Η σύγχρονη ελληνική πεζογραφία με τους δημιουργούς της φαίνεται να χειραφετείται σε σχέση με προηγούμενες συγγραφικές μορφές που έχουν πάρει τη θέση τους, την εντελώς τιμητική αλλά κυρίως διαβαστερή, στην ιστορία της λογοτεχνίας. Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να γυρίζουμε διαρκώς γύρω γύρω από ονόματα και έργα όπως αυτά του Νίκου Καζαντζάκη, της Διδώς Σωτηρίου, του Μ. Καραγάτση, του Στρατή Τσίρκα, του Αντώνη Σαμαράκη, όσο κι αν χρειάζεται να τους διαβάζουμε ή να τους ξαναδιαβάζουμε.
Στην αλυσίδα που σφυρηλάτησαν όλοι αυτοί, αλλά και πολλοί άλλοι, έχουν προστεθεί και προστίθενται κρίκοι που κάνουν τη συνέχειά της και ουσιαστική και αδιάσπαστη. Πριν από σαράντα τέσσερα χρόνια ο Μένης Κουμανταρέας είχε πει ότι «ο κόσμος διψασμένος περιμένει να διαβάσει πέρα από μεταφράσεις και παλιά κείμενα, ζωντανές ιστορίες και κείμενα του καιρού μας». Ας μας επιτραπεί να σημειώσουμε πως μισό αιώνα αργότερα με τα βιβλία του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη «Το ελάχιστο ίχνος» και της Νίκης Τρουλλινού «Το τελευταίο καλοκαίρι της αθωότητας», που σχολιάσαμε την περασμένη εβδομάδα, διαβάζουμε τις σύγχρονες αυτές ιστορίες. Οσο κι αν πρόκειται για μια «συγχρονικότητα» που περιλαμβάνει κάμποσες προγενέστερες δεκαετίες –πιο συγκεκριμένα το βιβλίο του Χατζηγιαννίδη ξεκινάει από τη δεκαετία του ’20 και φτάνει ώς τις ημέρες μας.
Οσο και αν η υπόθεση στο «Ελάχιστο ίχνος» μετράει πάρα πολύ και μας γαργαλάει να την εξιστορήσουμε, δεν θα το κάνουμε. Ποια είναι η σημαντικότερη πεζογραφικά αρετή με την οποία πιστώνεται ο Χατζηγιαννίδης; Τα πίσω – μπρος στη ζωή των ηρώων και στην ίδια την ιστορία, όπως την εξυφαίνουν οι σχέσεις τους, ο αναγνώστης να τα έχει διαρκώς ανάγλυφα μπροστά του. Να μη χρειάζεται για μία έστω φορά να αναρωτηθεί ποια είναι η θέση ενός προσώπου μέσα σε αυτήν, πρωτεύοντος, δευτερεύοντος ή τριτεύοντος, και κυρίως να μην αναρωτιέται για τη σχέση του καθενός με τους άλλους. Να αισθάνεται τη σχέση αυτή εντελώς φυσιολογική, αν και συχνά τοποθετείται σε μια περίοδο σε σχέση με το παρελθόν τού ήρωα, αδιευκρίνιστα σκοτεινή ή με κλεισμένους τους λογαριασμούς της.
Θα ‘λεγε κανείς πως ένα δίχτυ έχει αρχίσει να υφαίνεται πολύ πριν γεννηθούν οι άνθρωποι που θα πέσουν μέσα του. Ενώ οι ίδιοι βιώνουν αποκαλυπτικά τις σχέσεις τους και τη μοίρα τους, όλα μοιάζει να έχουν προδιαγραφεί και ακόμη και στην οδύνη που κάνει τον καθένα να αισθάνεται προσωπικός και ανεπανάληπτος να μοιάζει με μια μαριονέτα, χωρίς όμως να καταλαβαίνεις ποιος την κινεί. Η συνείδηση αυτή που θα έκανε ακόμα και έναν ιδιοφυή πεζογράφο να σχηματοποιεί τους χαρακτήρες του, στον Χατζηγιαννίδη αντίθετα τους κάνει να διατηρούν τη θερμοκρασία, την ένταση και το πάθος του ανθρώπου που φτιάχνει ο ίδιος τη μοίρα του.
Είναι αυτό ακριβώς που τους δίνει την πληρότητά τους ως μυθιστορηματικών προσώπων. Η ικανότητα του δημιουργού τους να τους «θεωρεί» ταυτόχρονα και από το παρελθόν και από το μέλλον, με όλη την απόσταση δηλαδή που τους κάνει δημιουργήματα, κατά τον Κώστα Καρυωτάκη, του «περιβάλλοντος», της «εποχής». Αλλά και να τους απεικονίζει ως αυτόνομες, δονούμενες υπάρξεις σε σχέση με το παρόν. Επιπλέον, όση σπουδαιότητα έχει για την εξέλιξη της υπόθεσης ο Αυγουστίνος Ψυχός –ο πιο βασικός ενδεχομένως ήρωας του αφηγήματος –άλλη τόση να έχει και το άσχημο κορίτσι, η Βιολέτα, ή ο παππούς του Ανέστη, του άνδρα της Σμαρούλας, που αναφέρεται μία μόνο φορά μέσα στο μυθιστόρημα και θα μπορούσε να μην έχει υπάρξει καν η μνεία του. Τότε όμως κάτι θα της είχε λείψει της αφηγηματικής τοιχογραφίας που είναι το «Ελάχιστο ίχνος», χωρίς ωστόσο να μπορεί κανείς να το ονομάσει αυτό που λείπει.

Οσφραίνονται την ύπαρξη των άλλων

Ολα τα πρόσωπα του βιβλίου, ακόμη κι αν δεν έχουν ποτέ συναντηθεί μεταξύ τους, είναι σαν να γνωρίζει το ένα την ύπαρξη του άλλου. Κάτι σημαντικότερο, σαν να έχει οσφρανθεί το ένα την ύπαρξη του άλλου και δεν είναι δυνατόν πια να συμπεριφέρεται ερήμην αυτής της όσφρησης. Σαν να πρόκειται για μια επικοινωνία που κάνει όλες τις ζωές οι οποίες έχουν αναπαρασταθεί να έχουν υπάρξει μόνο και μόνο για να καταλήξουν με την αφήγησή τους σε μια κοινή κοίτη. Σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε ακόμη και οι δρόμοι μιας περιοχής, όπως είναι το Μεταξουργείο, δρόμοι κοινοί, κοινότατοι, που φέρουν τα ονόματα Βραχωρίου, Φαιάκων, Κίμωνος, Κεραμέων, να έχει αποφασιστεί – από ποιον; – να συνυπάρξουν ώστε να προστατεύσουν ένα αδιανόητο μυστικό.

Ενα μυστικό που το μοιράζονται, χωρίς να το γνωρίζουν, όλοι οι ήρωες του Χατζηγιαννίδη, γνωστοί ή άγνωστοι μεταξύ τους, συμφιλιωμένοι ή σε έχθρα ο ένας με τον άλλον.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.