«Εχω ένα καινούργιο αναισθητικό, θες να το δοκιμάσουμε; Οποια ξυπνήσει πρώτη, κερδίζει» ρωτούσε την αδελφή της, σε μια σκηνή του «Κυνόδοντα». Σύμφωνοι, κακή στιγμή για αναζητήσεις τραγικών ειρωνειών, η Μαίρη Τσώνη όμως είχε μια δημιουργική πορεία που εκ των υστέρων σαν να μην τις απέκλειε ακριβώς. Δυσεύρετο και τελικά ανολοκλήρωτο ταλέντο, μεγάλωσε στη Λιβαδειά και τα Χανιά, πρωτοασχολήθηκε με τον χορό σε ηλικία τεσσάρων ετών και αφού πέρασε από το φυτώριο της Κρατικής Σχολής Ορχηστικής Τέχνης και τη σχολή Musical Theater Dance Attic του Λονδίνου, έστησε τους Mary and the Boy: το αταξινόμητο ντουέτο πυροδότησε μια ολόκληρη νέα γενιά μουσικών, ανικανοποίητων από τις τρέχουσες φόρμες. Η πρώτη της επαφή με το σινεμά ήταν το «Κακό» του Γιώργου Νούσια, ενώ ακολούθησαν τα «Artherapy» του Νίκου Περάκη και «Τα οπωροφόρα της Αθήνας» του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Στο θέατρο συμμετείχε στα «Ημερολόγια του Νιζίνσκι» του Κώστα Τσιούκα, ενώ είχε συνεργαστεί και με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό. Για εκείνον τον ρόλο τής «παθητικής κόρης» στον «Κυνόδοντα» είχε δηλώσει ότι δεν ήταν κοντά στη δική της πραγματικότητα. Η οποία, για αδιευκρίνιστους λόγους, τερματίστηκε χτες, έχοντας διαρκέσει μόλις τριάντα χρόνια.