Σφυρίζοντας από μακριά, σε μια ατμόσφαιρα πανζουρλισμού και αγωνίας, το εντυπωσιακό πλοίο «Begonia», έφτανε στο Port Phillip Bay της Μελβούρνης, σε ένα παράξενο ραντεβού με την Ιστορία. Μετέφερε 900 κοπέλες που είχαν αφήσει τις οικογένειές τους στην Ελλάδα, για να σμίξουν στην Αυστραλία με συζύγους που δεν είχαν ξανασυναντήσει ποτέ στη ζωή τους. Ηταν 16 Ιουνίου του 1957. Δίπλα σε ανθοδέσμες σφιγμένες από ιδρωμένα χέρια, εν μέσω φωτογραφιών που πάλλονταν στον αέρα, ανδρών που φώναζαν γυναικεία ονόματα ή σκαρφάλωναν στο πλοίο φωνάζοντας «παντρέψου με» στις κοπέλες που κατέβαιναν, στεκόταν ο Χαράλαμπος Κουρουκλίδης ένας άνδρας που είχε φύγει από το χωριό Δομένικο της Ελασσόνας σε ηλικία 20 ετών κυνηγώντας το όνειρο πέρα από τον ωκεανό.

Ο κ. Χαράλαμπος περίμενε την Ουρανία, την παλιά του συμμαθήτρια που είχε προηγουμένως ζητήσει σε γάμο στέλνοντάς της ένα γράμμα και μια φωτογραφία του τραβηγμένη στο Royal Exhibition Building όπως έκανε κάθε επίδοξος γαμπρός της εποχής. «Μία ημέρα νωρίτερα είχα τηλεφωνήσει στο λιμάνι για να ρωτήσω τι ώρα θα αρχίσει η αποβίβαση των γυναικών από την Ελλάδα», διηγείται ο Χαράλαμπος Κουρουκλίδης στα «ΝΕΑ». «Και μου είπαν ότι αυτό θα γίνει στις 10.30. Ηταν όμως λάθος η πληροφόρηση και η αποβίβαση ξεκίνησε στις οκτώ! Οταν λοιπόν έφτασα, η πρώτη κουβέντα της Ουρανίας προς τον γαμπρό, προς εμένα δηλαδή, ήταν "να σε βράσω τώρα που ήρθες!". Ετσι ξεκίνησε μια ιστορία ζωής», λέει γελώντας.

 

Το ταξίδι με τις 900 νύφες

Την πορεία εκείνων των γυναικών, που ταξίδεψαν ως νύφες και διασκορπίστηκαν στην Αυστραλία, αποφάσισε να αναζητήσει πριν από λίγα χρόνια, σχεδόν μισό αιώνα μετά την άφιξη του «Begonia», ένας έλληνας ομογενής από την Αδελαΐδα, ο συνταξιούχος εκπαιδευτικός Παναγιώτης Φωτάκης. Το «Begonia» είχε υπάρξει, άλλωστε, κομμάτι και της δικής του ζωής: Σε ηλικία οκτώ ετών μετανάστευσε με τη μητέρα του από τη Ρόδο στην Αυστραλία ταξιδεύοντας επί σχεδόν ένα μήνα μαζί με τις 900 νύφες που έκαναν το θρυλικό δρομολόγιο του «Begonia» το καλοκαίρι του 1957. Ο κ. Φωτάκης κατάφερε να ανακαλύψει πολλές από τις νύφες και να διοργανώσει μια συνάντηση επανένωσης όσων γυναικών βρίσκονταν ακόμη στην Αυστραλία. Πλέον έχει ξεκινήσει έρευνα για τους γαμπρούς του «Begonia», τους Ελληνες που ξεριζωμένοι από τον τόπο τους σε πολύ δύσκολα χρόνια θέλησαν να ξεκινήσουν μια καλύτερη ζωή έχοντας στο πλάι τους μια σύντροφο «από την πατρίδα».

Ενας από αυτούς είναι ο 87χρονος σήμερα Χαράλαμπος Κουρουκλίδης. «Εφυγα από την Ελλάδα τον Μάρτιο του 1953 όταν ήμουν σχεδόν 20 ετών. Εφυγα παίρνοντας μαζί μου μια μαξιλαροθήκη μέσα στην οποία είχε βάλει η μάνα μου τα λιγοστά υπάρχοντά μου. Σκοπός μου ήταν να αλλάξω ζωή. Δεν είχα πατέρα, τον είχαν σκοτώσει οι Γερμανοί και ασχολούμασταν με τα χωράφια για να ζήσουμε, με σιτάρια και καπνό. Υπήρχε μεγάλη φτώχεια. Θυμάμαι πως έλεγα στη μητέρα μου ότι θα πάω στην Αυστραλία για δύο τρία χρόνια, να μαζέψω λεφτά, και θα γυρίσω. Νομίζαμε ότι η Αυστραλία είναι λίγο έξω από την Ελλάδα! Τελικά είμαι ακόμη εδώ, 67 χρόνια μετά», διηγείται στα «ΝΕΑ» ο κ. Κουρουκλίδης ξετυλίγοντας το κουβάρι των αναμνήσεών του.

 

Η ζωή στη ξενιτιά

«Επιβιβάστηκα σε ένα γερμανοσουηδικό πλοίο και μετά από 27 μέρες ταξιδιού έφτασα στη Μελβούρνη. Ημασταν 65 Ελληνες στο καράβι, οι πρώτοι μετανάστες που πηγαίναμε επισήμως στην Αυστραλία, δηλαδή με έξοδα που είχε πληρώσει εξ ολόκληρου η αυστραλιανή κυβέρνηση. Μόλις φτάσαμε εκεί, μεγάλη υποδοχή μας περίμενε! Ο δεσπότης και εκπρόσωποι της ελληνικής κοινότητας είχαν καταφτάσει για να μας βγάλουν λόγους και να μας δώσουν συμβουλές. Στη συνέχεια μας έβαλαν κατευθείαν στο τρένο και μεταφερθήκαμε περίπου δυόμισι ώρες έξω από την Πολιτεία της Μελβούρνης σε ένα στρατόπεδο μεταναστών. Εκεί υπήρχαν άνθρωποι από όλες τις εθνικότητες, Ιταλοί, Γερμανοί, Βούλγαροι, ζούσαμε όμως χωριστά. Εφευγε ο καιρός και δουλειά δεν υπήρχε, ήμαστε μέσα στο στρατόπεδο…

Eίχε περάσει σχεδόν ένας χρόνος όταν μας μετέφεραν σε ένα άλλο στρατόπεδο στη Νότιο Ουαλία, περίπου 250 χιλιόμετρα έξω από το Σίδνεϊ, καθώς κατέφταναν οι νέες καραβιές ελλήνων μεταναστών και οι Αρχές δεν ήθελαν να έρθουμε σε επαφή μαζί τους. Φοβόντουσαν ότι θα ξεσπούσαν φασαρίες αν οι νεοφερμένοι διαπίστωναν ότι είμαστε εκεί τόσο καιρό χωρίς δουλειά», λέει ο κ. Κουρουκλίδης. «Εκεί, στην πόλη Orange όπου μεταφερθήκαμε μάθαμε κάποια στιγμή ότι υπήρχαν 40 οικογένειες Ελλήνων και τους αναζητήσαμε για βοήθεια. Πράγματι, όταν μας είδαν άρχισαν να ρωτούν πώς ζήσαμε τον πόλεμο στην Ελλάδα και μας έδωσαν από ένα ζευγάρι παπούτσια κι από ένα παλτό γιατί έκανε πάρα πολύ κρύο και λίγα χρήματα στα χέρια», συνεχίζει.

Η περιπλάνηση συνεχίστηκε. Αναζητώντας δουλειά και ακολουθώντας τη συμβουλή ενός γνωστού του, ομογενή, ο κ. Χαράλαμπος έφτασε στο Dubbo όπου εργάστηκε σε κουζίνες εστιατορίων, βοηθός λατζέρη σε μπιραρία και σε άλλες δουλειές βιώνοντας συχνά την εργασιακή εκμετάλλευση που υφίστανται οι μετανάστες. «Οπου έβρισκα καλύτερα, έπαιρνα τη μαξιλαροθήκη μου - με λίγα ρούχα και ένα ζευγάρι παπούτσια - και πήγαινα», λέει ο ίδιος. «Σιγά σιγά βελτιώθηκε η κατάσταση. Δούλεψα σε φυτείες ζαχαροκάλαμων που είχαν οι Ελληνες στο Μπρισμπέιν αλλά και στο Σίδνεϊ για έξι μήνες και εκεί μου πρότειναν νύφες για να με παντρέψουν. Ομως εγώ είχα στο μυαλό μου την Ουρανία…», εξηγεί. «Την είχα στο μυαλό μου από το σχολείο και παρότι δεν είχαμε μιλήσει ποτέ στο χωριό, την είχα συμπαθήσει.

Οταν ήμουν στο Δομένικο, δεν θα τολμούσα να τη ζητήσω γιατί ήμουν φτωχός, στην Αυστραλία όμως αλλάξανε τα πράγματα… Εστειλα, λοιπόν, ένα γράμμα στον πατέρα της μαζί με φωτογραφίες και του είπα "ζητώ την κόρη σου, αν θέλεις να μου τη δώσεις, στείλτην με τα ρούχα της δεν θέλω χρήματα ούτε κάτι άλλο". Οταν διάβασαν το γράμμα στο χωριό, η αδελφή της λιγοθύμησε που θα έχανε την Ουρανία! Ηταν πολύ όμορφη και πολύ έξυπνη. Ηρθε λοιπόν και παντρευτήκαμε. Είχαμε δικό μας μαγαζί όπου πουλούσαμε take away φαγητό και μέναμε από πάνω. Εκεί, μέσα στο μαγαζί, κάναμε και το πάρτι του γάμου. Ζήσαμε μαζί πολύ ωραία για 60 χρόνια, δημιουργήσαμε μια υπέροχη οικογένεια, δύο κόρες και εγγόνια και ακόμη δακρύζουν τα μάτια μου που πριν από μερικά χρόνια αρρώστησε και την έχασα», συμπληρώνει ο κ. Χαράλαμπος.

 

Κομμάτι της μεταναστευτικής ιστορίας

Μιλώντας στα «ΝΕΑ» για την προσπάθειά του να εντοπίσει τους γαμπρούς του «Begonia» και να καταγράψει την εμπειρία τους ο Παναγιώτης Φωτάκης εξηγεί πως η ιστορία αυτών των ζευγαριών αποτελεί, κατά τη γνώμη του, ένα σημαντικό κομμάτι της μεταναστευτικής ιστορίας των Ελλήνων στην Αυστραλία. «Εχουμε πολλές φορές ασχοληθεί με τις νύφες που στο κατάστρωμα του "Begonia" έκρυβαν τα όνειρα και την ελπίδα να συναντήσουν στην ξενιτιά τους μελλοντικούς συζύγους τους, αλλά θεώρησα ότι πλέον οφείλουμε να ερευνήσουμε και το άλλο εξίσου σπουδαίο κομμάτι που συμπληρώνει το παζλ», λέει ο κ. Φωτάκης.

«Θέλησα να φέρω στην επιφάνεια τις σκέψεις και τα συναισθήματα των νεαρών ανδρών που είχαν ήδη αναζητήσει ένα καλύτερο μέλλον στην ξενιτιά και έψαχναν να βρουν μια ελληνίδα νύφη για να δημιουργήσουν τη δική τους οικογένεια. Από τότε που ξεκινήσαμε την έρευνα συνειδητοποίησα επίσης πόσο σημαντική είναι αυτή η περίοδος, όχι μόνο ιστορικά αλλά και για τους ομογενείς της δεύτερης γενιάς που διψούν να μοιραστούν τις ιστορίες των γονιών τους», εξηγεί ο κ. Φωτάκης. Ο ίδιος έχει ήδη έρθει σε επαφή με κάποιους από τους γαμπρούς και συνεχίζει την έρευνά του, τα αποτελέσματα της οποίας θα προστεθούν σε παλαιότερο βιβλίο του για τις ελληνίδες νύφες της Αυστραλίας. Ενδιαφέρον για την έκδοση του νέου βιβλίου έχει δείξει και το ελληνικό προξενείο στη Μελβούρνη.

 

«Αρραβωνιασμένες με φωτογραφία»

Οι νύφες του «Begonia», κορίτσια ηλικίας 17-20 ετών, κάποια από τα οποία είχαν αποχωριστεί με σπαραγμό τις οικογένειές τους και έμελλε να μην τις ξαναδούν ποτέ χωρίζονταν σε τρεις κατηγορίες. «Περισσότερες από 250 ήταν ήδη «αρραβωνιασμένες με φωτογραφία» με κάποιον Ελληνα που ζούσε μόνιμα στην Αυστραλία, άλλες περίπου 350 έρχονταν με μια φωτογραφία στο χέρι για να γνωρίσουν τον γαμπρό και άλλες 300 έρχονταν ελεύθερες για να ξεκινήσουν τη ζωή τους κοντά σε συγγενείς. Ολες ζούσαν με την αγωνία αν ο άνθρωπος που άλλοι είχαν επιλέξει γι' αυτές θα ήταν καλός, νέος, δυνατός και όπως έδειχνε στη φωτογραφία την οποία έκρυβαν σαν φυλαχτό στο στέρνο τους», λέει ο κ. Φωτάκης και συμπληρώνει. «Σε εκείνο το ταξίδι του Begonia βρίσκονταν μόνο 33 άνδρες επιβάτες και λίγες οικογένειες, κυρίως μητέρες με μικρά παιδιά.

Οι αναμνήσεις είναι ανάμεικτες. Θυμάμαι ακόμα τα φύκια που βρίσκαμε μέσα στο νερό, όταν το πόσιμο είχε τελειώσει και το θαλάσσιο ήταν το μόνο διαθέσιμο νερό», διηγείται ο κ. Φωτάκης. «Οι κοπέλες ήταν απόμακρες και φιλικές συγχρόνως. Πολλές ήταν σχεδόν παιδιά, ορισμένες κυκλοφορούσαν με μια φωτογραφία στο χέρι, που την έδειχναν στις άλλες ή σε όποιον ενδιαφερόταν να δει τον "άντρα τους". Ομως, όσο πλησιάζαμε στο λιμάνι η διάθεσή τους άλλαζε, ήταν ανήσυχες, σχεδόν φοβισμένες», λέει ο ίδιος. «Εμείς είχαμε αγοράσει πλήρες εισιτήριο και μέναμε σε καμπίνα με ανέσεις. Ομως πολλές από αυτές ήταν κάτω από το κατάστρωμα, μέσα στη βουή και στη δυσοσμία, γεγονός που έκανε το ταξίδι τους ανυπόφορα μακρύ και δυσάρεστο. Κάποιες ανέβαιναν στο κατάστρωμα και για έναν μήνα κοιμούνταν εκεί… Ταξίδευαν με ένα εισιτήριο των 10 δολαρίων και με το ίδιο είχαν τη δυνατότητα να επιστρέψουν μέσα σε 30 ημέρες σε περίπτωση που κάτι πήγαινε στραβά…».