«Σαν κινηματογραφική ταινία ξετυλίγονται μπροστά μου όλα αυτά που σου διηγούμαι». Ο Χρήστος Τερζανίδης, 69 ετών πλέον, βουτάει στη θάλασσα των αναμνήσεων και καταλήγει στην πικρή διαπίστωση ότι το μόνο που μένει είναι οι προσωπικές θύμησες, η αγάπη του απλού κόσμου αλλά και το αίσθημα της αδικίας που διαπότισε την καριέρα του.
Ηταν μέλος της μεγάλης ομάδας του ΠΑΟΚ που κατέκτησε δύο Κύπελλα (1972, 1974) και ένα πρωτάθλημα (1976) και που τη δεκαετία του 1970 θα μπορούσε να έχει κατακτήσει περισσότερους τίτλους αν, όπως επισημαίνει ο ίδιος, δεν υπήρχε η εύνοια της διαιτησίας για τις ομάδες του ΠΟΚ και πιο συγκεκριμένα για τον Ολυμπιακό. Το άδικο ο μέσος από το Μελισσοκομείο Καβάλας το έζησε και με την ομάδα του Παναθηναϊκού, στην οποία αγωνίστηκε για τέσσερα χρόνια (1977-1981) και κατάφερε να κατακτήσει μόνο ένα Βαλκανικό Κύπελλο (1977). Το βίωσε όμως και μέσα στον ίδιο τον ΠΑΟΚ, με τη συμπεριφορά που εισέπρατταν ο ίδιος και οι συμπαίκτες του από τους παράγοντες του Δικεφάλου του Βορρά αλλά και την αχαριστία τους, όταν έκλεισε οκταετία, όταν επειδή είχε κάνει επέμβαση στο γόνατο τον θεώρησαν τελειωμένο.
«Η πρώτη μεγάλη στιγμή της καριέρας μου ήταν η μεταγραφή μου στον ΠΑΟΚ από τον Ορφέα Ελευθερούπολης» θυμάται ο Χρήστος Τερζανίδης και συνεχίζει: «Το 1967 ήρθαν οι άνθρωποι του Αρη και πήγαμε μαζί στη διοίκηση του Ορφέα, εγώ, ο Γκράτσιος και ο Βικελίδης, και συζητήσαμε την πιθανότητα μεταγραφής μου. Η ομάδα είπε ότι ήθελε να με κρατήσει για ακόμη έναν χρόνο και ότι θα με έδινε την επόμενη χρονιά. Την 1η Ιουλίου 1968 ο Καμπάνης, που με θεωρούσε σίγουρο, έγραψε στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας του, “Αθλητικά Νέα”: “Ο Τερζανίδης στον Αρη με 225.000 δραχμές”. Το διάβασαν στον ΠΑΟΚ και πήραν τηλέφωνο στην Ελευθερούπολη. Ρώτησαν αν η τιμή πώλησής μου ήταν 225.000 δραχμές και αν είχα κλείσει στον Αρη. Τους είπαν ότι η τιμή ήταν αυτή αλλά ότι δεν είχα κλείσει και, άμεσα, οι Μυλωνάς και Μαρτινίδης ξεκίνησαν από τη Θεσσαλονίκη και με πήγαν το μεσημέρι στην Ελευθερούπολη. Συμφωνήθηκε η μεταγραφή και με φέρανε το απόγευμα της ίδιας ημέρας στη Θεσσαλονίκη για να υπογράψω στον ΠΑΟΚ». Από τότε αρχίζει μια καριέρα με μεγάλες στιγμές για τον Χαλκέντερο, όπως τον αποκαλούσαν οι φίλαθλοι του Δικεφάλου του Βορρά, ή Σιθράκια, όπως τον αποκαλούσαν οι συμπαίκτες του, επειδή φορούσε πάντοτε σι θρου πουκάμισα.
«Το 1970 χάσαμε το Κύπελλο από τον Αρη, αλλά η ομάδα δεν ήταν ακόμη έτοιμη. Από το 1971 αρχίσαμε να ανεβαίνουμε, όμως δεν πήραμε όσα δικαιούμασταν γιατί ήμασταν επαρχιακή ομάδα και δεν μας υπολόγιζαν. Θυμάμαι, όταν πήγα στο Παναθηναϊκό αλλά και στην εθνική ομάδα, οι συμπαίκτες μου από άλλες ομάδες μου έλεγαν ότι ήμασταν οι καλύτεροι και ότι ήταν κρίμα που δεν είχαμε και άλλους τίτλους». Και συνεχίζει: «Το 1971 και το 1973 χάσαμε στους τελικούς του Κυπέλλου, σε αγώνες που γίνονταν στο Καραϊσκάκη. Ο τελικός του Κυπέλλου γινόταν στο γήπεδο του Ολυμπιακού και οι παράγοντές μας δεν έκαναν τίποτε. Δεν τους ενδιέφερε. Τους ενδιέφερε μόνο να κάνουν δουλειές και να κονομάνε και εμείς γυρίζαμε στη Θεσσαλονίκη και μας βρίζανε γιατί δεν κερδίσαμε το Κύπελλο μέσα στην έδρα του Ολυμπιακού. Υπήρχε περίπτωση να κερδίσεις τον Ολυμπιακό στην έδρα του; Σκεφτείτε σήμερα να γίνει ο τελικός του Κυπέλλου στην Τούμπα. Οι παράγοντες του ΠΑΟΚ δεν ήταν δυνατοί, όπως λένε τώρα. Ηταν δυνατοί μόνον για εμάς. Για να μας λένε: “Αν δεν σου αρέσει σήκω και φύγε”. Οχι “φύγε και πήγαινε σε άλλη ομάδα. Φύγε και βρες την τύχη σου αλλού, μακριά από το ποδόσφαιρο”, αφού κρατούσαν το δελτίο σου στο συρτάρι. Για εμάς ήταν θέμα επιβίωσης. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτε. Μας είχανε σαν σκλάβους».
Η χειρότερη στιγμή για το Χρήστο Τερζανίδη ήταν όταν έκλεισε οκταετία. «Εννεαετία ήταν, γιατί δεν μετρούσαν τα καλοκαίρια» μας διορθώνει και συνεχίζει: «Εγώ έπαιζα οκτώ χρόνια με κομμένο μηνίσκο. Το πόδι μου δεν λύγιζε. Πήγα στο Εδιμβούργο και έκανα επέμβαση, μαζί με τον γιατρό του ΠΑΟΚ, τον Παναγιώτη Γιγή. Οταν τελείωσε η επέμβαση τον πίεσα να μου πει τι θα γίνει και μου είπε ότι ο σκωτσέζος καθηγητής που με χειρούργησε του είπε ότι μπορώ να παίξω μόνο για δύο ακόμη χρόνια και όχι σε ξερά γήπεδα. Αυτό το έμαθε ο ΠΑΟΚ και αντί να μου προσφέρει 1 εκατομμύριο, όπως είχε κάνει στους Κούδα και Σαράφη, μου είπε: «Πάρε 300.000 και αν θέλεις». Ηταν η διοίκηση Παντελάκη τότε. Ετσι κατέληξα στον Παναθηναϊκό και αγωνίστηκα για τέσσερα χρόνια ακόμη και μετά άλλα δύο στον Μακεδονικό».

Το θαύμα του Μαρακανά

Ηταν παρών στην πρώτη εμφάνιση της Εθνικής Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα το 1980 στην Ιταλία, η κορυφαία στιγμή του όμως ήταν «στο φιλικό με τη Βραζιλία, στο Μαρακανά, το 1973. Ηρθαμε 0-0. Ηταν άθλος. Παρουσία 130.000 φιλάθλων, μας κόπηκε η ανάσα και λόγω καιρού και λόγω χλοοτάπητα, αλλά και επειδή υπήρχαν μπολ μπόις που επέστρεφαν αμέσως την μπάλα στον αγωνιστικό χώρο και δεν μπορούσαμε να ξεκουραστούμε».

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.