Με την Έρση Μαλικένζου και τη Ναταλία Τσαλίκη παίζεται στο «Χυτήριο» η παράσταση «Η βασίλισσα της ομορφιάς» του Μάρτιν ΜακΝτόνα
«Η βασίλισσα της ομορφιάς» του Μάρτιν ΜακΝτόνα είχε παιχτεί στην Ελλάδα λίγα χρόνια μετά τη συγγραφή της (1996), από τον Θύμιο Καρακατσάνη και την Άννα Βαγενά. Η ανάληψη ενός τραγικού ιλαρού ρόλου από τον σημαντικότατο κωμικό χωρίς ίχνος στις προθέσεις της παράστασης για εντυπωσιασμό είχε γείρει τη ζυγαριά προς την τραγική φάρσα, αφού ο Καρακατσάνης είχε φιλοτεχνήσει ένα πορτρέτο γριάς μέγαιρας, πολύ γνωστής και στην ελληνική εμπειρία. Εξάλλου, όλη η τότε παράσταση συνειδητά είχε εξελληνίσει χωρίς λαϊκισμούς το κείμενο για να τονίσει πιθανόν πως απεικόνιζε και δραματοποιούσε κοινές ανθρώπινες, πανανθρώπινες εμπειρίες.
Και τότε είχα διεξοδικά αναφερθεί στο πόσα εντέλει κοινά στοιχεία έχουν οι δύο ακραίοι γεωγραφικά ιθαγενείς πολιτισμοί της Ιρλανδίας και της Ελλάδας. Τώρα που είδα ξανά το πρωτόλειο αυτό (και το γράφω με συνεχές αίσθημα έκπληξης αφού ο συγγραφέας του, γεννημένος το 1970, το έγραψε ως πρώτο μόλις 25 ετών!) σκηνοθετημένο λιτά, μετρημένα από τη Νικαίτη Κοντούρη επανεκτίμησα ό,τι συχνά ισχυριζόμαστε, αλλά χρειάζεται κάθε φορά να το επαληθεύουμε με ντοκουμέντα και εμπειρίες, δηλαδή το μυστήριο πόσο κοντά σε ψυχισμό, σε τυπικές ανθρωπολογικές συμπεριφορές βρίσκονται οι δύο λαοί, ο ένας στο νοτιότερο άκρο και ο άλλος στο βορειότερο της Ευρώπης. Άλλο κλίμα, άλλος αέρας και άλλη φύση αλλά κοινές συνισταμένες η θάλασσα, η ναυτοσύνη, η μητριαρχική δομή της κοινωνίας και τα κατσάβραχα, η μαύρη πέτρα και το ξερό χορτάρι που λέει ο Σολωμός και απηχεί και ο Σινγκ των «Καβαλάρηδων στη θάλασσα», που ανέβασε τώρα ξανά εδώ η Άννα Κοκκίνου.
Την ίδια εποχή που εδώ ο Νικόλαος Πολίτης και οι συγγραφείς που εμπνέονται από τη λαϊκή παράδοση συλλέγουν δημοτικά τραγούδια, παραδόσεις και παροιμίες, την ίδια εποχή που ο Χρηστομάνος κινητοποιεί Παλαμά, Ξενόπουλο, Αυγέρη, Καζαντζάκη, Καμπύση να γράψουν ιθαγενές θέατρο, την ίδια εποχή που οι Έλληνες θεατράνθρωποι εφευρίσκουν τρία υβρίδια άγνωστα στην Ευρώπη, το κωμειδύλλιο, το δραματικό ειδύλλιο και την επιθεώρηση, οι Ιρλανδοί ποιητές και λόγιοι, ο Γέιτς, ο Σινγκ, ο Ο΄Κέιζι, η λαίδη Γκρέγκορι ανεξαρτητοποιούνται από την Αγγλία, γράφουν ιθαγενή έργα και αφού συλλέξουν δημοτικά τραγούδια, παροιμίες και παραδόσεις, παραμύθια και έθιμα, επιβάλλουν την ιρλανδική γλώσσα ως γλώσσα της ποίησης, της εκπαίδευσης και του θεάτρου.
Και θυμάμαι με έκπληξη πριν από πολλά πολλά χρόνια όταν κυκλοφόρησε μια έξοχη Ανθολογία Παγκόσμιας Ποίησης της Ρίτας Μπούμη-Παπά και του Νίκου Παπά, διάβασα ένα μεταφρασμένο στα ελληνικά δημοτικό ιρλανδικό τραγούδι, «Του Μπίλλυ», όπου είναι αυτούσια η ιστορία του «Νεκρού αδελφού», τραγουδιού βέβαια με διαβαλκανική διάχυση.
Η Ιρλανδία, όπως και εμείς, έχει τη μακρόχρονη κατοχή της και απόπειρα αποεθνοποίησής της και γλωσσικής της αλαλίας και, ως εκ τούτου, ήταν φυσικό και ηθικό και λογικό να σκάψει βαθιά και να βρει ερείσματα στις ρίζες της.
Αλήθεια τι τύχη θα είχε άραγε στη ση μερινή, δεν λέω στην πριν από πενήντα χρόνια, Ιρλανδία κάποιος πανεπιστημιακός της ιστορικός που δημόσια θα διακήρυττε πως ο πατριωτισμός είναι σαχλαμάρα αφελών και το έθνος, μια κατασκευή και ένα ιδεολόγημα; Τα παραπάνω είναι μερικά θεμελιώδη επιχειρήματα για να αντιληφθούμε γιατί ιρλανδικά έργα μάς φαίνονται και είναι τόσο οικεία.
Ο ΜακΝτόνα κάνει ηθογραφία, ποιητική ηθογραφία και μου έχει δοθεί επανειλημμένα η ευκαιρία να επιχειρηματολογήσω πως η ηθογραφία δεν πρέπει να συγχέεται με τη γραφικότητα ούτε με τον λαϊκισμό (που κολακεύει συχνά και τα ελαττώματα ενός λαού), αλλά είναι καταγραφή και κριτική και αξιολόγηση των κοινωνικών ηθών, των νοοτροπιών και των συμπεριφορών μιας ομάδας ανθρώπων που ζουν σε ένα συγκεκριμένο τόπο, μια ορισμένη στιγμή της εθνικής και της γενικής ιστορίας.
Ηθογραφία είναι τα «Λάθη μιας νύχτας» του Γκόλντσμιθ, ο «Μάριος» και η «Φανή» του Πανιόλ, τα «Παντρολογήματα» του Γκόγκολ, το «Χαμένο γράμμα» του Καραντζιάλε, η «Τρισεύγενη» του Παλαμά, «Ο γυάλινος κόσμος» του Ουίλιαμς, η «Φιλουμένα Μαρτουράνο» του Ντε Φίλιππο, το «Καστόρινο παλτό» του Χάουπτμαν, «Οι φωτιές του Αϊ-Γιάννη» του Στρίντμπεργκ, για να κάνω περιοδεία στο ευρωπαϊκό θέατρο.
«Η βασίλισσα της ομορφιάς» είναι γραμμένη περίπου είκοσι χρόνια μετά το «Μάνα, μητέρα, μαμά» και βέβαια δεν θα ισχυριζόταν κανείς πως ο νεαρός ΜακΝτόνα γνώριζε το αριστούργημα του Διαλεγμένου. Και όμως, τα δύο έργα συγγενεύουν και ως θέμα και στα ήθη και στη θεατρική ατμόσφαιρα. Είναι ό,τι συνήθως λέγεται στη θεωρία της Τέχνης εκλεκτικές συγγένειες. Μια κατάκοιτη γριά μητέρα, αυταρχική, ανελέητη, απαιτητική, απάνθρωπη, εγωκεντρική και υποκριτική ταλαιπωρεί το οικογενειακό της στενό περιβάλλον αρνούμενη να δεχθεί την αυτονομία των ενήλικων παιδιών της, υπονομεύοντας τις επιλογές τους και ακυρώνοντας με ύπουλες στρατηγικές τις προοπτικές του μέλλοντός τους. Στον ΜακΝτόνα είναι η γριά μέγαιρα και η ώριμη κόρη της οποίας ακυρώνει και γελοιοποιεί κάθε απόπειρα εξόδου από την κατάθλιψη, τη μοναξιά και την ερωτική πείνα. Πρότυπο όλων αυτών των έργων είναι η «Δεσποινίς Τζούλια», «Ο χορός του θανάτου», «Ο Πατέρας» του μεγάλου Στρίντμπεργκ. Το αλληλοευνουχισμένο ζεύγος απλώς αλλάζει φύλο ή σχέση. Από τον Ο΄Νιλ έως τον Άλμπι, από τον Ντίρενματ έως τον Μπέργκμαν, από τον Ζενέ έως τον Μπέρνχαρντ, από τον Μουρσελά έως τον Διαλεγμένο, από τον Μπουνιουέλ έως τον Γκέλμαν, το θέατρο κάνει παραλλαγές και φούγκες πάνω στον «μύθο» του Παραδείσου, Αδάμ, Εύα, όφις.
Ο Ερρίκος Μπελιές που εξελίσσεται πλέον σε έναν μεταφραστικό Πρωτέα απέδωσε το κείμενο με την ωμή και βιτριολική πιστότητα που απαιτεί. Ο Πάτσας κατασκεύασε ένα εφιαλτικό δωμάτιο φυλακή και φάρο στην κορυφή ενός απρόσιτου βουνού, μακριά από τον Θεό. Ο Παυλόπουλος το φώτισε με σοφία και ο Ιατρόπουλος το εγκλώβισε σε εφιαλτικότερους ήχους και σημαίνουσα μουσική υπογράμμιση.
ΙΝFΟ
«Η βασίλισσα της ομορφιάς» στο «Χυτήριο» (Ιερά Οδός 44, Κεραμεικός. Τηλ. 210-3412.313)
Τραγικό στη δική του μοναξιά
Η Έρση Μαλικένζου σε έναν ρόλο, της γριάς μέγαιρας, εύκολο να διολισθήσει είτε σε γραφικότητα είτε σε θρίλερ. Έπλασε με υποκριτικό χιούμορ έναν πολυσύνθετο χαρακτήρα, ύπουλο, σαρκαστικό, υποκριτικό, εκβιαστικό αλλά και άκρως τραγικό στη δική του μοναξιά Η Ναταλία Τσαλίκη, στον καλύτερο έως σήμερα ρόλο της. Ηθοποιός ευρείας γκάμας από τη φάρσα στο ποιητικό δράμα, εδώ συνέθεσε μια συμπεριφορά ανθρώπου με τραύματα, απώσεις, ουτοπικά σύνδρομα, ψευδαισθήσεις, εγκληματικές προβολές αλλά και ανθρώπινα, καθημερινά πάθη και φυσιολογικές εκδηλώσεις καταπιεσμένες και εκρηκτικές. Χωρίς υπερβολές, με υφέρπουσα ψυχική διέγερση, η Τσαλίκη έφθασε στο έγκλημα με επιχειρήματα που άπτονται της ψυχολογίας και όχι της εγκληματολογίας.
Ο Γιώργος Δάμπασης στον καλύτερο έως τώρα ρόλο του, λιτός και μετρημένος και ο νεαρός Κωνσταντίνος Γαβαλάς, άνετος με φρεσκάδα και ευστοχία αντιδράσεων. Η Νικαίτη Κοντούρη απέδειξε πως στα έργα θερμοκρασίας, ρεαλιστικής γραφής και ποιητικής απογείωσης βρίσκεται στην καλύτερη ώρα.







