Το άκουσμά τους και μόνο είναι αρκετό για να φέρει στον νου τις Κυκλάδες. Επίθετα φορτωμένα με το άρωμα του Αιγαίου που οι περισσότεροι συναντούμε στις ταυτότητες φίλων με καταγωγή από τα νησιά: Σιγάλας, Δακορώνιας, Γκίζης, Γαβράς, Γαβαλάς, Δαρζέντας…

Πόσοι όμως γνωρίζουν τις ιστορίες αιώνων που κουβαλούν τα επώνυμα αυτά; Πόσες πληροφορίες μπορεί να κρύβουν για την εποχή, την κοινωνική θέση και την οικονομική κατάσταση των κατόχων τους, αλλά ακόμη και για την Ιστορία; Οι απαντήσεις κρέμονται ως λαλούντες καρποί από τα γενεαλογικά τους δέντρα που έχουν τις ρίζες τους στον Μεσαίωνα και έχουν ανθίσει στη Σαντορίνη. Κι ο ιστορικός ερευνητής Γιάννης Κηπουρός τούς τρύγησε, αφού αφιέρωσε πολύ χρόνο στο αρχείο της Καθολικής Επισκοπής του νησιού και στα 176 γενεαλογικά δέντρα που έχει διασώσει. Αριθμός μοναδικός σε πλήθος για τα ελληνικά αρχειακά δεδομένα, όπως σημειώνει στον πρόλογο της έκδοσης ο φιλόλογος – παλαιογράφος Αγαμέμνων Τσελίκας, και υλικό που αφορά όχι μόνο τους Σαντορινιούς, σύμφωνα με τον προϊστάμενο του Ιστορικού και Παλαιογραφικού Αρχείου του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης, αφού «θα βρουν πολύτιμες πληροφορίες για τους προγόνους τους, αλλά και πολλούς ιστορικούς και ιστοριοδίφες, καλοπροαίρετους και κακοπροαίρετους περίεργους, καθώς θα βρουν πολλά στοιχεία για να εξιχνιάσουν καταστάσεις, να λύσουν απορίες και αφορμές για παραπέρα έρευνα».

Τι μπορεί να διαβάσει κάποιος λοιπόν στα καλλιγραφικά σχεδιασμένα σε φύλλα μεγάλου μεγέθους, όπου τα δέντρα είναι σχεδιασμένα είτε με καστανόχρωμη μελάνη είτε με κόκκινη, βαθυγάλαζη, κίτρινη και πράσινη κι αρκετά εκ των οποίων έχουν αντιγραφεί στα μέσα του 19ου αι. από τον καθολικό ιερέα Αντώνιο Φραντζέσκο Μαρία Μυράτ; «Εναν ονοματολογικό θησαυρό» επισημαίνει ο συγγραφέας. «Τα επώνυμα, στην πλειονότητά τους κατάλοιπα δυτικών εποικισμών, αποκαλύπτουν το ενδιαφέρον των ξένων για το νησί της Σαντορίνης. Αλλα πάλι έλκουν την καταγωγή τους από το Βυζάντιο και μαζί με τα πρώτα συνθέτουν την εικόνα μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας. Βενετοί, Φλωρεντινοί, Πιζάνοι, Σιενέζοι, Βερονέζοι κι άλλοι κινούνται στο Αιγαίο κι αναπτύσσουν εμπορική δραστηριότητα» συνεχίζει ο ερευνητής που εντόπισε οικογένειες από τη Γαλλία και την Προβηγκία, την Ιταλική και την Ιβηρική Χερσόνησο, την Αυστρία και την Πορτογαλία, την Κύπρο, τη Θεσσαλονίκη και τη Χίο μεταξύ άλλων.

Κι έτσι μαθαίνουμε ότι οι Μπαρμπαρίγοι της Σαντορίνης είχαν συνδέσει το όνομά τους με την ιστορία της Βενετίας, αν και έλκουν την καταγωγή τους από την Ιστρια. Δύο από τα μέλη της οικογένειας μάλιστα ανήλθαν στο ύπατο αξίωμα του δόγη και άλλο ένα υπήρξε ελληνόρυθμος καθολικός ιερέας, γεννημένος το 1580, γνωστός για τη φιλενωτική του δράση.

Από τη Γένοβα κι όχι από την Ισπανία κατάγονται οι Σιγαλαίοι. Οι Γύζηδες, γνωστοί ως ηγεμόνες της Τήνου και της Μυκόνου, εμφανίζονται στη Σαντορίνη το 1548, ενώ το γενεαλογικό δέντρο που σώζεται ξεκινά από το 1697 – άλλα μέλη του γίνονται ορθόδοξα, άλλα παραμένουν καθολικά. Οσο για τους Συρίγους; Κατάγονταν από τη Βενετία και διασώζονται στο νησί 19 γενεαλογικά δέντρα με το όνομά τους, με παλαιότερο εκείνο του 1580. Τα μέλη της οικογένειας, δε, φαίνεται πως είχαν εξέχουσα θέση στην κοινωνία καθώς αναφέρονται ως εκλαμπρότατοι ή μεγαλειότατοι, αλλά κι ως καπετάνιοι, τίτλος που δεν έχει σχέση με τη θάλασσα αλλά δηλώνει τον επικεφαλής της κοινότητας με διοικητικές αρμοδιότητες.

Η ισπανική Κορούνια φαίνεται ως πιθανότερος τόπος καταγωγής των Δακαρόνια. Οσο για τους Γαβαλάδες με την ενεργό συμμετοχή στην καθημερινή ζωή του νησιού, όπως αποδεικνύουν τα σωζόμενα έγγραφα; Η απώτερη καταγωγή τους βρίσκεται στο Βυζάντιο, καθώς εκεί οι Γαβαλάδες σταδιοδρόμησαν ως ύπατα στελέχη του στόλου, ενώ μετά το 1204 ο Λέων Γαβαλάς ανέλαβε τον έλεγχο της Ρόδου. Στην «Αλεξιάδα» της Αννας Κομνηνής – το ιστορικό, βιογραφικό έργο αφιερωμένο στον πατέρα της – αναφέρονται αρκετοί Γαβράδες. Ενας μάλιστα εξ αυτών αναδείχθηκε σε ημιαυτόνομο διοικητή της Τραπεζούντας, ενώ κάποιοι άλλοι πήραν τίτλους όπως του πατρικίου και του στρατηγού.

Βυζαντινή φαίνεται να είναι η καταγωγή και των Δαρζέντηδων. Κατάγονται από την οικογένεια των Αργυρών (argentum = άργυρος), αλλά αφού μετοίκησαν στο Μπάρι τον 10ο αι. και επέστρεψαν στην Ελλάδα εκστρατεύοντας μαζί με τους Νορμανδούς ξέχασαν τη βυζαντινή τους καταγωγή. Στη Σαντορίνη εμφανίζονται ήδη από τον 14ο αι. ως δυνάστες του κάστρου της Οίας κι ήταν τόσο σπουδαίοι ώστε οι τούρκοι πειρατές ζήτησαν ένα υπέρογκο ποσό ως λύτρα όταν απήγαγαν δύο μέλη της οικογένειας το 1577.

Για το ευρύ κοινό

Πλούσιο φωτογραφικό υλικό εγγράφων και οικοσήμων

Η ιδιαίτερη μελέτη που επιχειρεί να κάνει το αρχειακό υλικό προσιτό στο ευρύ κοινό και να το εξοικειώσει με τις επιστήμες της Γενεαλογίας και της Εραλδικής κοσμείται με γκραβούρες που προέρχονται από τη συλλογή του εκδότη της Δημήτρη Τσίτουρα, η οποία φέρει τον τίτλο «Η Σαντορίνη, όπως την είδαν οι ευρωπαίοι περιηγητές από τον 15ο έως τον 19ο αι.».

Υλικό που συμπίπτει χρονικά με τα γενεαλογικά δέντρα που παρουσιάζονται στο βιβλίο, ενώ πέραν των περιγραφών των εγγράφων –τα οποία παρουσιάζονται και στηναυθεντική τους μορφή –ένας ψηφιακός δίσκος συνοδεύει το βιβλίο με τις μεταγραφές των γενεαλογικών δέντρων, πλούσιο φωτογραφικό υλικό των εγγράφων και των οικοσήμων.

Γιάννης Δ. Κηπουρός

Δεσμοί

αίματος και

εξ αγχιστείας

Συγγένειες στο Αιγαίο, 14ος-20ός αι.

Εκδ. Αρχείο Θηραϊκών Μελετών, Συλλογή Δημήτρη Τσίτουρα, 2016, σελ. 548, τιμή: 35 ευρώ

Διάθεση: Σκουφά 10, τηλ. 210-3622.326