Το 1975 στο πανεπιστήμιο όπου εργαζόμουν, στην Αμερική, άκουσα τη Βιρτζίνια Γουλφ να διαβάζει αποσπάσματα ενός δοκιμίου της. Τίτλος του, «Words fail me» («Χάνω τα λόγια μου»). Αυτό και μόνο μ" έκανε να αναρωτιέμαι: Τα χάνει, πού; Στο χαρτί ή στο μυαλό της; Ή απλώς είναι κάτι που εκφράζεις όταν εκπλήσσεσαι και μένεις άναυδος; Οι ιδέες και οι λέξεις της μου έμειναν αξέχαστες, όπως και η φωνή της: ζεστή και πλούσια, η προφορά σκιασμένη απ" την επάρατη δυσκολία του εντέρου. Ακόμα πιο επάρατες οι «φωνές» που την οδήγησαν, με πέτρες στις τσέπες, στην αυτοκτονία. Την άκουγα σε μαγνητική ταινία αρχείου του 1937, από ραδιοφωνική εκπομπή του BBC.
Αξέχαστη μου έμεινε και η φωνή του Ιταλο Καλβίνο. Σαν να του κολλούσαν οι λέξεις στον ουρανίσκο και τις αναμόχλευε με τη γλώσσα μία μία. Η διαπίστωση αυτή έγινε μετά από σύντομη συζήτηση μαζί του για τη «φωνή» στον γραπτό λόγο. Θυμάμαι καλά πώς η «Τσικίτα» (η σύντροφός του, Εσθερ Σίνγκερ) έσπευδε να τον ανακουφίσει, συμπληρώνοντας τις πιο απαιτητικές προτάσεις του.
Ηταν καιρός να σκεφτώ ότι, αν δεν υποφέρεις από κάποια μορφή δυσλεξίας, δεν γίνεσαι συγγραφέας. Μήπως κι εγώ όταν πήγαινα να μιλήσω δεν έβγαιναν απ" το στόμα μου άλλα αντ" άλλων;
Το βιβλίο που με σημάδεψε είναι «Το φθινόπωρο του πατριάρχη» του κολομβιανού νομπελίστα Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Εκεί η γλώσσα και η φωνή είναι εργαλεία και θέμα, όχημα και φορτίο – ένας γάμος τόσο ταιριαστός ή ερωτικός που δεν θέλεις άλλον. Η φωνή του συγγραφέα με άφησε άναυδο. Οχι πως κι εκείνος δεν γλιστρούσε σε ανορθογραφίες και αναγραμματισμούς που έκαναν τους επιμελητές στον εκδότη του να τραβάνε τα μαλλιά τους. Αλλά τι ουρανοκατέβατο μυθιστόρημα υπήρξε για μένα αυτό το βιβλίο! Με βρήκε στο δόξα πατρί και το σημάδι του είναι ακόμα εκεί.
Το «Φθινόπωρο του πατριάρχη» εκδόθηκε στα ισπανικά το 1975 και το διάβασα μόλις μεταφράστηκε στα αγγλικά. Και τρελάθηκα. Οπως οι περισσότεροι αναγνώστες του Γκαρσία Μάρκες μετά τα «Εκατό χρόνια μοναξιά», άλλο μυθιστόρημα περίμενα και άλλο κρατούσα στα χέρια μου. Μόνο που εγώ το διάβαζα ως συγγραφέας και πολιτικός πρόσφυγας του "67. Θέμα του, έργα και ημέρες ενός στρατιωτικού δικτάτορα της Κεντρικής Αμερικής. Ημουν στην Αμερική, διάβαζα λατινοαμερικανική λογοτεχνία σε μετάφραση και έγραφα στην αγγλική μυθιστορήματα για την Κατοχή, τον Εμφύλιο και τη χούντα. Ανάμεσα στους λίγους αγγλόφωνους αγίους μου, ο Μέλβιλ, ο Τζέιμς, ο Φόκνερ και ο Μπέκετ.
Το «Φθινόπωρο του πατριάρχη», εδώ σε μετάφραση στα ελληνικά της Κλαίτης Σωτηριάδου, ανοίγει με τον θάνατο του πρωταγωνιστή, τον ανώνυμο «Στρατηγό» και «Πρόεδρο», θάνατος που σύντομα αναιρείται, αφού στην κάσα αναπαύεται πιστός, καλοπληρωμένος σωσίας του. Ο,τι αίσχος και έγκλημα μπορεί κανείς να σκεφτεί, το έχει διαπράξει ο caudillo και τίποτα δεν φαίνεται να τον σταματάει, ούτε ο Χάρος ο ίδιος.
Με μια ανεπανάληπτη εξέλιξη στην τεχνική του, στοιχεία της οποίας είχε ήδη δοκιμάσει σε προηγούμενα έργα του, ο Γκαρσία Μάρκες εκτίναξε την άνθηση του ισπανόφωνου μυθιστορήματος στα ουράνια, γράφοντας ένα έργο τόσο προχωρημένο για την εποχή του, που ακόμα παραμένει αξεπέραστο. Το «Φθινόπωρο του πατριάρχη» αποτελείται από έξι αφηγηματικές ενότητες-παραγράφους 35-50 σελίδων. Ολες σχεδόν αρχίζουν απ" το ίδιο σημείο: τον θάνατο του δικτάτορα και τα όρνια που εισβάλλουν στο προεδρικό μέγαρο. Και κάθε φορά η αφήγηση συνεχίζεται αναδρομικά.
Το «μυθιστόρημα του δικτάτορα» διανύει πολυετή παράδοση στη Λατινική Αμερική, στα χνάρια όχι μόνο της εξάπλωσης του ολοκληρωτισμού, όχι μόνο του προσωπικού ύφους και των μεθόδων διατήρησης στην εξουσία τού κάθε της άρπαγα, αλλά και στα χνάρια του μοντερνισμού, του νέου μυθιστορήματος και του μεταμοντερνισμού στην τέχνη. Με αφετηρία το «Facundo: Civilization y Barbarie» το 1845 («Ο Φακούντο: Πολιτισμός και βαρβαρότητα»), μια πραγματεία του Ντομίνγκο Φαουστίνο Σαρμιέντο για το φαινόμενο του ολοκληρωτισμού, η διαδρομή του «μυθιστορήματος του δικτάτορα» συμπεριλαμβάνει μεγάλα έργα, όπως «Ο κύριος πρόεδρος» (1946) του Μιγκέλ Ανχελ Αστούριας (Βραβείο Λένιν 1966, Νομπέλ 1967), Πλέθρον, 1986• «Ο μέγας Μπουρουντούν-Μπουρουντά πέθανε» του Χόρχε Θαλαμέα (1951, Βραβείο Λένιν 1967), μεταφρασμένο από τον Νίκο Καζαντζάκη (Δίφρος, c1950)• «La fiesta del rey Acab» (1964) του Ενρίκε Λαφουρκάδε• «Yo, el Supremo» (1974) του Αουγούστο Ρόα Μπάστος• και το «Μεθόδου τέχνασμα» (1974) του Αλέχο Καρπεντιέρ.
Η πρόκληση για τον Γκαρσία Μάρκες υπήρξε ακατανίκητη. Στο ορόσημο που έθεσε με το «Φθινόπωρο του πατριάρχη» κυριαρχεί η αφηγηματική φωνή. Την άκουσα σαν από μικρόφωνο που περιφέρεται από στόμα σε στόμα καλύπτοντας όλες τις οπτικές γωνίες, όλους τους χρόνους, τις περιγραφές, τους ήρωες και τους διαλόγους, τους εσωτερικούς ή δραματικούς μονολόγους. Είναι ένας καταρράκτης προτάσεων που σου κόβουν την ανάσα, ένας χείμαρρος συνειρμών, μια έκρηξη ειρωνείας και καυστικής σάτιρας με εκτεταμένη χρήση δραματικής υπερβολής και μαγικού ρεαλισμού, του οποίου ο Γκαρσία Μάρκες υπήρξε αρχιμάστορας.
Και όμως το «μυθιστόρημα του δικτάτορα», σαν κατηγορία στο πλαίσιο του είδους, κάθε άλλο παρά εξαντλήθηκε με το κορυφαίο έργο του κολομβιανού νομπελίστα. Εως την κατάλυση των «δημοκρατιών της μπανάνας» και το τέλος του 20ού αιώνα, ακολούθησαν έργα όπως το «Cola de lagartija» (1983) της Λουίσα Βαλενσουέλα, το «La novella de Perόn» (1985) του Τόμας Ελόι Μαρτίνες, το «Ο στρατηγός μες στον λαβύρινθό του» (1989) και πάλι του Γκαρσία Μάρκες και η «Γιορτή του τράγου» (2000) του Μάριο Βάργκας Λιόσα, Βραβείο Νομπέλ 2010 (Καστανιώτη, 2002).
Στα χρόνια ειρήνης και σχετικής ελευθερίας η τέχνη σαν όπλο δεν επαναπαύεται παρά πόδα.

Ο Στρατής Χαβιαράς διέπρεψε στις ΗΠΑ ως ποιητής, έγινε διάσημος με το μυθιστόρημα «Τα ηρωικά χρόνια» για τον ελληνικό Εμφύλιο και πρόσφατα έγραψε το «Πορφυρό και μαύρο νήμα» (Κέδρος). Από το 1985 εμψυχώνει στο Χάρβαρντ το Εργαστήρι Δημιουργικής Γραφής.