ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΣΙΓΑΣΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ, ΕΡΩΤΙΚΗΣ
ΠΑΡΑΦΟΡΑΣ ΚΑΙ ΦΕΤΙΧΙΣΤΙΚΩΝ ΕΜΜΟΝΩΝ,
ΠΟΥ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΕΙ ΣΕ 44 ΦΟΡΕΣ ΕΡΩΤΑ ΤΗΣ ΜΙΑΜΙΣΗΣ
ΩΡΑΣ, ΑΝΑΔΙΠΛΩΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΕΚΤΙΘΕΤΑΙ
ΣΤΟ «ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ», ΜΕΣΑ ΣΤΟ
ΟΠΟΙΟ ΜΑΣ ΞΕΝΑΓΕΙ Ο ΙΔΡΥΤΗΣ ΤΟΥ, Ο ΚΕΜΑΛ,
Ο ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑΤΙΚΟΣ ΗΡΩΑΣ ΤΟΥ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΥ
ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΟΡΧΑΝ ΠΑΜΟΥΚ
Μέσα της δεκαετίας του ΄70. Ο τριαντάχρονος Κεμάλ, γόνος πλούσιας οικογένειας της Ιστανμπούλ, επιστρέφει από τις σπουδές του στην Αμερική και ετοιμάζεται να αρραβωνιαστεί τη Σιμπέλ, με την οποία συναντιέται ερωτικά στο γραφείο του πατέρα του, πλούσιου επιχειρηματία τρίτης γενιάς. Εκείνη του δίνεται επειδή αναγνωρίζει τον «σοβαρό σκοπό» του. Η Σιμπέλ είναι κόρη συνταξιούχου πρέσβη που ξεπούλησε την περιουσία του. Το ζευγάρι περπατώντας στις ακριβές περιοχές της Ιστανμπούλ βλέπει, στη βιτρίνα μιας μπουτίκ, μια γαλλική τσάντα που εντυπωσιάζει τη Σιμπέλ. Την επομένη ο Κεμάλ μπαίνει να την αγοράσει και αντικρύζει την πωλήτρια, τη Φισούν, μια δεκαοκτάχρο- νη μακρινή συγγενή του εξ αγχιστείας. Η μητέρα τού Κεμάλ ήταν θυμωμένη με τη μάνα της Φισούν, επειδή ενθάρρυνε την κόρη της να διαγωνιστεί σε καλλιστεία. Η εμφάνιση της Φισούν (λεπτή, βαμμένα ξανθά μακριά μαλλιά) ταράζει τον Κεμάλ, σημαδιακά και μοιραία. Αρχίζουν να συναντιούνται σε ένα κλειστό διαμέρισμα της οικογένειας του Κεμάλ. «Η Φισούν έβγαλε τα σκουλαρίκια της και τα ακούμπησε στο τραπεζάκι κοντά μας- ένα από τα σκουλαρίκια είναι το πρώτο από τα εκθέματα του μουσείου μου». Η αφήγηση του Κεμάλ, χρόνια μετά, αρχίζει σαν μια ξενάγηση μέσα στο Μουσείο που έχει ήδη φτιάξει για τη Φισούν. Και το πρώτο αντικείμενο είναι το σκουλαρίκι που θα χάσει η αγαπημένη του. Θόρυβοι, φωνές και μυρωδιές της πόλης συνοδεύουν τις μαγικές στιγμές τους. Στην πραγματικότητα η Φισούν και η Ιστανμπούλ είναι οι δύο αλληλένδετες αγάπες του Κεμάλ, αφού κάθε αναφορά στη Φισούν παραπέμπει σε κάποιο αντικείμενο, σε μια τοποθεσία, σε μια εκδήλωση, ενώ η αφηγηματική ματιά του περιλαμβάνει απαραιτήτως μέσα στο κάδρο τη Φισούν- ακόμη και την απουσία της.

Σαν τον «Γκάτσμπι»
Ο αρραβώνας με τη Σιμπέλ γίνεται στο «Χίλτον», όπου συγκεντρώνεται η μεγαλοαστική τάξη της Τουρκίας, θυμίζοντας τον «Μεγάλο Γκάτσμπι» α λα τούρκα. Ο Κεμάλ έχει καλέσει την οικογένεια της Φισούν και συνομιλεί με τους καλεσμένους. «Η οικογένεια Παμούκ είχε κλειστεί στο καβούκι της, ένιωθε άβολα ανάμεσα στους νεόπλουτους. Δεν είχαν τίποτε το αξιοπρόσεκτο, παρά μόνο τον γιο τους Ορχάν... ». Ο Κεμάλ θα χορέψει με τη Φισούν και θα της ζητήσει να συνεχίσουν τη σχέση τους. Ζηλεύει φρικτά κάθε άντρα που την πλησιάζει. «Ο κύριος Ορχάν Παμούκ, τον οποίο συνάντησα έπειτα από πολλά χρόνια, όταν έστηνα το μουσείο μας, μου μίλησε για εκείνον τον χορό. Όσοι θέλουν να μάθουν, από το δικό του στόμα, τι ένιωσε ο Ορχάν μπέης, όταν χόρευε με τη Φισούν, ας διαβάσουν το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου με τίτλο “Ευτυχία”». Κι έτσι, στο τέλος, αφηγητής και συγγραφέας ενώνονται εις μάσκα μία- κάτι που είχε συμβεί και στο Χιόνι και που συμβαίνει στα καλά μεταμοντέρνα μυθιστορήματα.

Στο μεταξύ η Φισούν, που ετοιμαζόταν να δώσει εξετάσεις και ο Κεμάλ- υποτίθεται- τη βοηθούσε, εξαφανίζεται. Στο διάστημα αυτό ο Κεμάλ αποξενώνεται από τους φίλους του, διαλύει τον αρραβώνα, παραμελεί την επιχείρηση. Η κοινωνία τον χλευάζει, ως ανόητο και ιδιόρρυθμο. Καθ΄ όλη αυτή την περίοδο των «2.864 ημερών ή σχεδόν οκτώ ετών της απουσίας της», εκείνος συλλέγει με εμμονή χιλιάδες αντικείμενα που η Φισούν άγγιξε ή του θυμίζουν την παρουσία της και που θα εκτεθούν αργότερα στο «Μουσείο». Φλιτζάνια, βάζο, κοκαλάκι, χάρακας, γόμα, στιλό και σαλιγκάρια για να αισθανθούν οι επισκέπτες τη φθινοπωρινή μελαγχολία της εποχής του έρωτά τους. Εισιτήρια από σινεμά, αφίσες, μπουκάλια γκαζόζας, που τα φιλάει επειδή άγγιξαν τα χείλη της, η μακέτα του σπιτιού της, το ψυγείο της, ο τρίφτης με τον οποίο συνελήφθη ένα βράδυ από τη στρατιωτική αστυνομία να τον κου βαλάει πάνω του, αλλά και 4.213 γόπες με τη λεζάντα η κάθε μία και την ημερομηνία που τις απέκτησε.

Κλαίει και οδύρεται ο Κεμάλ. Ο πόνος του έρωτα, πόνος αναμονής, απλώνεται στο σώμα του σαν θάνατος. Μαύρη μελαγχολία, ζήλεια, θυμός, υποψίες, ψυχοσωματικές αρρώστιες. Φτιάχνει τον δικό του χάρτη, τη δική του «απαγορευμένη πόλη», με κόκκινα και πορτοκαλί χρώματα, ώστε να αποφεύγει τους δρόμους που βάδιζαν μαζί. Την ταυτίζει με περαστικούς, τη βλέπει σαν φάντασμα. Καταφεύγει στα ζώδια. Και η ερωτική του ζωή περιορίζεται στους οργασμούς που επιφέρει το άγγιγμα κάποιων προσωπικών της αντικειμένων πάνω στο κορμί του.

Ποιοτικό σινεμά
Στα επίμονα γράμματα που στέλνει στη Φισούν εκείνη ανταποκρίνεται τελικά, όμως τη βρίσκει παντρεμένη με έναν σεναριογράφο που ονειρεύεται να κάνει ποιοτικό σινεμά με πρωταγωνίστρια τη γυναίκα του. Το ζευγάρι επίσης ευελπιστεί στη δική του χρηματοδότηση. Ο Κεμάλ βγαίνει συνεχώς μαζί τους και για επτά χρόνια αναζητάει μια στιγμή να της μιλήσει. Ένα δημοσίευμα εφημερίδας μιλάει για έναν Κ. και το πάθος του για μια νεαρή υποψήφια ηθοποιό που εμποδίζει την καριέρα της. Γιατί να μην ακούσει τη μάνα του που τον προειδοποιεί ότι δεν μπορεί να γίνει ευτυχισμένος με αυτήν την κοπέλα «αν μπορούσες, θα είχε γίνει ώς τώρα»;

Όταν η Φισούν χωρίζει με τον αντιερωτικό σύζυγό της, ο Κεμάλ της κάνει πρόταση γάμου και οργανώνει ένα ταξίδι με αυτοκίνητο στην Ευρώπη, που θυμίζει την on the road απόδραση του ήρωα του Ναμπόκοφ με τη Λολίτα. Όμως η Φισούν έχει αλλάξει στο μεταξύ, καταρρέει ψυχολογικά και τον κατηγορεί ότι τη ζήλευε.