«Μα είναι δυνατόν να μην παίζονται επιθεωρήσεις στην Αθήνα; Τώρα με τα Μνημόνια και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο; Με αυτή την πολιτική κατάσταση; Και τι παίζουν το Ακροπόλ, το Βέμπο και το Παρκ;». Πώς να εξηγήσεις στη θεία από τον Καναδά που έχει πάνω από μία δεκαετία να επιστρέψει στα πάτρια πως εκείνο το γεμάτο λάμψη, αλλά και καυστικά σχόλια θεατρικό είδος, που συγκέντρωνε τα μεγαλύτερα ονόματα επί σκηνής, γεννούσε ατάκες που άφηναν εποχή και τραγούδια τα οποία ώς σήμερα είναι επιτυχίες, δημιουργούσε ουρές στα ταμεία και απαιτούσε γερό φιλοδώρημα στον ταμία για μια καλή θέση στην πλατεία, πνέει τα λοίσθια; Και πώς να το δικαιολογήσεις όταν μια ματιά μόνο στους τίτλους των εφημερίδων θα αρκούσε για να γραφτούν νούμερα για τις επιθεωρήσεις μιας ολόκληρης σεζόν, όταν το θέατρο παρά την κρίση γνωρίζει άνθηση και όταν μερικές μόνο πινελιές επικαιρότητας που παρεισφρέουν στις αριστοφανικές κωμωδίες προκαλούν τόσο γέλιο και χειροκρότημα, που μαρτυρούν τη δίψα των θεατών για τον από σκηνής σχολιασμό όσων συμβαίνουν στην άλλη σκηνή, την πολιτική;
Ακριβή μου παραγωγή
Τι συμβαίνει λοιπόν και σε μια εποχή που λογικά θα έπρεπε να ανθεί η επιθεώρηση, εκείνη έχει σχεδόν εξαφανιστεί και τα θέατρα που κάποτε τη φιλοξενούσαν έχουν συχνά σβηστές τις μαρκίζες τους; «Μπορεί οι ηθοποιοί να θέλουν, αλλά υπάρχουν παραγωγοί να επενδύσουν;» είναι το ερώτημα που θέτει ένας από τους τελευταίους υποστηρικτές της επιθεώρησης, ο Μάρκος Σεφερλής, που λειτουργεί ως παραγωγός, συγγραφέας, σκηνοθέτης και ηθοποιός στις παραστάσεις που ανεβάζει, όπως αυτή που προ ημερών έκανε πρεμιέρα στο Δελφινάριο υπό τον τίτλο «Αγάπη μόνο». «Είναι πολύ δύσκολο είδος ερμηνευτικά και πολύ ακριβό, καθώς απαιτούνται εντυπωσιακά σκηνικά, πολλά κοστούμια, μπαλέτο. Και τα κείμενα πρέπει επίσης να είναι εύστοχα και να αλλάζουν ανά πάσα στιγμή. Δεν υπάρχουν όμως πλέον συγγραφείς και ο ηθοποιός φοβάται να εκτεθεί με ένα κείμενο που δεν είναι αστείο διότι ξέρει ότι θα τον καταπιεί η σκηνή».
«Είναι πολλοί παράγοντες που δεν ευνοούν την επιθεώρηση» εξηγεί ο κριτικός θεάτρου και φιλόλογος Κώστας Γεωργουσόπουλος. Και πέραν του υψηλού κόστους, που επισημάνθηκε ήδη, και της έλλειψης συγγραφέων –«δεν ήταν θεατρικοί συγγραφείς εκείνοι που έγραφαν τα νούμερα της επιθεώρησης, αλλά δημοσιογράφοι όπως ο Σακελλάριος ή ο Πρετεντέρης» όπως αναφέρει -, σημαντικός είναι και ο ρόλος της μικρής οθόνης για παράδειγμα: «Η τηλεόραση τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια της επιθεώρησης καθώς προλαβαίνει την είδηση και τον σχολιασμό της. Δεν προλαβαίνει να κάνει νούμερο η επιθεώρηση τα “νούμερα” της τηλεόρασης. Για να επιβιώσει έπρεπε να αλλάξει ύφος, να γίνει κριτική των ηθών για παράδειγμα, κάτι που δεν συνέβη. Βασικό ρόλο παίζει ότι δεν υπάρχουν πλέον κι οι μεγάλοι εκείνοι ηθοποιοί που έρχονταν από το πουθενά, αυτοδίδακτοι και καταξιώνονταν πάνω στη σκηνή, ενώ παράλληλα δεν διδάσκεται στις δραματικές σχολές η επιθεώρηση. Και βεβαίως επηρέασε την πορεία της και η βωμολοχία που υιοθετήθηκε τα τελευταία χρόνια κι απομάκρυνε τον κόσμο από αυτό το κατεξοχήν οικογενειακό θέαμα» παρατηρεί κι επισημαίνει ότι η επιθεώρηση αποτελεί ένα υβρίδιο, ένα νεοελληνικό γέννημα, που δεν υπάρχει αλλού στον κόσμο.
Η Αριστερά που πληγώνει
Μια άλλη διάσταση, περισσότερο ιδεολογική, δίνει στην εξαφάνιση σχεδόν της επιθεώρησης η ηθοποιός και συγγραφέας με μεγάλη πείρα στον συγκεκριμένο χώρο Αννα Παναγιωτοπούλου. «Οσο κι αν η κατάσταση είναι δύσκολη, επειδή η δική μου η γενιά και οι δικοί μου οι φίλοι βλέπαμε τα πράγματα πάντα από αριστερή οπτική, δεν είναι εύκολο να μιλήσω για όλο αυτό που περνάμε και για το οποίο σε τεράστιο βαθμό φταίει ένα αριστερό κόμμα. Προσωπικά μιλώντας δεν μου είναι εύκολο να το χτυπήσω. Δεν μπορώ να τα βάλω με μια παράταξη που μπορεί να με έχει απογοητεύσει σε έναν βαθμό, όπως έχει απογοητεύσει όλο τον κόσμο. Δεν μπορώ να μη σέβομαι την Αριστερά, παρόλο που δεν ήμουν ποτέ ένα στρατευμένο άτομο, αλλά αυτή είναι η ιδεολογία μου. Πιο πολύ με πληγώνει παρά με κάνει να γελάω κι αισθάνομαι ασυνεπής απέναντι στον εαυτό μου. Οσες φορές μου έχει ζητηθεί τα δύο τελευταία χρόνια να γράψω κείμενο επιθεώρησης, έρχομαι σε πολύ δύσκολη θέση. Δεν θέλω να το κάνω» μας λέει η ηθοποιός, η οποία έχει όχι μόνο υπογράψει και πλήθος επιθεωρησιακών κειμένων, αλλά ήταν κι από τους πρωτεργάτες του Ελεύθερου Θεάτρου, της νεανικής εκείνης παρέας με τους Σταμάτη Φασουλή, Μίμη Χρυσομάλλη, Μίρκα Παπακωνσταντίνου μεταξύ άλλων, που τόλμησαν εν μέσω δικτατορίας να πουν τα πράγματα με το όνομά τους στην παράσταση «…και συ χτενίζεσαι» στο Αλσος Παγκρατίου, η οποία σημαίνει την αρχή του Ελεύθερου Θεάτρου που έδωσε νέα πνοή στην επιθεώρηση.
Και αποκαλύπτει μια ακόμη παράμετρο που κρατά το συγκεκριμένο είδος σε χαμηλή πτήση, μακριά από τις ημέρες δόξας του παρελθόντος. «Οι επιχειρηματίες ενδιαφέρονται. Εχω δεχθεί προτάσεις τα τελευταία χρόνια να γράψω κείμενα, αλλά ήταν πολύ δύσκολο να γίνει θίασος. Είναι ένα μυστήριο στην ελληνική πραγματικότητα. Σε μια περίοδο μεγάλης φτώχειας και ανεργίας το 90% είναι κλεισμένο αυτή τη στιγμή. Υπάρχει πρόβλημα. Είναι εντυπωσιακό. Πολλοί γύρω μου έχουν πρόβλημα να φτιάξουν θίασο, όχι μόνο για επιθεώρηση. Κι αυτό είναι καλό από μια μεριά».
Ο παράγων Αριστοφάνης
Μήπως οι οικονομικοί λόγοι που έχουν βάλει φρένο στους παραγωγούς και δεν ανεβάζουν πλέον επιθεωρήσεις έχουν ωθήσει τους δημιουργούς να διοχετεύουν την ανάγκη τους για σχολιασμό από σκηνής της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας μέσω άλλων δρόμων και κυρίως μέσω των αριστοφανικών κειμένων; Διότι πώς να εξηγήσει κάποιος την περσινή εμφάνιση του Γιάννη Μπέζου στις «Εκκλησιάζουσες» ως Ζωή Κωνσταντοπούλου ή τη φετινή του Γιώργου Κιμούλη στον Πλούτο ως Κριστίν Λαγκάρντ, για να δούμε μόνο δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις, χωρίς να συμπεριλάβουμε τις προσθήκες επικαιρότητας που γίνονται κατά κόρον στα κείμενα του αρχαίου σατιρικού συγγραφέα; «Η επιθεώρηση σαφώς άντλησε από τον Αριστοφάνη, διότι ο αρχαίος κωμικός ποιητής έχει δύο δομικά στοιχεία. Στο ένα αναπτύσσει το θέμα του και στο δεύτερο γίνεται παρέλαση από διάφορα νούμερα. Αυτό τροφοδότησε την επιθεώρηση. Γι’ αυτό σήμερα οι ηθοποιοί βρίσκουν πρότυπα από την επιθεώρηση για να ερμηνεύσουν τον Αριστοφάνη» επισημαίνει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος. Με την άποψη αυτή συντάσσεται και ο έμπειρος ηθοποιός στην επιθεώρηση Στάθης Ψάλτης, που ετοιμάζεται για περιοδεία με την παράσταση «Δεν έχουν Τσίπρα πάνω τους». «Ο Αριστοφάνης είναι μια μορφή επιθεώρησης και ειδικά τα ιντερμέδια των έργων του έχουν σαφώς χαρακτήρα επιθεωρησιακό. Αυτή τη διάσταση δεν έχει η γριά που εμφανίζεται ξαφνικά στον “Πλούτο” να ψάχνει το τεκνό της;».
Διαφορετική άποψη ωστόσο διατυπώνει ο Γιάννης Κακλέας, που έχει σκηνοθετήσει πέντε αριστοφανικές κωμωδίες ώς τώρα. «Ο Αριστοφάνης δεν είναι επιθεώρηση. Τον βιάζουν προσθέτοντάς του στοιχεία επικαιρότητας κι αυτό με θυμώνει ιδιαίτερα. Ας το κάνουν και στον Ευριπίδη ή ας πουν ότι ο Κρέων είναι ο Γιούνκερ. Δεν τολμούν. Βλέπουν όμως τον Αριστοφάνη ως ελεύθερο οικόπεδο που μπορεί οποιοσδήποτε να κατασκηνώσει μέσα. Ο Αριστοφάνης όμως τους ξερνάει διότι είναι μεγάλος σατιρικός ποιητής». Η «συνάντηση» επιθεώρησης και Αριστοφάνη, σύμφωνα με την Αννα Παναγιωτοπούλου, δεν οφείλεται στην οικονομική κρίση καθώς, όπως λέει, «ο Αριστοφάνης κι η αττική κωμωδία εν γένει είναι εξίσου ακριβό είδος, ίσως και πιο ακριβό από την επιθεώρηση. Δεν μπορείς να την ξεπετάξεις» εκτιμά. «Κι άλλωστε δεν γίνεται να υποκατασταθεί η επιθεώρηση με τον Αριστοφάνη. Δεν βλέπω σχέση ανάμεσα στα δύο».
Φινέτσα και χιούμορ
Ολοι οι παράγοντες που λειτουργούν ανασταλτικά για την παρουσία της επιθεώρησης στα θεατρικά δρώμενα σημαίνουν ότι πλέον πρέπει να θεωρούμε παρελθόν το είδος που άφησε πίσω του την ιστορική «Οδό Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι, την «Ομορφη Πόλη» του Μίκη Θεοδωράκη και την «Πόλη Μαγική», την επιθεώρηση όπου οι δύο συνθέτες μοιράστηκαν για μία και μοναδική φορά την ίδια σκηνή; «Πιστεύω ότι πρόκειται για ένα σύντομο διάλειμμα κι ότι θα ξαναγεννηθεί στα ελληνικά θέατρα» υποστηρίζει ο Στάθης Ψάλτης. Αντίθετη άποψη ωστόσο διατυπώνει ο Γιάννης Κακλέας. «Εχει εκλείψει ως είδος. Θα ανήκει στην κατηγορία των πραγμάτων που έχουν θριαμβεύσει στην ελληνική σκηνή αλλά πλέον δεν υπάρχουν. Τώρα θα γεννηθεί άλλο είδος σατιρικού θεάτρου» εκτιμά. «H εποχή που ζούμε δεν φημίζεται για την ανάγκη της κομψότητας και του υπονοούμενου. Το να κράζεις και να λες τα πράγματα με το όνομά τους δεν είναι επιθεώρηση. Η επιθεώρηση είναι κομψό είδος. Παίζει στολίζοντας τις λέξεις, στολίζοντας μια κριτική και πολιτική ματιά. Διαφορετικά λες “είστε όλοι καθάρματα”. Πάντα έπαιζε με το βαριετέ, το καμπαρέ, με τέτοια στοιχεία κομψότητας που δεν υπάρχουν πια ως θεατρικό είδος. Πολλές φορές την έχουμε κατατάξει ως ένα καταγγελτικό κείμενο. Δεν είναι έτσι. Αν ήταν, γιατί να έχει μπαλέτα; Για να ξεκουραστεί ο κόσμος; Εχει φινέτσα και χιούμορ υψηλού επιπέδου, που απαιτεί υψηλού επιπέδου γραφίδα» συνεχίζει.
Κι ο Μάρκος Σεφερλής συμφωνεί. «Κι αυτό που κάνω δεν είναι επιθεώρηση με την κλασική έννοια. Είναι ένα σπονδυλωτό θέαμα με πολυπρόσωπα σκετς και πολιτική, κοινωνική και τηλεοπτική σάτιρα. Εχω περάσει σε ένα άλλο είδος επιθεώρησης που μπορεί να εξελιχθεί σε κάτι άλλο. Η παλιά, η κλασική, νομίζω πως δεν θα ξαναέρθει διότι δεν υπάρχει κόσμος να την υπηρετήσει. Το επόμενο βήμα νομίζω θα είναι διαφορετικό από αυτό που κάνω» καταλήγει.
Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.