Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα έφερε τις προάλλεςτον «πατριάρχη» του ελληνικού χιπ-χοπ, δίπλα σε εκείνους που γαλούχησε ο ίδιος ή οι στίχοι του, αλλά ιδεολογικές διαφορές κρατούσαν μακριά. Ολοι αυτοί δεν δίστασαν να δείξουν αμηχανία γι’ αυτό το πρώτο βήμα ένωσης της σκηνής, με στόχο κοινή μουσική δια-δήλωση μνήμης, «όποτε ωριμάσουν τα πράγματα»
Aν σημασία είχαν μόνο οι αριθμοί, ο Μιχάλης Μυτακίδης από το Πέραμα, ο B.D. Foxmoor του χιπ-χοπ, θα είχε αρκετούς να επιδείξει: παραγωγή 1.000 τραγουδιών· πάνω από 600 εμφανίσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό· και 120 δισκογραφικές δουλειές.
Και πάλι λίγα θα ήταν για μια καριέρα που αριθμεί 23 χρόνια, όσα και το ελληνικό χιπ-χοπ (που θυμίζει τον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, τον οποίο μαθαίνουμε στο σχολείο, και ντύνει με λούπες –μουσικά θραύσματα σε επανάληψη –τον χείμαρρο των στίχων). Είδος που ξεκίνησε πριν από τέσσερις δεκαετίες στα γκέτο των μαύρων στις αμερικανικές μεγαλουπόλεις και πέρασε και στην Ελλάδα χάρη στον B.D. Foxmoor, στον οποίο κάποιοι προσάπτουν τον τίτλο του «πατριάρχη» του, καθώς το διαμόρφωσε ως εγχώριο μέσο έκφρασης και κοινωνικής διαμαρτυρίας. Ως λόγο που «υποστηρίζεται από τον τρόπο ζωής», ορισμό και ουσία του χιπ-χοπ. Και ας του τον προσάπτουν κάποιοι με κακή έννοια –δεν ανέχονται όλοι την επιβλητική αρχηγία…
ΣΤΑ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΑ. Γεννημένος τη χρονιά που μπήκαμε «στον γύψο» από τη Χούντα, μεγαλωμένος στα προσφυγικά όπου η Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη επέβαλλε όρους ζωής και ενώ οι αγώνες για τη βελτίωσή τους δεν είχαν ακόμη παλλαϊκή εξάπλωση, ο Μιχάλης είχε ως πρότυπο τον πατέρα του, καλό λαϊκό τραγουδιστή. Μιλάμε άλλωστε για γειτονιά, στα ταβερνάκια της οποίας απάγκιαζαν τότε ο Στράτος Διονυσίου και ο Μανώλης Αγγελόπουλος για να ακούσουν ερασιτέχνες.
Οι γονείς του –ομολογεί σήμερα –είχαν «φρικάρει» πολύ προτού γεμίσει το σπίτι με τη ρυθμική μουσική των μαύρων και αρχίσει να παίζει με ρίμες (από το 1978) και με δίσκους ως DJ, σε στέκια ώς την Αίγινα που αγαπούσε ο πατέρας του. «Φτάνεις κάποια στιγμή σε ένα σημείο που είσαι πλέον εσύ και πρέπει να αποφασίσεις τον δρόμο σου», λέει σήμερα. Εκείνος ψήφισε βάθος και ουσία στο μουσικοποιητικό μείγμα, βόμβα μολότοφ των κοινωνικών διεκδικήσεων –αρνούμενος έως και πολύ πρόσφατα τον προσεταιρισμό του από κόμματα.
Το 1992, γεμίζοντας με στίχους και με τις πιο μελωδικές λούπες στην ιστορία του ελληνικού χιπ-χοπ γειτονιές, πρώτα του Πειραιά, βρήκε όχι μόνον ακροατές, αλλά και συνοδοιπόρους για να στήσει δύο εμβληματικά σχήματα: τους Active Member, παρέα με τον μετέπειτα αποσχισθέντα Νικήτα Κλιντ (πρωτοβγήκαν στη συναυλία των Public Enemy) και τη Freestyle Productions, ομάδα παραγωγής που γαλούχησε πάμπολλα εγχώρια ονόματα του χιπ-χοπ –ανάμεσά τους και τον δολοφονημένο Παύλο Φύσσα ή Killah P. Η Freestyle εξέδωσε (πάντα σε βινύλιο, μεγάλη αγάπη και συλλογή του B.D. Foxmoor) τον πρώτο δίσκο «Διαμαρτυρία», ενδεικτικό των προθέσεων της δημιουργικής μαχητικής ομάδας. Η οποία έδωσε ήχο και ταυτότητα στην αποβιομηχάνιση και στην κάθοδο προς τη φτώχεια. Οπως ο Tricky και οι ηχηροί Massive Attack στο Μπρίστολ και η τέκνο σκηνή στο βιομηχανοποιημένο, βουτηγμένο στην εγκληματικότητα Ντιτρόιτ.
Η επιτυχία τους προκάλεσε το ενδιαφέρον πολυεθνικών δισκογραφικών εταιρειών –όπως η Warner. Ομως η κόκκινη γραμμή μπήκε στις παρεμβάσεις επί του δημιουργικού. Συν την απογοήτευση από έναν κόσμο τον οποίο οι Active Member περιέγραψαν στην «Μπόχα των κάλπηδων»: «Οι καλλιτεχνάδες τώρα πια πιασμένοι όλοι α λα μπρατσέτα / σπάνε τα γαμησιάτικα και τα παχιά πακέτα / με χορηγούς, μανατζεραίους και γραφεία / μια ξεπεσμένη και χωρίς κώδικα μαφία…/ τώρα πια με ίδια αισθητική κι αξία, / πολιτιστική εθνική κοινοπραξία». Ετσι ο Μυτακίδης τα έσπασε με την τρέχουσα δισκογραφία, πρωτοπόρος, πολύ πριν από άλλους που έκαναν ντου προς την έξοδο μόλις τελευταία, όπως εξηγεί ο συνεργάτης του στην ανεξάρτητη δισκογραφική 8ctagon, Παναγιώτης Κωτσίδης. Ιδιοκτήτης του μουσικού στεκιού –για λάτρεις του βινυλίου και του χιπ-χοπ –Τζίνα Ρέκορντς, στην Πανεπιστημίου 57. Εκεί όπου ο Μυτακίδης κάθε Παγκόσμια Ημέρα της Μουσικής και του Βινυλίου, επιστρέφει ως DJ, προτείνοντας μουσικές και στίχους.
Τη δραστήρια σκηνή του Περάματος είχε ξεχωρίσει ο διορατικός Τάσος Φαληρέας στον «Ηχο» (δίνοντας στους Active Member την εξαιρετική διασκευή στο «Δέντρο» του Σαββόπουλου). Ο B.D. Foxmoor όμως είχε ήδη θέσει τις ρίμες του επί των τύπων των ήλων ενός από τα πιο σημαντικά προβλήματα, τα τροχαία, μετά τον «Κουρσάρο» των Λάκη Παπαδόπουλου – Μάτεσι – Παπακωνσταντίνου, με τον εμβληματικό «Αδιάφορο». Είχε προφητεύσει την «κατάντια» κάποιων ράπερ, που κατέληξαν στις πίστες και στα λουλούδια (ο ίδιος είπε βροντερά «όχι» σε επίμονες προτάσεις Βανδή, Μαζωνάκη και άλλων), αλλά και όσα ζούμε με τις «Μέρες παράξενες, θαυμάσιες μέρες», το «Κλεμμένο μας τσίρκο» και το εμβληματικό «Ακου μάνα». Μίλησε για «Ανεργία», «Γκουαντάναμο», τον «Πρόσφυγα» και «Της φτιάξης μας τα λάθια», αλλά και προσωπικά («Σκύλα ζωή, σ’ έμαθα πια, γι’ αυτό γουστάρω που γερνάω», «Δεν αντέχω της βολής τη σιγή»). Ακόμη και για τον Χριστό («Καλωσήρθες, παράξενε, στον τόπο μας»). Αποδίδοντας στη δημιουργία του τον μουσικό όρο Low Bap, ο οποίος θεωρήθηκε ως προσπάθεια να ξεχωρίσει από τον σωρό των ράπερ που απέδωσε ο δικός του σπόρος. «Δεν μου άρεσε η θεματική των άλλων πλευρών, η χαλαρή και ακίνδυνη», εξηγεί.
Το 2001 εγκαινίασε στο Πέραμα το χιπ-χοπ δισκάδικο Intro και το studio Perasma, έναν χρόνο μετά το πολιτικό μουσικό βιβλιοπωλείο Χρονορωγμή και τις έντυπες σκέψεις «Από ‘δώ κι από ‘κεί» (είχε παραδώσει ήδη το «Χρέωσέ τα στη φωτιά» –εκδ. Ελληνικά Γράμματα). Οι δίσκοι αυξάνονταν, το ετήσιο Φεστιβάλ Low Bap διογκωνόταν (φέρνοντας πάνω από 4.500 στην Τεχνόπολη), ο ίδιος έγραφε μουσική για θεατρικές παραστάσεις και ταινίες («Bar», «Το τσιμέντο δεν λυπάται», «Πες στη Μορφίνη ακόμα την ψάχνω») και περνούσε με την εκπομπή «Ονειρολόγιο» στα ερτζιανά.
ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ. Η ανεξαρτησία και το κίνημα No Sponsors (διακηρύσσει αυτονομία από τους χορηγούς) του χάραξε πορεία μοναχική, με μεγάλο τίμημα, παραδέχεται. Παρά τα εκατομμύρια, συνολικά, χτυπήματα κομματιών του στο YouTube. Είχε όμως συνοδοιπόρο ζωής τη μητέρα δύο παιδιών του, Γιολάντα Τσιαμπόκαλου ή Sadahzinia των Active Member, συγγραφέα και έντεκα παιδικών βιβλίων. Βλέποντας και τον γιο του Σωτήρη, από τον πρώτο του γάμο, να ανδρώνεται στο χιπ-χοπ ως Ramon. Την ώρα που στο Πέραμα η διόγκωση του εθνικισμού / ρατσισμού δεν μοιάζει να ευοδώνει το όραμα του ελληνικού χιπ-χοπ. Εκείνο όμως που όλοι οι ράπερ, που βρέθηκαν τις προάλλες μαζί του, γνωρίζουν είναι ο κεντρικός ρόλος-κατεύθυνση του Μυτακίδη, που συμπυκνώνεται στο «Δέντρο»: «Τη νύχτα αυτή τη λέμε εμείς φωτιά, μα εσύ τηνείπεςδέντρο»…