούς τους όρους, οποιαδήποτε εταιρεία τεχνολογίας μπορεί να αρχίσει να φαίνεται σαν ένας φιλόξενος εταίρος, αν όχι ένας προνομιούχος θεσμός.

«Δημιουργοί»

Για μια εταιρεία που όπως το Facebook δηλώνει ότι δεν είναι εκδοτική, φαίνεται ότι είναι δύσκολο να μείνει μακριά από τον κλάδο των ειδήσεων και της ενημέρωσης. Σύμφωνα με το axios.com, το Facebook δοκιμάζει ένα εργαλείο για τους δημοσιογράφους για τη δημιουργία ιστοτόπων και ενημερωτικών δελτίων προκειμένου να βοηθήσει στην εξεύρεση τρόπων με τους οποίους μεμονωμένοι δημοσιογράφοι μπορούν να ευδοκιμήσουν ως «δημιουργοί», αλλά στην πραγματικότητα ανοίγει ευρύτερα αυτό το πρόγραμμα. Για να κατανοήσουμε το εγχείρημα αυτής της ανέλπιστης βοήθειας, η λέξη – κλειδί που χρησιμοποιεί ο γίγαντας των μέσων κοινωνικής δικτύωσης είναι «δημιουργός». Ούτε δημοσιογράφος, ούτε συγγραφέας. Ας σημειώσουμε επίσης ότι το LinkedIn και το Twitter, τα οποία νωρίτερα φέτος αγόρασαν μια πλατφόρμα ενημερωτικών δελτίων, τη Revue, έχουν παρόμοια σχέδια ανάπτυξης προσφέροντας είτε ποσοστά στους επαγγελματίες της γραφής είτε επιτρέποντας την πρακτική των συνδρομών για να κερδίσουν χρήματα από το έργο τους με τα ενημερωτικά δελτία (newsletters).

Το αμφιλεγόμενο Substack

Τελευταία ο κόσμος της ενημέρωσης έχει επικεντρωθεί στην αμφιλεγόμενη γοητεία του Substack. Την πλατφόρμα ενημερωτικών δελτίων που υποστηρίζεται από επιχειρηματικά κεφάλαια και έχει προσελκύσει μερικά από τα μεγάλα ονόματα της αμερικανικής δημοσιογραφίας, στα οποία μερικές φορές προσφέρονται μεγάλα ποσά αμοιβών. Πρόκειται για μια υπηρεσία που επιτρέπει στους επαγγελματίες της γραφής και των κειμένων να συντάσσουν, να επεξεργάζονται και να στέλνουν ενημερωτικά δελτία (newsletters) σε e-mail συνδρομητών. Οι επαγγελματίες συγγραφείς μπορούν να επιλέξουν εάν οι συνδρομές είναι δωρεάν ή πληρωμένες με ελάχιστη χρέωση πέντε δολάρια τον μήνα ή τριάντα δολάρια ετησίως, ενώ το Substack παίρνει το 10% όλων των εσόδων.

Σε αυτό το νέο πεδίο «ενημέρωσης» που ευημερεί στην Αμερική, οι πιο γνωστοί συγγραφείς που άλλοτε εργάζονταν ως αρθρογράφοι, σχολιαστές, δοκιμιογράφοι σε έντυπα και έγκυρες δημοσιογραφικές ιστοσελίδες δημιούργησαν τα δικά τους newsletters. Μάλιστα η φήμη του ονόματός τους ανεβάζει το κόστος συνδρομής στα δέκα δολάρια και το κοινό τούς ακολουθεί στο Substack. Το 2019, η Substack συγκέντρωσε χρηματοδότηση 15 εκατομμυρίων δολαρίων για να αναπτυχθεί πάνω σε ένα νέο μοντέλο: της «οικονομίας του δημιουργού» ή «οικονομίας του πάθους». Το Substack διαθέτει τα πάντα και καλύπτει ανησυχίες ενός ευρύτερου κοινού που αναζητά ανεξάρτητη ενημέρωση, αλλά «στα μέτρα» του, γραμμένη από μια έγκυρη υπογραφή.

Στην ποικιλία του, το Substack μοιάζει με την μπλογκόσφαιρα. Παράγεται από ένα μείγμα δημοσιογράφων καριέρας, μπλόγκερ, ειδικών, μυθιστοριογράφων, από χομπίστες και επαγγελματίες που επιδιώκουν να πουλήσουν τις προσωπικές τους μάρκες. Η εταιρεία προσπάθησε να προσλάβει συγγραφείς υψηλού προφίλ, προσφέροντας (σε λίγους επιλεγμένους) επιδόματα υγειονομικής περίθαλψης, τεχνολογικό εξοπλισμό και χρήματα για την πρόσληψη ελεύθερων επαγγελματιών συντακτών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η Substack έχει επίσης καταβάλει εξαψήφιες προκαταβολές, ενθαρρύνοντας τους συγγραφείς να παράγουν έργο χωρίς να τους προσλαμβάνουν για μόνιμη εργασία.

Το Substack αυτοσυστήνεται ως η «επανεφεύρεση των εκδοτικών οργανισμών», «η προσπάθεια οικοδόμησης μιας εναλλακτικής οικονομίας των μέσων ενημέρωσης που δίνει στους δημοσιογράφους αυτονομία». Με άλλα λόγια, το Substack διαφημίζεται ως «ένα καλύτερο μέλλον για την ενημέρωση» γράφοντας στην αρχική σελίδα του: «Πάρτε πίσω το μυαλό σας». Ομως είναι λίγα τα ενημερωτικά δελτία του Substack που δημοσιεύουν πρωτότυπα ρεπορτάζ. Η πλειοψηφία των newsletters προσφέρει προσωπική γραφή, κομμάτια γνώμης, έρευνα και αναλύσεις.

Λίγοι τυχεροί

Η ιστοσελίδα του New Republic που αναλύει τα χαρακτηριστικά του Substack και τη μελλοντική είσοδο του Facebook στην ενημέρωση εξηγεί ότι η πλειοψηφία αυτών των ανεξάρτητων συγγραφέων είναι λευκοί άνδρες που δίνουν περιεχόμενο σε θέματα τεχνολογίας, επιχειρήσεων, πολιτικής, συνδυάζοντας γνώσεις και ανάλυση με κάποια πρωταρχικά ρεπορτάζ. Σε αυτήν την πλατφόρμα μόνο λίγες δεκάδες θα είναι οι τυχεροί που θα εξοικονομήσουν το επίπεδο μιας άνετης διαβίωσης, ενώ για τους υπόλοιπους θα υπάρχουν μόνο μερικές πεντάρες. Ωστόσο αυτή η συνθήκη μάλλον μοιάζει με το κλίμα των συστημικών μέσων ενημέρωσης που αυτές οι εταιρείες ισχυρίζονται ότι διαταράσσουν.

Η συζήτηση που έχει ανοίξει δεν επιδιώκει τη διατήρηση per se των παραδοσιακών αιθουσών ειδήσεων, καθώς μέσα σε αυτές αναδύθηκαν πρόσφατα ιδιάζουσες υπαρξιακές ρωγμές εξαιτίας των περικοπών προσωπικού, των προϋπολογισμών λιτότητας ή της ρατσιστικής συμπεριφοράς.

Φανταστείτε λοιπόν το Facebook – με την καθοδηγούμενη από δεδομένα αντιδεοντολογική στάση του απέναντι στην εκδοτική παραγωγή, όπου όλα είναι πραγματικά απλά «περιεχόμενο» – να αποφασίζει να δώσει προσφορές σε μερικές από τις πιο δημοφιλείς προσωπικότητες των μέσων ενημέρωσης. Εάν το Facebook δημιουργήσει μια λειτουργία περιεχομένου, θα ήταν λογικό να εδραιωθούν οι επιχειρηματικοί δεσμοί με τις προσωπικότητες εκείνες όπως οι Μπεν Σαπίρο και Νταν Μπονγκίνο, των οποίων οι αναρτήσεις βρίθουν από μισητή παραπληροφόρηση και είναι συχνά οι πιο διαδεδομένες στο Facebook.

Η εταιρεία θα μπορούσε να καταπολεμήσει τις κατηγορίες για αντισυντηρητική προκατάληψη, εφόσον τείνει να καθιερωθεί ως πλατφόρμα ανοικτή στη «διαφορετικότητα» των απόψεων. Και λόγω του μεγέθους της, και οι ευκαιρίες προώθησης που η εταιρεία μπορεί να προσφέρει στις προσωπικότητες των μέσων ενημέρωσης θα ήταν μεγαλύτερες από αυτές που λαμβάνουν οι συνεργάτες του Substack. Αντί για μια εταιρεία ενημερωτικών δελτίων, το Facebook θα λειτουργούσε περισσότερο σαν καλωδιακό δίκτυο ειδήσεων ή όπως το YouTube, διαμορφώνοντας την οικονομική αξία της επόμενης γενιάς πολυπλατφορμικών αστέρων.

Ρωγμή

Τα μίντια έχουν να διαχειριστούν τα προβλήματά τους: τεχνολογική αναστάτωση, εργασιακές σχέσεις, πολιτισμικές διαμάχες, απώλεια αξιοπιστίας από την άνοδο συνωμοσιών, εξάρτηση από τα συστήματα διανομής των τεχνολογικών μονοπωλίων. Μέσα σε αυτό το κλίμα ο υποσχόμενος εκδημοκρατισμός της «δημοσιογραφίας των πολιτών» έχει ανοίξει τις πόρτες για μερικούς, αλλά, όπως πολλές προφητείες της ψηφιακής εποχής, δεν ήταν τόσο απελευθερωτικός. Τα επόμενα χρόνια, είναι πιθανό να δούμε μία ακόμη ρωγμή της δημοσιογραφίας, τόσο στον κλάδο όσο και στα χαρακτηριστικά του δημοσιογράφου. Μια ανάρτηση πολιτικού ειδήμονα στο Substack ή το Facebook μπορεί να καταλήξει να έχει περισσότερα κοινά με έναν χρήστη του Tik Tok από έναν δημοσιογράφο του περιοδικού «Τhe New Yorker». Στο άρθρο του στο New Republic o Τζέικομπ Σίλβερμαν καταλήγει στο συμπέρασμά του με κυνισμό: «Αλλά όλοι τους θα πρέπει να φάνε. Και στο αμυδρό δημοσιογραφικό μας μέλλον μπορεί να μην έχει σημασία ποιος υπογράφει τις επιταγές».