Το σύνθημα έπεσε τον Απρίλιο του 1966 από την εφημερίδα «Ημερήσια του Απελευθερωτικού Στρατού της Κίνας»: ήταν απαραίτητη μία «Πολιτιστική Επανάσταση» που θα νικούσε τις αναδυόμενες δυνάμεις του ρεβιζιονισμού. Ετσι, από το 1966 μέχρι το 1976, ένα από τα μεγαλύτερα και βιαιότερα κινήματα της σύγχρονης ιστορίας κατέκλυσε την αχανή Κίνα με έναν πραγματικό στόχο: να επιβάλλει οριστικά τον μαοϊσμό ως την απόλυτη ιδεολογία και πρακτική της εξουσίας. Ο Μάο ξεκίνησε την αντεπίθεση της Πολιτιστικής Επανάστασης τον Μάιο του 1966.

Η κατηγορία ήταν ότι οι αστικές δυνάμεις είχαν κερδίσει έδαφος μέσα στο κόμμα, την κυβέρνηση και το κράτος και ότι ο μόνος τρόπος για να απαλλαγεί η χώρα από την παλινόρθωσή τους θα ήταν η σκληρή ταξική σύγκρουση. Μια φράση του, πάντως, ήταν σαφής για τα αληθινά κίνητρά του: «χρειαζόμαστε κι άλλους πιθήκους για να πάρουμε το παλάτι». Ο Μάο ξεκίνησε από τους νέους, που συγκρότησαν τα πρώτα τάγματα ερυθροφρουρών, με μεγάλη ανταπόκριση στο κάλεσμά του. Σύντομα προστέθηκαν πολλοί περισσότεροι: εργάτες, στρατιώτες και αξιωματικοί, δημόσιοι υπάλληλοι, αγρότες και όλοι μαζί, υπό τις εντολές του μεγάλου αρχηγού, ξεκίνησαν εκτεταμένα πογκρόμ κατά των «αστών», υποτιθέμενων ή μη. Φυσικά, οι πρώτοι στόχοι ήταν οι αντίπαλοι του Μάο στο ίδιο του το κόμμα για την εκκαθάριση των οποίων έγιναν όλα αυτά.

Το κόκκινο βιβλιαράκι

Ο Μάο έπαιρνε τώρα την εκδίκησή του για τα γεγονότα του Φθινοπώρου 1965, όταν είχε δει την Κεντρική Επιτροπή του κόμματος να απορρίπτει σειρά από θέσεις του. Εφυγε τότε για τη Σαγκάη από όπου και οργάνωσε τη σύγκρουση με την ίδια του την κυβέρνηση. Η Κίνα γέμισε από άκρη σε άκρη με το Κόκκινο Βιβλιαράκι αλλά και με εφημερίδες τοίχου, πάνω στους οποίους ανταγωνίζονταν οι απόψεις των δύο αντιμαχομένων πλευρών. Αν και τυπικά ήταν μία «πολιτιστική» επανάσταση, μέσα στους κύριους στόχους της ήταν και όλες οι μορφές τέχνης που προέρχονταν από τη Δύση: η συμφωνική μουσική, η δυτική όπερα, το μπαλέτο, καθώς, φυσικά, και η δυτική σκέψη. Ακόμα περισσότερο, απαγορεύθηκε κάθε έργο τέχνης που δεν θα απεικόνιζε τον Μάο ή δεν θα μιλούσε, με θαυμασμό φυσικά, γι' αυτόν.

Στη Δύση, οι πληροφορίες έφταναν με σημαντική καθυστέρηση μηνών και συχνά αλλοιωμένες. Ακόμα και σήμερα δεν είναι βέβαιο το πόσοι ακριβώς πέθαναν, εξορίστηκαν ή φυλακίστηκαν εκείνα τα χρόνια - πάντως πρόκειται για εκατομμύρια. Οι ΗΠΑ και οι άλλες κύριες δυτικές χώρες προσπαθούσαν, μάλλον με αποτυχία, να αντιληφθούν τι ακριβώς συνέβαινε. Ουδέποτε όμως είχαν διάθεση να ενοχλήσουν για τα εσωτερικά της Κίνας, αρκεί αυτή να μην προσέγγιζε με την ΕΣΣΔ, που ήταν ο μεγάλος φόβος τους. Ο Μάο δεν τους δυσκόλεψε: ήταν σε διαρκή σύγκρουση με όλους τους σοβιετικούς ηγέτες, ενώ δέχθηκε τον Νίξον το 1972 στο Πεκίνο, όταν όμως πια είχε ξεμπερδέψει με τους αντιφρονούντες.

Η νίκη των ρεβιζιονιστών

Η «Επανάσταση» κράτησε επισήμως μέχρι το 1969, αλλά ανεπισήμως μέχρι το 1971. Αλλά στα τέλη της δεκαετίας του '70, δύο χρόνια μετά τον θάνατο του Μάο το 1976, όλα όσα είχε φέρει η «Πολιτιστική Επανάσταση» είχαν πλέον ξεριζωθεί. Ο Μάο είχε δίκιο: η προσπάθεια αστικοποίησης ήταν σε πλήρη εξέλιξη. Κατάφερε και την κατέστειλε, όμως εκείνη επιβίωσε τελικά του ίδιου. Μισό αιώνα αργότερα, οι τότε «ρεβιζιονιστές» και οι επίγονοί τους έχουν πια επικρατήσει κατά κράτος. Η Κίνα ελέγχει σήμερα δισεκατομμύρια αμερικανικού δημοσίου χρέους μέσα από ένα εμπορικό ισοζύγιο εντελώς άνισο ανάμεσα στις δύο χώρες, η εξισορρόπηση του οποίου έχει καταστεί ίσως το πιο κεντρικό θέμα της εποχής Τραμπ. Κύριο όπλο της είναι το πρωτοφανές μεικτό καπιταλιστικοκουμμουνιστικό σύστημα. Ταυτόχρονα, η Ευρώπη, με αιχμή τη Γερμανία, ζει με τη διαρκή αγωνία να εισέλθει στην εσωτερική αγορά της Κίνας, αλλά και να πετύχει να φέρει όσες περισσότερες κινεζικές επενδύσεις μπορεί στη Γηραιά Ηπειρο. Και, εν μέσω όλων αυτών, ο Μάο είναι πια ένα ισχυρό τουριστικό εμπορικό ICON της Κίνας στην Κόκκινη Πλατεία...