Το δύο, το εφτά, το δεκαεννιά, το είκοσι τρία. Ακούγεται σαν ποντάρισμα στη ρουλέτα. Αλλά δεν είναι. Είναι ο τρόπος που απαριθμεί εκείνα από τα 48 προαπαιτούμενα που δεν προτίθεται να ψηφίσει ο Νίκος Νικολόπουλος.
Δεν είναι εύκολο να παρακολουθήσει κανείς τον βουλευτή των ΑΝΕΛ. Πριν από λίγους μήνες, ως κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος, επιδαψίλευε στον Τσίπρα τόσο θερμές φιλοφρονήσεις, που αν άκουγε τον εαυτό του από απόσταση ίσως τον έβρισκε ανάρμοστο για τα συντηρητικά του στάνταρ.
Αυτά τα στάνταρ ήταν που επέτρεψαν στον Πρωθυπουργό την ευκαιρία να καλλωπίσει αριστερότροπα τον εναγκαλισμό του με τους ΑΝΕΛ. Απέκλεισε ξανά τον Νικολόπουλο από τη διανομή των χαρτοφυλακίων, επιστρατεύοντας την αριστερή του ευαισθησία ενάντια σε εκείνο το ανεξίτηλο ομοφοβικό τουίτ κατά του πρωθυπουργού του Λουξεμβούργου.
Με την αντίδρασή του - ή μάλλον με τις αντιδράσεις του που εκδηλώνονταν ακατάσχετα σε όλα τα μίντια, όλες τις ώρες - ο Νικολόπουλος απέδειξε για μία ακόμη φορά ότι ανήκει σε εκείνο το είδος του «παίκτη» που στην Κολομβία θα βάφτιζαν τιμητικά «κουκαράτσα», γιατί μπορεί να επιβιώνει ακόμη κι αν τον καρατομήσεις. Σαν την κατσαρίδα.
Απέδειξε ότι μπορεί να είναι και με τον Καμμένο και χωρίς τον Καμμένο. Και με τον Τσίπρα και χωρίς τον Τσίπρα. Ολίγον νομιμόφρων και ολίγον αντάρτης.
Πέρα από τη φαντασμαγορία, ο βουλευτής απειλεί τώρα να κλονίσει τη συνοχή της κυβέρνησης από τον πρώτο κιόλας κάβο, στην ψηφοφορία της επόμενης εβδομάδας - κι ας έχει δώσει μόλις χθες ψήφο εμπιστοσύνης.  Ακόμη κι αν αλλάξει πάλι γνώμη, η περίπτωσή του αποκαλύπτει πώς θα μπορούσε να τρωθεί ο κυβερνητικός συνεταιρισμός - ένας συνεταιρισμός που συνήφθη εύκολα ως άθροισμα βουλευτών, χωρίς ιδεολογική και προγραμματική γόμωση.
Η καλή χημεία στο δίδυμο της κορυφής δεν είναι αρκετή για να προστατεύσει τον συνεταιρισμό από προσωπικές στρατηγικές και ιδιοσυγκρασιακές εξάρσεις. Το έχει δείξει και η Ιστορία: είναι πολύ εύκολο να νιώθεις σημαντικός όταν είσαι ο εκατοστός πεντηκοστός πέμπτος.
Βέβαια, το αποτύπωμα του Νικολόπουλου δεν εξαντλείται στη θέση του ως κρίκου της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Δεν εξαντλείται, αν μπει κανείς στον πειρασμό να τον αντιμετωπίσει ως μέτρο για την ποικιλία του πολιτικού προσωπικού που κατάφερε να επιβιώσει από τον κατακλυσμό του Μνημονίου.
Ως «κουκαράτσα» της ελληνικής πολιτικής ζωής είναι η ζωντανή απάντηση σε όσους ψάλλουν σε κάθε ευκαιρία το τέλος της Μεταπολίτευσης.
Ο «κουκαράτσα» δεν επέζησε επειδή άλλαξε. Δεν άλλαξε τίποτα εκτός από κόμματα. Επέζησε επειδή έμεινε ίδιος.
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από