«Ξέρετε πιο είναι το πιο θλιβερό πράγμα;» ρώτησε στην πρεμιέρα της ταινίας η νέα μούσα του Γούντι Αλεν, με τους σαστισμένους δημοσιογράφους να περιμένουν εναγωνίως την απάντησή της; «Το ότι για να βρίσκομαι στη Νέα Υόρκη αυτή τη στιγμή και να δίνω συνέντευξη Τύπου σε εσάς, εγώ αναγκάστηκα να χάσω τη σχολική παράσταση του γιου μου». Η ήδη βραβευμένη με Οσκαρ ηθοποιός από τη Μελβούρνη της Αυστραλίας δεν μασάει τα λόγια της: «Η πρώτη ερώτηση σε κάθε νέα συνεργασία που μου προτείνουν αφορά τον σκηνοθέτη. Ποιος είναι και τι έχει στο μυαλό του. Η αμέσως επόμενη αφορά τα γυρίσματα και αν αυτά θα πραγματοποιηθούν κατά τη διάρκεια των σχολικών διακοπών».
Με μητέρα δασκάλα και πατέρα ναυτικό που τον έχασε από καρδιακή προσβολή στα δέκα της χρόνια, η Μπλάνσετ –για την οποία πολλοί στοιχηματίζουν πως στις αρχές Μαρτίου του 2014 θα προσθέσει στην τροπαιοθήκη της ακόμα ένα Οσκαρ –πέρασε δύσκολα παιδικά. Και το παραδέχεται χωρίς να πασπαλίζει με αστερόσκονη τις αναμνήσεις της. «Οταν πέθανε ο πατέρας μου, η μητέρα μου έπρεπε να δουλέψει σκληρά για να τα βγάλουμε πέρα. Γνωρίζω από πρώτο χέρι τι σημαίνει οικονομικές δυσκολίες. Επειδή μάλιστα θεωρούσε τη μόρφωση απαραίτητη, δεν δίστασε να χρεωθεί για να με σπουδάσει», θυμάται η 44χρονη ηθοποιός, που στον νέο της ρόλο βρίσκεται μπλεγμένη σε χρέη και τραπεζικά σκάνδαλα.
Ολοκληρωτικά κατεστραμμένη –ψυχολογικά αλλά και οικονομικά -, η ηρωίδα που η Μπλάνσετ υποδύεται στη «Θλιμμένη Τζάσμιν» καταφεύγει στο σπίτι της αδελφής της στο Σαν Φρανσίσκο, προκειμένου να επιβιώσει μετά τη χρηματοπιστωτική απάτη στην οποία εγκέφαλος ήταν ο σύζυγός της. Πολλοί όμως αναρωτιούνται γιατί ο Γούντι Αλεν επέλεξε την Κέιτ Μπλάνσετ, με την οποία δεν έχει συνεργαστεί ποτέ, γι’ αυτόν τον ιδιαίτερο ρόλο.
«Δεν τον ρώτησα ποτέ», παραδέχεται η ηθοποιός σε συνέντευξή της στους βρετανικούς «Σάντεϊ Τάιμς». «Και για να είμαι ειλικρινής, δεν είμαι σίγουρη για το αν πραγματικά θα ήθελα να γνωρίζω. Κάτι τέτοιο θα ανέβαζε κατά πολύ τα επίπεδα αυτογνωσίας μου. Το μόνο σίγουρο είναι ότι μου πρότεινε τη δουλειά! Την αποδέχτηκα και δεν έκανα πολλές ερωτήσεις, γιατί μπορεί και να έκανε πίσω», σχολίασε η ηθοποιός που για καιρό περίμενε τον σκηνοθέτη να της τηλεφωνήσει και να της προτείνει συνεργασία. «Από κάποιο σημείο και μετά έβγαλα εντελώς την ιδέα από το μυαλό μου», εξομολογείται με ειλικρίνεια η Μπλάνσετ, που στο βιογραφικό της περιλαμβάνει συνεργασίες με μερικά από τα ιερά τέρατα της σκηνοθεσίας, όπως ο Στίβεν Σπίλμπεργκ, ο Μάρτιν Σκορσέζε και ο Στίβεν Σόντερμπεργκ. Η συμμετοχή της στην ταινία, πόσω μάλλον ο πρωταγωνιστικός της ρόλος, τη γέμισε ικανοποίηση. Αλλά και μπόλικο άγχος, όπως παραδέχεται, σε μια προσπάθεια να φανεί αντάξια των περιστάσεων. Χωρίς δεύτερη σκέψη, λοιπόν, εγκατέλειψε τα καθήκοντα σκηνοθέτη που είχε αναλάβει μαζί με τον σύζυγό της, συγγραφέα θεατρικών έργων και σεναριογράφο Αντριου Απτον στην εταιρεία θεατρικών παραγωγών Sydney Theatre Company που διατηρούν τα τελευταία χρόνια προκειμένου να δοθεί ολοκληρωτικά στον νέο της ρόλο.
Η αφοσίωση που ήθελε να δείξει, ωστόσο, δεν είναι ο μοναδικός λόγος που την έκανε- –έστω και λίγο –να βάλει στην άκρη τη σκηνοθεσία. Πολύ απλά, όπως η ίδια εξηγεί, ήρθε η ώρα να προχωρήσει. Να κάνει άλλα πράγματα, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν απολάμβανε τη συνεργασία με τον σύντροφό της. «Μου άρεσε που δούλευα με τον Αντριου. Η συνεργασία μας ήταν μια φυσιολογική εξέλιξη της σχέσης μας. Ολα προέκυψαν τόσο αβίαστα γιατί, όπως όλα τα ζευγάρια, έτσι και εμείς έχουμε κοινό κώδικα επικοινωνίας», σχολίασε η ηθοποιός και μητέρα τριών αγοριών που, όπως εξομολογείται, παίζουν καθοριστικό ρόλο στη ζωή της: του 12χρονου Ντάσιελ, του 9χρονου Ρόμαν και του 5χρονου Ιγνάτιους.
«Το να μεγαλώνεις αγόρια είναι υπέροχο. Είναι από τα καλύτερα πράγματα που μπορεί να σου συμβούν. Μου αρέσει να βρίσκομαι στη θέση αυτή και πραγματικά αγαπώ την ανεξάντλητη ενέργεια που χρειάζεται για να τα βγάλω πέρα μαζί τους. Είναι διασκεδαστικό», τονίζει η Μπλάνσετ, υπογραμμίζοντας πως πολλές φορές τα βρίσκει σκούρα με όσα αφοπλιστικά και αυθόρμητα της λένε οι γιοι της. Και ειδικότερα ο σκληρότερος κριτής όλων, ο Ντάσιελ.
«Διηγήθηκα στον μεγαλύτερο γιο μου την ιστορία της “Θλιμμένης Τζάσμιν”, μια ιστορία για μια γυναίκα από το Upper East Side της Νέας Υόρκης που έχασε τα πάντα εν μια νυκτί. Εκείνος ξέρετε τι έκανε; Επιασε έντρομος το κεφάλι με τα χέρια του και με ρώτησε με σοβαρότητα: “Μαμά, πότε θα παίξεις επιτέλους σε μπλοκμπάστερ;» θυμάται έκπληκτη ακόμα τα λόγια του η Μπλάνσετ,που υπογραμμίζει πως ήταν από τις λίγες φορές που είχε δει τον γιο της τόσο απογοητευμένο από τις επαγγελματικές επιλογές της.
«Μπαίνει στο Ιντερνετ, παρακολουθεί την εισπρακτική επιτυχία κάθε ταινίας και μετά βλέπει πώς τα πάνε οι παραγωγές στις οποίες πρωταγωνιστώ. Πότε πότε μου δίνει και καμιά συμβουλή», σχολιάζει η ηθοποιός και παραδέχεται πως ο συνδυασμός δουλειάς – δηλαδή πολλές ώρες γυρισμάτων – και ανατροφής των παιδιών είναι μια μάλλον δύσκολη υπόθεση. Γι’ αυτό και στην τελευταία της ταινία, τα γυρίσματα της οποίας έγιναν κυρίως στο Σαν Φρανσίσκο, αποφάσισε να πάρει μαζί της τους τρεις γιους της.
«Εκτός γυρισμάτων ήμουν η μητέρα τους. Παρ’ όλο που τα παιδιά είχαν έρθει μαζί μου λόγω δουλειάς, δεν ήθελα στο δείπνο να βλέπουν την Τζάσμιν. Οταν οι εμπειρίες ενός ανθρώπου είναι τόσο διαφορετικές από αυτές του χαρακτήρα που υποδύεται, είναι πολύ πιο εύκολο να βγεις από τον ρόλο, κάτι που ισχύει στη δική μου περίπτωση», διευκρινίζει η ηθοποιός, που ομολογεί πως ποτέ δεν προσπάθησε να προστατέψει τα παιδιά της από τον λαμπερό κόσμο του θεάματος.
«Ούτε εγώ ούτε ο Αντριου θέλουμε να βάλουμε σε καραντίνα τα παιδιά. Θέλουμε να γνωρίζουν με τι ασχολούμαστε. Είμαστε ιδιοκτήτες μιας εταιρείας θεατρικών παραγωγών. Μπορεί κάποιες φορές να κάνουμε πλάκα, πίσω όμως από την αστεία πλευρά κρύβεται σκληρή δουλειά και αφοσίωση. Ξέρουν ότι δεν είναι μόνο λάμψη αυτό που κάνουμε. Σε κάθε περίπτωση δεν βλέπουν μόνο το τελικό προϊόν, αλλά ολόκληρη τη διαδικασία. Πιστεύω ότι το απολαμβάνουν», καταλήγει.