Οι ραπ πόλεμοι μεταξύ Δυτικής και Ανατολικής Ακτής των ΗΠΑ τη δεκαετία του ’90 κορυφώθηκαν με τις δολοφονίες δύο σπουδαίων εκπροσώπων του είδους σε διάστημα μερικών μηνών. Οι αυτουργοί δεν βρέθηκαν ποτέ

Οι κόντρες συχνά με βίαιη κλιμάκωση ανάμεσα σε μέλη κοινοτήτων της αμερικανικής χιπ χοπ (και όχι μόνο, αν σκεφτεί κανείς ότι ανάλογα περιστατικά που περιλαμβάνουν τη χρήση όπλων έχουν σημειωθεί κατά καιρούς και σε «σκηνές» άλλων χωρών όπως η Γαλλία ή η Τζαμάικα) εκδηλώθηκαν από την αυγή της εμφάνισης αυτού του μουσικού είδους - και αυτόνομης υποκουλτούρας του δρόμου με τους δικούς της κανόνες και κώδικες τιμής - στις αρχές της δεκαετίας του '80.

Οι αντιδικίες μεταξύ των εκπροσώπων της κορυφώθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του '90 με την έντονη διαμάχη μεταξύ Ανατολικής (κυρίως Νέας Υόρκης) και Δυτικής Ακτής (ουσιαστικά, Λος Αντζελες), ειδικώς μεταξύ των δισκογραφικών εταιρειών Bad Boy Records (ΝΥ) και Death Row (ΛΑ), τα στελέχη και οι καλλιτέχνες των οποίων προέρχονταν από την κουλτούρα του δρόμου (ή του γκέτο).
Οι αντεγκλήσεις συνήθως περιορίζονταν σε υποτιμητικά σχόλια (γνωστά ως diss στους στίχους των τραγουδιών) με στόχο την προσωπικότητα και την τιμή των αντιπάλων, αλλά υπήρξαν και περιπτώσεις όπου δοθείσης της αφορμής η βία δεν περιοριζόταν στα λόγια. Αποκορύφωμα αυτής της έντονης αντιπαράθεσης υπήρξαν οι δολοφονίες σε διάστημα μερικών μηνών δύο εκ των πιο επιφανών, δημοφιλών και ταλαντούχων εκπροσώπων του χιπ χοπ, του Τουπάκ Σακούρ (που ηχογραφούσε στη Δυτική Ακτή, παρότι από τη Νέα Υόρκη ορμώμενος), του οποίου οι πωλήσεις ξεπερνούν τα 75 εκατ. αντίτυπα, και του νεοϋορκέζου Νοτόριους BIG (τουλάχιστον 30 εκατ. αντίτυπα).
Η εκρηκτική προσωπικότητα του Τουπάκ ήταν ίσως αναπόφευκτη... Οι γονείς του ήταν μέλη του κόμματος των Μαύρων Πανθήρων, ο ίδιος γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1971, ένα μήνα μετά την αθώωση της μητέρας του η οποία αντιμετώπιζε 150 κατηγορίες «συνωμοσίας εναντίον της κυβέρνησης των ΗΠΑ», ενώ οφείλει το όνομά του στον Τουπάκ Αμαρού, νοτιοαμερικανό επαναστάτη του 18ου αιώνα που εκτελέστηκε από τους ισπανούς κατακτητές. Τη νύχτα της 30ής Νοεμβρίου 1994, μία ημέρα πριν δικαστεί για υπόθεση σεξουαλικής επίθεσης και ενώ έκανε άκρως επιτυχημένη καριέρα στη ραπ δισκογραφία, δέχτηκε πέντε πυροβολισμούς από δύο «ληστές» στο λόμπι του στούντιο ηχογραφήσεων Quad στο Μανχάταν. Τη γλίτωσε με ελαφρά τραύματα - έδωσε μάλιστα εξιτήριο στον εαυτό του μόλις τρεις ώρες μετά τη χειρουργική επέμβαση - και στη συνέχεια κατηγόρησε τον Σον Κομπς και τον Μπίγκι Σμολς (το άλλο ψευδώνυμο του πρώην συνεργάτη και φίλου του Νοτόριους BIG) ότι εκείνοι είχαν στήσει την ενέδρα.
Στις 14 Φεβρουαρίου 1995 φυλακίστηκε για να εκτίσει ποινή ενός έτους για την προαναφερθείσα κατηγορία. Εκεί διάβασε τα άπαντα του Μακιαβέλι (αργότερα υιοθέτησε για τον εαυτό του το ψευδώνυμο  Makaveli), καθώς και  Μπακούνιν αλλά και την «Τέχνη του πολέμου» του Σουν Τζου, ενώ κυκλοφορούσε το τρίτο του άλμπουμ, το πολλές φορές πλατινένιο «Me Against the World» («Εγώ εναντίον του κόσμου»).
Στις 7 Σεπτεμβρίου 1996, ο Τουπάκ βρισκόταν στο Λας Βέγκας για να παρακολουθήσει πυγμαχικό αγώνα. Μετά τη λήξη, μπήκε στο αυτοκίνητο μαζί με την «κουστωδία» του και γύρω στις 11.15, καθώς είχαν σταματήσει σε φανάρι δέχτηκαν πυρά από διπλανό αυτοκίνητο. Οι σφαίρες βρήκαν τον Τουπάκ στο στήθος, στη λεκάνη, στον μηρό και στο δεξί χέρι. Αμέσως μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο σε κωματώδη κατάσταση όπου υπέκυψε ύστερα από έξι ημέρες εξαιτίας ακατάσχετης εσωτερικής αιμορραγίας.  Ηταν 25 χρονών.  
Ο Νοτόριους BIG (ή Μπίγκι Σμολς) είχε πάρει προσωνύμια που τόνιζαν το επιβλητικό μέγεθός του (είχε ύψος 1,95 μ. και ζύγιζε πάνω από 150 κιλά) και πριν από την καριέρα του στη μουσική είχε εκδηλώσει έντονη παραβατική δραστηριότητα στον δρόμο (εμπόριο ναρκωτικών κυρίως). Το άλμπουμ του όμως «Ready to Die» («Ετοιμος να πεθάνει») ήταν αυτό που έβαλε την Ανατολική Ακτή ξανά στον χάρτη του χιπ χοπ έπειτα από μια περίοδο κυριαρχίας δημιουργών της Δυτικής Ακτής.   
Ο Νοτόριους BIG δολοφονήθηκε έξι μήνες μετά τον Τουπάκ, στις 9 Μαρτίου 1997. Οι συνθήκες ήταν παρόμοιες. Υστερα από πάρτι στο Λος Αντζελες, ένα αυτοκίνητο σταμάτησε στο φανάρι πλάι στο δικό του και ο οδηγός του εξαπέλυσε καταιγισμό πυρών. Ο Μπίγκι Σμολς δέχτηκε πέντε σφαίρες, εκ των οποίων η μία μοιραία. Εξέπνευσε μερικές ώρες μετά. Ηταν και αυτός 25 ετών. Το άλμπουμ του με τον τίτλο «Life after Death» («Ζωή μετά τον θάνατο») κυκλοφόρησε 16 ημέρες μετά τη δολοφονία του.  
Εχουν γραφτεί πάρα πολλές εικασίες καθώς και άπειρα συνωμοσιολογικά σενάρια για τις δύο δολοφονίες, οι οποίες δεν εξιχνιάστηκαν ποτέ. Πολλά από αυτά τα σενάρια καταγράφονται στο ντοκιμαντέρ «Biggie and Tupac» του βρετανού Νικ Μπρούμφιλντ, διακριτικού σκηνοθέτη σκανδαλοθηρικών ντοκιμαντέρ με θέμα τις «αμαρτωλές» πτυχές της σόουμπιζ. Η ταινία αφήνει πολλά υπονοούμενα προς κάθε κατεύθυνση (ειδικά για το κουκούλωμα των υποθέσεων από την Αστυνομία), αλλά δεν προσφέρει κανένα ασφαλές συμπέρασμα.
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από