Η Χάνα Αρεντ, παρούσα στην δίκη του Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ (1962), κατοχύρωσε τον όρο «κοινοτοπία του κακού», προσδιορίζοντας ότι άνθρωποι ασήμαντοι, οι οποίοι εγκαταλείπουν τη δυνατότητά τους να σκεφτούν, πιστοί εκτελεστές των διαταγών που τους έχουν δοθεί, είναι ανίκανοι να αντιμετωπίσουν ηθικά διλήμματα και προβαίνουν σε αποτρόπαιες πράξεις δίχως να τρέφουν μίσος, δίχως την παραμικρή πιθανότητα να διακόψουν αυτή τη συμπεριφορά, όλο και πιο αδιάφοροι στη συσσώρευση των ανήκουστων συμφορών που προκαλούν. Το ελαφρυντικό ότι αυτές οι ασημαντότητες υπακούουν σε διαταγές, οπότε δεν έχουν αποκλειστική ευθύνη του εγκληματικού αποτελέσματος της δραστηριότητάς τους, εγείρει το ερώτημα πώς μπορεί κανείς να κατανοήσει το πλέγμα των κοινωνικών στοιχείων που συγκλίνουν στη συστηματοποίηση εθνοτικών, φυλετικών και θρησκευτικών γενοκτονιών και ολοκαυτωμάτων, το χειρότερο των οποίων παραμένει το Ολοκαύτωμα των Εβραίων κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν, στο βιβλίο του «Νεωτερικότητα και Ολοκαύτωμα» (2002), υποστηρίζει πως ο σύγχρονος ορθολογικός πολιτισμός ρέπει προς κάθε μορφής ακρότητες προκειμένου να εκμηδενίσει αντιπάλους και εχθρούς, κάνοντας χρήση προγραμματισμών στηριζόμενων στην τεχνολογική επάρκεια, στη διαθέσιμη χρηματοδότηση που προβλέπεται σε έναν προϋπολογισμό, στους αναγκαίους κατά περίπτωση ανθρώπινους πόρους. Τα σχετικά εγχειρίδια χρήσης, αποτυπώσεις προδιαγεγραμμένου ορθολογισμού, εξειδικεύονται συνεχώς και επιβραβεύουν τον εκπαιδευμένο χειριστή για τη σωστή εφαρμογή των προγραμματισμών που έχει αναλάβει. Τίποτα δεν αποκλείει ότι το εξ αποστάσεως και εκ του ασφαλούς πάτημα ενός κουμπιού για ορθολογική εξολόθρευση δεν είναι χειρονομία ενός ασήμαντου ανθρώπου, που δεν έχει κανένα λόγο να σκέφτεται, αφού το εγχειρίδιο χρήσης έχει σκεφτεί και αποφασίσει για λογαριασμό του. Η κοινοτοπία του κακού εξελίσσεται όλο και πιο απροκάλυπτα σε κοινοτοπία της κανονικότητας.

Εμπιστη συνεργάτις
Στην κοινοτοπία της κανονικότητας πέρασε η ζωή της Μπρουνχίλντε Πόμζελ, γραμματέως του Γκέμπελς, υπουργού Προπαγάνδας του χιτλερικού καθεστώτος. Η Μπρουνχίλντε, γεννημένη το 1911, πέθανε το 2017 σε ηλικία 106 ετών και είχε αρκετή πνευματική διαύγεια για να θυμηθεί τη διαδρομή του βίου της λίγο πριν την εκδημία της, προσθέτοντας έτσι μιαν επιπλέον μαρτυρία στην σωρεία εκείνων που υπηρέτησαν τους Ναζί, μια μαρτυρία στενογράφου - δακτυλογράφου, έμπιστου συνεργάτη, στην ομαλή λειτουργία του κεντρικότερου πυρήνα έκφρασης πολιτικής καταστολής και συνοδευτικής προπαγάνδας του ναζισμού. Η αφήγησή της χρωματίζεται από την εκ των υστέρων απορία ότι συνέβησαν όλα εκείνα τα αποτρόπαια που συνέβησαν, από την ανάμνηση μιας εποχής όπου ο χρόνος περνούσε δίχως εξάρσεις. Η μακροβιότητά της απωθούσε τα αφόρητα, τα οποία έφταναν πριν δεκαετίες στα αφτιά της ως ψίθυροι, ως διαταραχές, ως ειδήσεις πρωτάκουστες, που χάνονταν γρήγορα, καθώς η μια μέρα έφερνε την άλλη. Η επαγγελματική πειθαρχία, η ακεραιότητα, η ευσυνειδησία, η αναγνώριση αυτών των προτερημάτων της συγκροτούσαν έναν κώδικα σκέψης εντός της κυρίαρχης τότε σκέψης, ο οποίος δεν άφηνε περιθώρια ερωτημάτων και ανησυχιών.

Ολα γίνονταν σιωπηρά
Η Μπρουνχίλντε είχε εργοδότες Γερμανούς και Εβραίους, εργάστηκε στο Γερμανικό Θέατρο, στον Ραδιοφωνικό Οργανισμό του Γ' Ράιχ, παρακολούθησε από κοντά τη μεγαλοπρέπεια των Ολυμπιακών Αγώνων του 1936, «τέλος πάντων, η Γερμανία ήταν υπέροχη, τα πάντα λειτουργούσαν ρολόι» ώσπου «εξαφανίστηκαν τα πρώτα εβραϊκά καταστήματα» και ιδρύθηκαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τότε «σκεφτήκαμε ότι δεν ήθελαν να κλείσουν τους Εβραίους στη φυλακή, οπότε τους πήγαιναν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης για να αναμορφωθούν». Εκείνα τα χρόνια συστηματικής οργάνωσης και προετοιμασίας για την κήρυξη του πολέμου «τίποτα δεν ξέραμε. Ολα γίνονταν σιωπηρά και το σύστημα αυτό πέτυχε». Αλλά και κατά τη διάρκεια του πολέμου, όταν η Μπρουνχίλντε, χαρισματική στενογράφος και δακτυλογράφος στο επιτελείο του Γκέμπελς, βρισκόταν στον στενό πυρήνα του καθεστώτος, η καχυποψία μεταξύ συνεργατών, η αναπάντεχη εξαφάνιση κάποιου πιστού ώς τότε συναδέλφου, η απόρριψη κάθε είδους συζήτησης ακόμα και για τα πλέον καθημερινά θέματα δεν προκαλούσαν ανησυχία. Εξάλλου, ο κύριος Γκέμπελς ήταν ένας άνθρωπος ευγενής, εργατικός, καλός οικογενειάρχης, πατέρας έξι παιδιών, «δεν τον είχα δει ποτέ να χάνει την ψυχραιμία του, ήταν κουτσός, ήταν αδύνατο να κουκουλώσει αυτό το κουσούρι. Μπορεί να φορούσε το πιο κομψό κοστούμι, αλλά κούτσαινε. Τον έβλεπες και τον λυπόσουν κάπως. Και για να αντισταθμίσει όλα αυτά, είχε εκείνη την απίστευτη υπεροψία και αυτοπεποίθηση». Οταν όμως, στις 18 Φεβρουαρίου 1943, η Μπρουνχίλντε βρέθηκε στο Σπορ Παλάστ, δίπλα στον Γκέμπελς, ο οποίος εκφώνησε τον πασίγνωστο λόγο του ζητώντας από το ενθουσιώδες ακροατήριό του «ολοκληρωτικό πόλεμο» μετά την αποτυχία στο Στάλινγκραντ, εκείνος ο καταπληκτικός ηθοποιός, εκείνος ο σοβαρός άνθρωπος «μεταμορφωνόταν σε άγριο τραμπούκο. Ηταν αγνώριστος. Εκείνη τη στιγμή μού φάνηκε απαίσιος. Τρομακτικός. Αλλά μετά το απώθησα».

Σαπούνι και νερό
Μετά την είσοδο των Σοβιετικών στο Βερολίνο, η Μπρουνχίλντε συνελήφθη και οδηγήθηκε στο Μπούχενβαλντ. Πέρασε τέσσερα χρόνια εγκλεισμού και ομολογεί πως σε όλο αυτό το διάστημα καθάριζε πατάτες. Η υγεία της όμως και η σωματική της ακεραιότητα ήταν εξασφαλισμένες. Συχνά-πυκνά έκανε μπάνιο με ένα κομμάτι σαπούνι και με ζεστό νερό. «Μέχρι και σήμερα με αρρωσταίνει η σκέψη ότι στον ίδιο χώρο όπου εμείς χαιρόμαστε γιατί επιτέλους θα απολαμβάναμε το ζεστό νερό, χρησιμοποιούσαν οι ναζιστές τα ίδια ακριβώς πράγματα για να στέλνουν αέριο και να σκοτώνουν τους Εβραίους». Οταν αποφυλακίστηκε, επέστρεψε στη ραδιοφωνία και αφυπηρέτησε το 1971. Πέρασαν χρόνια για να σκεφτεί και να αποφασίσει να ερευνήσει ποια ήταν η τύχη της καλής της φίλης Λέβενταλ, Εβραίας, φτωχής, έξυπνης, και να εκπλαγεί βρίσκοντας με δυσκολία το όνομά της στους απέραντους καταλόγους των θυμάτων του Αουσβιτς. Πέρασαν και άλλα χρόνια για να ομολογήσει τον έρωτα της ζωής της, την αγάπη της για έναν Εβραίο, που είχε φροντίσει εγκαίρως να φύγει στην Ολλανδία, ο οποίος την συμβούλευε να μην τον επισκέπτεται τακτικά ταξιδεύοντας στο Αμστερνταμ, φοβούμενος ότι εκείνη κινδύνευε.

Θορ Χάνσεν
«Εξηγεί την αδιαφορία της με τον νεανικό εγωισμό της»
Στο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Μονάχου προβλήθηκε το 2016 το ντοκιμαντέρ «Ενας γερμανικός βίος», στηριγμένο σε τριάντα ωρών κινηματογραφημένες συνομιλίες των σκηνοθετών Olaf Müller και Florian Weigensamer με την Μπρουνχίλντε Πόμζελ. Μικρό μέρος του ντοκιμαντέρ είναι διαθέσιμο στο Διαδίκτυο και στον βαθμό που μια εικόνα αντιστοιχεί σε πολλές λέξεις ο φιλοπερίεργος θα έχει την καθηλωτική αίσθηση του άρρητου. Θα έχει το περίγραμμα και την ουσία της κοινοτοπίας της κανονικότητας.
Η έκδοση στα ελληνικά της αφήγησης της Μπρουνχίλντε στηρίζεται σε όσα αναφέρει η ίδια στο ντοκιμαντέρ. Στις 253 σελίδες του κειμένου ο λόγος της γραμματέως του Γκέμπελς καλύπτει το ήμισυ του βιβλίου. Το δεύτερο ήμισυ είναι ο επίλογος του Θορ Ντ. Χάνσεν γερμανού πολιτικού αναλυτή και συγγραφέα, δημοσιογράφου και συμβούλου επικοινωνίας, ο οποίος από τις πρώτες κιόλας λέξεις έχει αποφασίσει τελεσίδικα ποια ήταν η Μπρουνχίλντε και τι μας διδάσκει για το παρόν: «Η Μπρουνχίλντε Πόμζελ παραδέχεται τον οπορτουνισμό της πιο ανοιχτά από οποιονδήποτε άλλο σύγχρονο του ναζιστικού καθεστώτος. Προβάλλει το προσωπικό της όφελος και τον νεανικό εγωισμό ως εξήγηση για την αδιαφορία της απέναντι στην πολιτική και για τον μετέπειτα ρόλο της στον μηχανισμό του εθνικοσοσιαλισμού». Αν ο σχολιασμός της μαρτυρίας μιας γραμματέως του Γκέμπελς έχει εξαρχής τέτοιες διαστάσεις, δεν ωφελείται η Ιστορία και, πολύ χειρότερα, στερείται ο αναγνώστης της ελευθερίας του να αποφασίσει κατ' ιδίαν τι αποκόμισε από το κείμενο. Ο Χάνσεν παρασύρεται, θα υποθέσουμε, από την κοινοτοπία του κακού, απρόσεκτος στην κοινοτοπία της κανονικότητας. Αλλο ο κανόνας που τιμωρεί την εξαίρεση (Αϊχμαν) και άλλο ο κανόνας που την προετοιμάζει. Η καταδίκη δεν μπορεί να είναι ίδια για τις δύο αυτές κατευθύνσεις. Ο Αϊχμαν είναι απεχθής, η Μπρουνχίλντε δεν είναι. Μπορεί κιόλας να είναι συμπαθής τόσο κανονική.

Brunhilde Pomsel, 
Thore D. Hansen
Δεν θέλαμε να ξέρουμε
Μτφ.: Λένια Μαζαράκη
Εκδ. Μεταίχμιο, 2017, σελ. 253
Τιμή: 15,50 ευρώ