Το 1968 στο «Ψυχή στον πάγο» (στα ελληνικά από την Papyros Press, 1971) ο Ελντριτζ Κλίβερ, ηγετικό στέλεχος στους «Μαύρους Πάνθηρες», κατήγγειλε την ομοφυλοφιλία του μαύρου συγγραφέα Τζέιμς Μπόλντουιν και, σε ένα σημείο, παραδέχθηκε ότι θεωρούσε «επαναστατική πράξη» τον βιασμό λευκών γυναικών. Ηταν ακτιβιστής - έως εξτρεμιστής - και έκανε χρήση της υπέρτατης ελευθερίας που του έδινε η πρώτη Τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος.

Το βιβλίο έκτοτε πέρασε στη μυθολογία της αντικουλτούρας. Θα κυκλοφορούσε σήμερα κάτι παρόμοιο; Και πόσο γρήγορα θα έπαιρνε την πολυπόθητη σφραγίδα από κοινωνικά δίκτυα, ακτιβιστές και υπερασπιστές της κοινωνικής δικαιοσύνης;

Στην πραγματικότητα, οι πολιτισμικοί πόλεμοι στην εποχή μας ξεκινούν από αντίστροφη αφορμή. Την περασμένη εβδομάδα το Ιδρυμα Μπούκερ απομάκρυνε από τη θέση της επίτιμης αντιπροέδρου την Εμα Νίκολσον.Είχε προηγηθεί μια άτυπη καμπάνια από συγγραφείς  που θύμισαν ότι ως μέλος του Κοινοβουλίου η Νίκολσον δεν είχε ψηφίσει υπέρ του γάμου των ομόφυλων ζευγαριών το 2013.

Στην καμπάνια πρωτοστατούσαν ο συγγραφέας Ντέμιαν Μπαρ και ο ήδη κάτοχος του Μπούκερ, Μάρλον Τζέιμς («Η σύντομη ιστορία επτά φόνων»), οι οποίοι έκαναν λόγο για την «ομοφοβία» και τον «λόγο μίσους» της Νίκολσον.

Στην ανακοίνωσή του, πάντως, το Ιδρυμα πρόλαβε να θίξει το παράδοξο της υπόθεσης: ότι δηλαδή το απερχόμενο μέλος βάλλεται για μια θέση που δεν αφορούσε τη διαδικασία απονομής του βραβείου.

«Μετά την απομάκρυνσή της από το ΔΣ το 2009... έγινε επίτιμη αντιπρόεδρος, πόστο που δεν της επιτρέπει να έχει ρόλο στη διοίκηση ή τη λειτουργία του Ιδρύματος ή τα βραβεία».

Στις αρχές Ιουνίου ένα tweet της Τζ. Κ. Ρόουλινγκ, με το οποίο σχολίαζε ειρωνικά την περίφραση «άτομα με εμμηνόρροια» προκάλεσε αντιδράσεις από τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, αλλά και την αποχώρηση τεσσάρων συγγραφέων από το πρακτορείο Blair Partnership, που εκπροσωπεί τη δημιουργό του Χάρι Πότερ.

Σε κοινή τους ανακοίνωση οι Fisher, Davies, Jónsdóttir και ένας συνάδελφός τους που ήθελε να παραμείνει ανώνυμος ζήτησαν από το πρακτορείο να «επαναβεβαιώσει τη δέσμευσή του στα δικαιώματα και την ισότητα των τρανς».

Πριν από δύο χρόνια ήταν η «παραίτηση» του Ιαν Μπουρούμα από τη διεύθυνση του «New York Review of Books» που δημιούργησε σοκ στη λογοτεχνική κοινότητα. Αιτία, το εκτενές άρθρο του Τζιαν Γκομέσι (Jian Ghomeshi) «Reflections from a hashtag», που περιλαμβανόταν στην ύλη της επιθεώρησης. Ο τελευταίος ήταν ο δημοφιλέστερος παραγωγός του Κρατικού Ραδιοφώνου του Καναδά (CBC).

Το 2014 κατηγορήθηκε από πρώην σύντροφό του για βίαιη συμπεριφορά ενώ έκαναν σεξ. Αλλες 20 γυναίκες ακολούθησαν το παράδειγμα της κατηγόρου. Η διεύθυνση του ραδιοφώνου απέλυσε τον Γκομέσι, άρθρο του οποίου φιλοξενήθηκε στο «New York Review of Books» (11 Οκτωβρίου 2018).

Σε αυτό ο Γκομέσι κάνει την αυτοκριτική του, περιγράφει πώς η επιτυχία τον μετέτρεψε σε νάρκισσο και πώς η δικαστική περιπέτειά του λειτούργησε ως ένα βαθμό ως προσωπική κάθαρση. Περιέγραφε, επίσης, την κοινωνική του απομόνωση και τη σωρεία ρατσιστικών μηνυμάτων και απειλών κατά της ζωής του, από ανώνυμους χρήστες των κοινωνικών δικτύων.

Το πρωτοσέλιδο θέμα ενόχλησε πολλούς ακτιβιστές του κινήματος #MeToo και οπαδούς τους στα κοινωνικά δίκτυα. Ο εκδότης της επιθεώρησης, Ρία Χέντερμαν, τελικά υπέκυψε στο διαδικτυακό μπούλινγκ και απομάκρυνε τον Μπουρούμα.

«Κουλτούρα της ακύρωσης»

Η πολιτική ορθότητα δεν έχει εξαρχής πρόσημο: είναι ένας μηχανισμός αυτοπροστασίας του κοινωνικού συνόλου. Λειτουργεί απέναντι στην επέλαση της alt right ωμότητας. Δεν λειτουργεί όταν καταλήγει αστυνομία σκέψης.

Μπορεί να είναι το άλλο όνομα των συμβολισμών που παράγουν πολιτισμό μέσα στην κοινωνία. Δεν αλλάζει, όμως, την πραγματικότητα όταν μετονομάζει λέξεις. Δεν οδηγεί σε κάθαρση της Ιστορίας γκρεμίζοντας τα αγάλματά της.

Και σίγουρα δεν προασπίζεται τα δικαιώματα υπέρ των οποίων μάχεται όταν επιτίθεται στο δικαίωμα της έκφρασης. Αργά ή γρήγορα θα φτάναμε στο σημείο που πρέπει να εισαγάγουμε μία έννοια από τους πρώτους διδάξαντες του εξωτερικού: την «κουλτούρα της ακύρωσης» (cancel culture).

Στις μυλόπετρές της έχουν ήδη πέσει συγγραφείς και καλλιτέχνες που δεν έμαθαν να δουλεύουν με ποσόστωση διαφορετικότητας, μεταπολεμικές ταινίες που δεν πιάνουν τα στάνταρ του 2020, υπερήρωες που δεν διαθέτουν «πολιτισμική ενσυναίσθηση», ο αποδιοπομπαίος προφήτης Μισέλ Ουελμπέκ και, φυσικά, η Αυτού Αυτοσαρκαστικότητα, Γούντι Αλεν.

Στις περιπτώσεις των πολέμων που ξεκινούν δι' ασήμαντο τουΐτ οι προϋποθέσεις είναι πάνω κάτω ίδιες: ο δυτικός πολιτισμός είναι η επικράτεια του Κακού, μία αδιατάρακτη συνέχεια ρατσισμού, αποικιοκρατίας, δολοφονιών και βιασμών, οι λευκοί δυνατοί καταπιέζουν τα θύματα, όλα είναι πολιτικά - σε σημείο που ακυρώνεται η πολιτική παρέμβαση -, παντού υπάρχει μια υπερδομή που καταδιώκει «εμάς». Ο κόσμος χωρίζεται σε άσπρο και μαύρο, η ηθική περνάει στην πλευρά των «ηττημένων» ως ηθικολογία, οι αλήθειες είναι απόλυτες.

Τίποτε δεν βρίσκεται πιο μακριά από την τέχνη, τη λογοτεχνία και την ιστορία. Οταν προσπαθείς να πάρεις με το μέρος σου οπαδούς, η λογοτεχνία που εκφράζεις έχει μετατραπεί προ πολλού σε προσηλυτισμό. Οταν υποδεικνύεις σαν λόγο μίσους την άποψη του απέναντι, οι μάγισσες του Σάλεμ είναι ήδη εδώ.