ΑΥΤΟΣ: ΜΗΧΑΝΟΒΙΟΣ, ΜΟΝΗΡΗΣ, LΟΟSΕR ΣΤΙΣ ΑΓΑΠΕΣ
ΤΟΥ, ΑΠΟΔΙΩΓΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΜΙΑ ΜΗΤΕΡΑ- ΛΕΑΙΝΑ· ΨΑΧΝΕΙ ΚΑΙ ΨΑΧΝΕΤΑΙ. ΕΚΕΙΝΗ: ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΣΤΑ ΝΙΑΤΑ ΤΗΣ ΓΛΕΝΤΗΣΕ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ, ΧΗΡΑ ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΕΣΣΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΜΗΤΕΡΑ ΔΥΟ ΠΑΙΔΙΩΝ· ΒΙΩΝΕΙ ΠΡΟΩΡΑ ΤΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΜΙΑΣ ΑΤΥΧΗΣ ΖΩΗΣ
Εκείνος (ο πρωτότυπος αφηγητής) και εκείνη διαφέρουν στον τρόπο που βλέπουν τη ζωή. Συγγενεύουν ως προς το αίσθημα της πνιγηρής ελευθερίας. Θα τους ενώσει το τρίτο πρόσωπο της ιστορίας: ο πεθαμένος άντρας της. Σαν σε παραμύθι διασταυρώνονται οι δρόμοι και των τριών.

Σ΄ ένα ταξίδι που κάνει στην περιοχή του Ταϋγέτου, το φάντασμα του πεθαμένου άντρα της Περσεφόνης εμφανίζεται στον περιπλανώμενο αφηγητή και του ζητεί να γίνει ο προστάτης της συμβίας και της οικογένειάς του. Κι αυτός δέχεται.

Στο πρόσωπό του η Περσεφόνη θα ξαναζήσει τον στερημένο έρωτα, με τέτοια μάλιστα ένταση ώστε θα ακυρωθούν όλοι οι παλιοί της έρωτες. Ετσι θα αρχίσει να ξαναβρίσκει τις ισορροπίες με τους άλλους, κυρίως με τον εαυτό της.

Το σμίξιμο

Τα δυο παιδιά, η παράξενη Αύρα και ο δεκαεννιάχρονος φοιτητής Ικαρος, επικροτούν με τη σιωπή την επιλογή της μητέρας τους- αν δεν την ενθαρρύνουν. Το ερωτικό και συναισθηματικό σμίξιμο είναι η αφορμή όχι μόνο να ξαναβρεί η Περσεφόνη τον μπούσουλά της μέσα στον κόσμο, αλλά θα γίνει καταλυτική στάση ζωής και για τον ίδιο τον αφηγητή. Σε μια εκδρομή στη Μάνη τού δίνεται η ευκαιρία να διαπιστώσει πως είναι ικανός τελικά να κάνει πράξη το ύψιστο ταλέντο που (πρέπει να) διαθέτει κάθε άνθρωπος: «Να κάνει το κακό καλό, να γυρνάει το κακό σε καλό».

Οταν στο τέλος θα καβαλήσει τη μηχανή και θα απομακρυνθεί από την ανανεωμένη οικογενειακή εστία, θα νιώσει το ανακουφιστικό αίσθημα της λύτρωσης. Ανοιξε πόλεμο με τα φαντάσματα, ιδίως με το φάντασμα του εαυτού του που «το κουβαλάει από μικρό παιδί», και βγήκε νικητής.

Ο Γκιμοσούλης γνωρίζει καλά να μεταδίδει στον αναγνώστη την ευφορία του έρωτα. Κι αυτή του η δεξιότητα βρίσκει το απόγειό της σ΄ ένα ανάγνωσμα όπου, ανέλπιστα όσο και αβίαστα, τελείται η ώσμωση ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών μ΄ εκείνο των εσαεί απόντων.