ΑΥΡΙΟ ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΟΝΤΑΙ ΕΙΚΟΣΙ ΠΕΝΤΕ

ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ

ΤΣΙΤΣΑΝΗ

Ξεκινώ σεμνά και ταπεινά. Στο πνεύμα των ημερών… Ο Βασίλης Τσιτσάνης είναι ο μεγαλύτερος Έλληνας συνθέτης της λαϊκής μας μουσικής και μία από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της Ελλάδας στον εικοστό αιώνα. Μεγαλύτερος των Δασκάλων του, των Συμμαθητών του και των Μαθητών του.

Ο μεταθανάτιος καλπασμός του Βασίλη Τσιτσάνη συνεχίζεται, όπως αποκάλυψε πρόσφατα σε ομιλία του στον «Παρνασσό» ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος.

Όσο μακραίνει ο χρόνος τόσο το έργο του βαθαίνει και πλαταίνει. Τόσο η κορυφή του φαίνεται καθαρότερα. Ψηλότερα απ΄ όλες τις άλλες κορυφές.

Η γενιά μου, η γενιά του 114, έχει ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς της και με τον χώρο της Πολιτικής και με τον χώρο του Πολιτισμού. Για τον Τσιτσάνη ξέρουμε πια ότι ήταν ένας εκσυγχρονιστής στην τέχνη του, μισόν αιώνα νωρίτερα απ΄ όλους. Όταν βασίλευε στο ρεμπέτικο, αλλά και όταν στη συνέχεια έμοιαζε να το απαρνείται, ενώ στην ουσία το συνέχιζε και το εκσυγχρόνιζε, θέλοντας να εκφράσει τον «δικό του Μουσικό Κόσμο».

Ένας εκσυγχρονιστής που δεν πιάστηκε στις δαγκάνες «του δέοντος και του ωφελίμου», παρά εξέφρασε τις δίσεκτες εποχές του ελληνισμού: τη δικτατορία του Μεταξά, την Κατοχή, τον Εμφύλιο, μέχρι και τη Μεταπολίτευση. Σαράντα χρόνια πάνω στο πατάρι, 600 τραγούδια, 12.000 ξενύχτια. Αυτή ήταν η καλλιτεχνική εξίσωση της ζωής του. Σαράντα χρόνια αδιάφθορος και απαραχάρακτος από τους καιρούς. Μιλούσε για τα βάσανα και τους καημούς του κόσμου. Για τις ανισότητες, τις αδικίες και τη φτώχεια του λαού μας. Πρώτος «έφυγε» από την πραγματικότητα. «Ο Τσιτσάνης στη Ζούγκλα», 1938, οι «Μάγισσες της Αραπιάς», 1938, «Στην Παραγουάη, σε φίνο ακρογιάλι», 1938. Πέρασε φράσεις συνθήματα στη γλώσσα μας: «Έλα όπως είσαι», «Απόψε κάνεις μπαμ», «Θα κάνω ντου», «Είσαι μάγκας κι ομορφόπαιδο».

Κανείς δεν μίλησε για τις γυναίκες όπως αυτός. Τις αγάπησε και τις αποκάλεσε: μάγισσες, τρελές, αχάριστες, ψεύτρες, σκληρόκαρδες, σατράπισσες, δαιμονισμένες, παλιοκόριτσα, κακούργες, μαύρες ψυχές, ασυλλόγιστες, μπαμπέσες, παμπόνηρες, σκάρτες, μαγκιόρες, αλλά και αρχόντισσες, μαργιόλες, φίνες, μεθυστικές, μποέμισσες, τσαχπίνες, γόησσες, νοστιμούλες, πεταχτές, κουκλίτσες, λάγνες, ερωτιάρες, ονειρεμένες, νεράιδες, αγαπούλες. Έγραψε τη «Συννεφιασμένη Κυριακή», τον «εθνικό ύμνο των Νεοελλήνων», αλλά και την «Αρχόντισσα», που είναι εμβληματικό τραγούδι στην ιστορία του λαϊκού μας τραγουδιού.

Ω, αν ήταν γεννημένος στη Γηραιά Αλβιώνα ή τις ΗΠΑ, σήμερα δισκογραφικά θα μιλούσαμε για το φαινόμενο των φαινομένων, με τα εκατομμύρια δίσκους των πωλήσεών του.

Αλλά, όπως λέει και ο Ελύτης, ήταν «κλεισμένος κι αυτός στην ελληνική γλώσσα», που μιλιέται δεν μιλιέται από 14.000.000 ανθρώπους σε όλο τον κόσμο.

Στα χέρια μου έχω μια μικρή κιβωτό του συνθέτη. Τα «Ημερολόγια» του Βασίλη Τσιτσάνη, περίπου διακόσιες χειρόγραφες σελίδες που μου εμπιστεύτηκε η οικογένειά του, μετά τον θάνατό του και τον θάνατο της Ζωής, της γυναίκας του.

Μέσα σ΄ αυτά τα «Ημερολόγια», στερεότυπα ο Βασίλης Τσιτσάνης επαναλαμβάνει τη φράση «Ο Μουσικός μου Κόσμος», θέλοντας να δείξει τι διαφορετικό έκρυβε μέσα του από το ρεμπέτικο τραγούδι, που ασφαλώς είναι ο γεννήτορας των τραγουδιών του. Στα εξακόσια τραγούδια θαυμάζει κανείς τις μοναδικές μουσικές του ποικιλίες, μια αχαλίνωτη φαντασία, ένα ταμπεραμέ- ντο σουρεαλιστή, έναν άνθρωπο που με το μαγικό χαλί της έμπνευσής του πετάει από την καρδιά της Ανατολής στο Χόλιγουντ, από τα παλάτια της Πόλης και τις απαγωγές της Σεράχ, στη ζούγκλα. Έναν μεγάλο τεχνίτη, που με το δικαίωμα της τέχνης του βάζει ακρογιάλια στην ηπειρωτική Παραγουάη! «Με το δικαίωμα μιας τέχνης υψηλής», όπως λέει ο Σεφέρης, κρίνοντας το γεγονός ότι ο Γκρέκο έβαζε το νοσοκομείο του Δον Χουάν Ταβέρα έξω από τον πίνακα του Τολέδο, γιατί δεν χωρούσε!…

Γνώρισα και τον άνθρωπο Βασίλη Τσιτσάνη. Αυτός με σκλάβωσε. Κι αυτόν τον αγάπησα παράφορα όπως τα τραγούδια του. Μέρα τη μέρα και τραγούδι το τραγούδι. Μεγάλος ο καλλιτέχνης. Αλλά μέγας και ο άνθρωπος. Με βαθιές και απότομες χαράδρες.

Θέλω να τελειώσω όπως ξεκίνησα. Σεμνά και ταπεινά. Η λαϊκή μας παράδοση τραβάει με κορυφογραμμές. Ο Βασίλης Τσιτσάνης είναι σε μία από αυτές. Είναι στο λαϊκό μας εικονοστάσι. Σε κάθε σπίτι, σε κάθε καρδιά. Μαζί με τον κυρ-Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, τον Πανσέληνο, τον Μακρυγιάννη, τον Θεόφιλο, τον Σπαθάρη. Μ΄ αυτούς είναι.