Ηταν το 1973 όταν ο βρετανός επιστήμονας και μυθιστοριογράφος Τσαρλς Πέρσι Σνόου αναρωτήθηκε μέσα από τις σελίδες των «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς»: «Μα γιατί αυτό το βιβλίο δεν είναι διάσημο;». Εκείνο το βιβλίο ήταν ένα μυθιστόρημα του αμερικανού καθηγητή Αγγλικών και συγγραφέα Τζον Ουίλιαμς, αφιερωμένο στην απλή και αδιάφορη, σχεδόν στενάχωρη, ζωή του Ουίλιαμ Στόουνερ, ενός επίσης καθηγητή Αγγλικών, ο οποίος «δεν έχαιρε καμίας ιδιαίτερης εκτίμησης όσο ήταν ζωντανός».
Το βιβλίο πρωτοκυκλοφόρησε το 1965 με τον τίτλο «Stoner». Μια σύντομη κριτική που δημοσιεύτηκε στις σελίδες του «Νιου Γιόρκερ» τοπαρουσίαζε ως «ένα αριστοτεχνικό πορτρέτο της ζωής ενός συνηθισμένου, σχεδόν αόρατου ανθρώπου». Οπως ακριβώς «σχεδόν αόρατος» παρέμεινε κατά τη διάρκεια της ζωής του και ο ίδιος ο Τζον Ουίλιαμς. Το βιβλίο δεν προβλήθηκε περαιτέρω και μόλις έναν χρόνο μετά την έκδοσή του ήταν εκτός κυκλοφορίας, και παρόλο που το επόμενο, τέταρτο, μυθιστόρημα του συγγραφέα –«Augustus» –επαινέθηκε από τους κριτικούς και του απέφερε το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας των ΗΠΑ, ο Ουίλιαμς δεν είχε ιδιαίτερη απήχηση στο αναγνωστικό κοινό. Πέθανε τον Μάρτιο του 1994. Ομως ο Στόουνερ είναι ακόμα εδώ. Κατάφερε να βγει από την αφάνεια και πλέον βιώνει μια δεύτερη ζωή, διαγράφοντας μια εξαιρετική όσο και αναπάντεχη πορεία σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Στην Ολλανδία, καθηγητές Λογοτεχνίας και κριτικοί μιλούν για μια «μοναδική περίπτωση στα λογοτεχνικά χρονικά», στο Ισραήλ συγκαταλεγόταν στα μπεστ σέλερ του 2012, ενώ στην Ισπανία, στη Γαλλία και στην Ιταλία οι πωλήσεις του αυξάνονται με απίστευτους ρυθμούς. Πολλοί κάνουν λόγο για την ανακάλυψη ενός χαμένου αριστουργήματος. Τι συνέβη όμως; Πώς ένα άσημο βιβλίο τείνει να μετατραπεί σε ένα σχεδόν «κλασικό» ανάγνωσμα της παγκόσμιας λογοτεχνίας;
Κατ’ αρχήν, ο Στόουνερ εμφανίστηκε σε μια περίοδο σημαντικών κοινωνικών και πολιτισμικών αναταραχών και ανακατατάξεων. Ηταν τα χρόνια της επανάστασης και της ουτοπίας, της ερωτικής απελευθέρωσης, της γενιάς των μπιτ και των παιδιών των λουλουδιών, των αγώνων κατά του κοινωνικού συντηρητισμού. Και ο Στόουνερ, ακούσιος πρωταγωνιστής μιας μίζερης ζωής στο Μιζούρι των αρχών του 20ού αιώνα, αποτελούσε ένα αντιπρότυπο για όλους εκείνους τους εξεγερμένους Αμερικανούς.
Πρόκειται για μια ωδή σε μια ύπαρξη ελάχιστη και σιωπηλή. Μέλος φτωχής αγροτικής οικογένειας, ο Στόουνερ θα εγγραφεί στο πανεπιστήμιο για να σπουδάσει Γεωπονία. Θα αγαπήσει όμως περισσότερο τη λογοτεχνία και θα της αφιερωθεί. Θα καταφέρει να πάρει το πτυχίο του και να γίνει καθηγητής. Αλλά καθώς τα χρόνια περνούν ο Στόουνερ βιώνει μόνο αποτυχίες: αποξενώνεται από τους γονείς του, παντρεύεται μια γυναίκα με την οποία ζει μια σχέση θλιβερή, αποκτά μία κόρη με την οποία προσπαθεί να δεθεί αλλά δεν τα καταφέρνει, η καριέρα του είναι απλά μέτρια. Μοναδική του διέξοδος, το πάθος του για τη λογοτεχνία και η σχέση του με μια νεαρή φοιτήτρια, η οποία όμως διακόπτεται απότομα καθώς κινδυνεύει να εξελιχθεί σε σκάνδαλο.
Η περίοδος για έναν τέτοιο Στόουνερ ήταν πραγματικά ακατάλληλη. Εξού και λησμονήθηκε. Ομως το 2006 ο δυστυχής καθηγητής από το Μιζούρι κέρδισε μια δεύτερη ευκαιρία. Χάρη σε έναν βιβλιοπώλη από τη Νέα Υόρκη, ο οποίος επισήμανε το μυθιστόρημα του Τζον Ουίλιαμς στους κριτικούς του «Νιου Γιορκ Ρίβιου οφ Μπουκς».
Ο πρώτος που το επαίνεσε, μέσω των σελίδων των «Νιου Γιορκ Τάιμς», ήταν ο διάσημος κριτικός και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο City της Νέας Υόρκης, Μόρις Ντικστάιν. Σταρ της λογοτεχνίας όπως οι Νικ Χόρνμπι, Μπρετ Ιστον Ελις, Κόλουμ ΜακΚαν και Τζούλιαν Μπαρνς το λάτρεψαν αμέσως. Πιο πρόσφατα, ο καθηγητής στο UCL του Λονδίνου Τζον Σάδερλαντ έκανε λόγο για ένα «θαύμα του Λαζάρου» στην επικράτεια της λογοτεχνίας, το οποίο θυμίζει τη μοίρα του «Υπέροχου Γκάτσμπι» (Πατάκης, Παπαδόπουλος) του Φ. Σ. Φιτζέραλντ, του «Δρόμου της Επανάστασης» (Σύγχρονοι Ορίζοντες) του Ρίτσαρντ Γέιτς ή ακόμα εκείνη του «Κόσμου του Μπάρνεϊ» (Πόλις) του Μορντεκάι Ρίχλερ.
Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.