Στην ιστορία της παιδαγωγικής σκέψης και της ψυχολογίας, η βασική μετατόπιση που έγινε στο ζήτημα της μάθησης είναι η στροφή από τη θεωρία των «συνειρμών» στη θεωρία της «επεξεργασίας πληροφοριών». Κάθε ορισμός της μάθησης υποστηρίζεται από μια ολόκληρη κοσμοθεωρία, μια σειρά από οντολογικές παραδοχές για τη φύση, τον άνθρωπο, τις σχέσεις ανθρώπου και φύσης, τη φύση της φύσης και της κοινωνίας. Παράλληλα, το φαινόμενο της μάθησης προσεγγίζεται από διαφορετικούς επιστημονικούς κλάδους με διαφορετικό τρόπο. Οι κοινωνιολόγοι ασχολούνται με τους κοινωνικούς όρους συντέλεσης της μάθησης, οι νευροβιολόγοι με τις εγκεφαλικές διεργασίες και τις προϋποθέσεις του νευρικού συστήματος που είναι απαραίτητες για τη μάθηση, οι φιλόσοφοι με το κατά πόσο οι διεργασίες και τα προϊόντα της μάθησης αναπαριστούν τον εξωτερικό κόσμο, αν αυτός υπάρχει ή υπάρχει η εικόνα που έχουμε επεξεργασθεί γι΄ αυτόν κ.λπ. Συμπεριφορισμός

Κυριότεροι θεωρητικοί είναι οι Τhοrndike, Watsοn, Ρavlov, Skinner. Η θεωρητική βάση του συμπεριφορισμού είναι το σχήμα «ερέθισμα- αντίδραση». Η μάθηση και η απόκτηση της γνώσης είναι αποτέλεσμα συνεξαρτήσεων ανάμεσα στα ερεθίσματα (Ε) που δέχεται το άτομο από το περιβάλλον του και στις αντιδράσεις του (Α). Δεν ενδιαφέρεται για την εσωτερική (τη νοητική) λειτουργία των υποκειμένων αλλά εστιάζει την προσοχή στην ανάλυση των χαρακτηριστικών εισόδου- εξόδου της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Κάθε ερέθισμα φέρνει κάποια αντίδραση του οργανισμού. Αν το ερέθισμα ακολουθείται από μια αμοιβή ή έπαινο τότε μπορεί ο σύνδεσμος ανάμεσα στο ερέθισμα και την αντίδραση να εγκαθιδρυθεί. Στην πιο επεξεργασμένη του εκδοχή, ο συμπεριφορισμός μετατρέπεται σε συνειρμική ψυχολογία όπου υποστηρίζεται ότι τα νέα ερεθίσματα αφομοιώνονται καλύτερα από τον δέκτη όταν έχουν σχέση με ήδη αποθηκευμένες πληροφορίες. 1. Κλασική εξαρτημένη μάθηση

Ε.Τhorndike:Μάθηση με δοκιμή και πλάνη. Η βασική μορφή μάθησης είναι «η μάθηση με δοκιμή και πλάνη». Η γνώση είναι το αποτέλεσμα επιτυχημένων αντιδράσεων σε ένα ερέθισμα, που με τον καιρό δημιουργούν μια σύνδεση ανάμεσα στο ερέθισμα και την αντίδραση. Οι βασικοί νόμοι της μάθησης είναι:

* Ο νόμος της άσκησης: Ο σύνδεσμος ανάμεσα στο ερέθισμα και την αντίδραση ισχυροποιείται με τη συνεχή άσκηση.

* Ο νόμος του αποτελέσματος: Η σύνδεση μεταξύ μιας αντίδρασης και του ερεθίσματος που την προκαλεί γίνεται πιο ισχυρή όταν η αντίδραση συνοδεύεται από ένα ευχάριστο αποτέλεσμα. * Ο νόμος της αφομοίωσης: Όταν ένα ερέθισμα μοιάζει με την παλιά εμπειρία του ατόμου, αφομοιώνεται ευκολότερα.

Ρavlov:Μάθηση με υποκατάσταση. Είναι γνωστό το πείραμα του Ρavlov (1849-1936) με τον σκύλο στον οποίο παρείχε τροφή και λίγο πριν από την παροχή της δημιουργούσε ένα «ηχητικό ερέθισμα». Την παροχή τροφής, ο Ρavlov την ονόμασε φυσικό ερέθισμα, το ηχητικό ερέθισμα «υποκατάστατο» και την έκκριση σιέλου που προκαλούσε στον σκύλο η θέα της τροφής «φυσική αντίδραση». Ο Ρavlov παρατήρησε ότι με το πέρασμα του χρόνου ο σκύλος είχε ταυτίσει τη λήψη τροφής με τον ήχο. Έτσι, όταν ο Ρavlov προκαλούσε το ηχητικό ερέθισμα προκαλούνταν έκκριση σιέλου στον σκύλο ακόμη και όταν δεν του έδινε τροφή. Το φαινόμενο ονομάσθηκε «εξαρτημένη αντίδραση ή υποκατάσταση».

Η θεωρία της συμπεριφοράς του Watson. Για τον Watson το πεδίο της ψυχολογίας είναι η παρατήρηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Η μάθηση είναι μία διαδικασία εξαρτημένων αντανακλαστικών, είναι αποτέλεσμα μάθησης κατά το πρότυπο του Ρavlov. Οι άνθρωποι έχουν με τη γέννησή τους ορισμένα αντανακλαστικά και η συμπεριφορά τους διαμορφώνεται ανάλογα με τις αντιδράσεις τις οποίες συνδέουν με τα ερεθίσματα που δέχονται από το περιβάλλον.

Για την αποφυγή δυσάρεστων συναισθηματικών καταστάσεων ο Watson επινόησε τεχνικές «απόσβεσης» και «αντιεξάρτησης». Η απόσβεση στηρίζεται στο να πάψει η αντίδραση που έχει συνδεθεί με ένα ερέθισμα. Η «αντιεξάρτηση» είναι η αντικατάσταση του εξαρτημένου ερεθίσματος που προκαλεί φόβο από ένα καινούργιο ερέθισμα που επιφέρει ευχαρίστηση.

Η πίστη του Watson στη δύναμη που έχει το περιβάλλον στη διαμόρφωση της ανθρώπινης συμπεριφοράς αποκρυσταλλώνεται στη γνωστή του φράση: «Δώστε μου μια δωδεκάδα νήπια, με υγεία και αρτιμέλεια, και το ειδικό δικό μου περιβάλλον, μέσα στο οποίο θα τα αναθρέψω, και σας εγγυώμαι ότι μπορώ να πάρω κατά τύχη ένα οποιοδήποτε από αυτά και να το εκπαιδεύσω κατάλληλα ώστε να γίνει οποιοσδήποτε ειδικός θελήσετε- γιατρός, δικηγόρος, ακόμα και ζητιάνος ή κλέφτης- ανεξάρτητα από τα ταλέντα του, τις κλίσεις του και τις ικανότητές του, ακόμη και από τις ενασχολήσεις και τον ψυχισμό των προγόνων του».

2. Συντελεστική μάθηση του Skinner

Ο Skinner είναι κλασικός συμπεριφοριστής, όμως η θεωρία του είναι πιο επεξεργασμένη από τις υπόλοιπες. Δίνει σημασία στη συμπεριφορά και όχι στο ερέθισμα. Η συμπεριφορά μας σχετίζεται άμεσα με τις συνέπειές της. Αν κάνουμε κάτι που έχει θετικές συνέπειες τότε αυτές θα γίνουν κίνητρο για να επαναλάβουμε τη συμπεριφορά. Διακρίνει δύο μορφές συμπεριφοράς:

α) Την αντανακλαστική συμπεριφορά, που είναι η άμεση αντίδραση στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος.

β) Την ενεργό ή συντελεστική συμπεριφορά, που δεν έχει άμεση σχέση με τα ερεθίσματα.

Για τον Skinner η ενίσχυση παίζει τεράστιο ρόλο στη ζωή του ανθρώπου. Διακρίνει τη θετική και την αρνητική ενίσχυση. Στην πρώτη εμπεριέχονται οι αμοιβές σε μια συμπεριφορά και στη δεύτερη οι τιμωρίες, η αδιαφορία για μια συμπεριφορά κ.λπ.

Ο David Fontana στηριγμένος σε αυτή τη θεωρία υποστηρίζει ότι ο εκπαιδευτικός πρέπει να σταματήσει να αντιδρά όταν κάποιος μαθητής κάνει φασαρία στην τάξη, γιατί έτσι σταματά να του δίνει τη σημασία και την προσοχή που είχε ως σκοπό να προκαλέσει ο μαθητής. Αντίθετα, πρέπει να επιλέγει ποιες αντιδράσεις του μαθητή θα επιβραβεύει.

Οι Watson και Skinner δίνουν έτσι έμφαση στην ποιότητα του περιβάλλοντος στο οποίο συντελείται η μάθηση. Στη λογική του Συμπεριφορισμού στηρίζεται και το μεγαλύτερο μέρος του λογισμικού της σύγχρονης εκπαιδευτικής τεχνολογίας. 3. Κοινωνική μάθηση

Η κοινωνική μάθηση αποτελεί εξέλιξη του συμπεριφορισμού, είναι «σκεπτόμενος συμπεριφορισμός» καθώς λαμβάνει υπόψη του την κοινωνική ζωή του ανθρώπου και τον σημαντικό ρόλο που μπορούν να παίξουν και παίζουν τα διάφορα πρότυπα στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς του. Για τους υποστηρικτές της κοινωνικής μάθησης, η μάθηση γίνεται μέσα από την παρατήρηση και το παράδειγμα και όχι μέσα από τις ανταμοιβές. Υπάρχει ένας αμφίδρομος ντετερμινισμός ανάμεσα στο άτομο, τη συμπεριφορά του και το περιβάλλον.

Ο Αlbert Βandura, που ανέπτυξε ερευνητικά και θεωρητικά τη θεωρία της Κοινωνικής Μάθησης, επικεντρώνει τη βασική της φιλοσοφία στη διαπίστωση ότι: «ο άνθρωπος μαθαίνει περισσότερα πράγματα παρατηρώντας συμπεριφορές προτύπων, παρά στην οικογένεια και το σχολείο».

Τα πρότυπα χρησιμοποιούνται από το άτομο για να αποκτήσει νέες συμπεριφορές. Στη διαδικασία μίμησης προτύπων τεράστιο ρόλο παίζουν η ποιότητα των προτύπων (γόητρο, δύναμη, τρόπος αντιμετώπισης καταστάσεων), τα χαρακτηριστικά του παρατηρητή που επιλέγει ποια πρότυπα μιμείται και πώς τα φιλτράρει.

Η θεωρία του Βandura έχει χρησιμοποιηθεί στη διδασκαλία κυρίως στον συναισθηματικό τομέα και πιο συγκεκριμένα στη διαμόρφωση συγκεκριμένων στάσεων των μαθητών. Θέση της θεωρίας της Κοινωνικής Μάθησης είναι το ότι η στάση του μαθητή δεν εδραιώνεται ούτε αλλάζει με διαλέξεις και μονολογικές παραδόσεις. Αλλάζει ή εδραιώνεται μέσα από την προβολή προτύπων, τα οποία επιλέγει ο μαθητής ως παραδείγματα για να οργανώσει τη δική του συμπεριφορά.

Επίσης, ο Βandura έδειξε πειραματικά ότι η παρακολούθηση από παιδιά βίαιων συμπεριφορών από την τηλεόραση τα οδηγεί στη μίμηση αυτών των συμπεριφορών.

Γι΄ αυτό και έχουν τεράστια σημασία στην κοινωνικοποίηση του παιδιού τα πρότυπα που προβάλλει η τηλεόραση και το σχολείο.

Το σχήμα 1 της σελ. 1 από του βιβλίο του Εμ. Κολιάδη «Γνωστικές Θεωρίες» δείχνει τη λογική και τη βασική διαφορά ανάμεσα στη συντελεστική και την κοινωνιογνωστική θεωρία της μάθησης.

Κριτική του Συμπεριφορισμού

Οι Βlοοm και Κrathwοh δημιούργησαν, στηριγμένοι στον συμπεριφορισμό, μια ταξινομία των διδακτικών στόχων (γνωστικοί- συναισθηματικοί – ψυχοκινητικοί στόχοι). Οι απόψεις των συμπεριφοριστών για τη μάθηση επηρέασαν σημαντικά την τεχνική και τη φιλοσοφία διαμόρφωσης των αναλυτικών προγραμμάτων. Το κλασικό έργο του Τyler Βασικές αρχές του αναλυτικού προγράμματος και της διδασκαλίας στηρίζεται στον συμπεριφορισμό. Εδώ, το αναλυτικό πρόγραμμα είναι μέσο για να επιτευχθούν κάποιοι στόχοι, οι οποίοι πρέπει να είναι σαφείς. Μετά τη διδασκαλία, θα γίνει αξιολόγηση με κριτήριο το κατά πόσο αυτοί οι στόχοι επετεύχθησαν.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο συμπεριφορισμός αναπτύχθηκε στις ΗΠΑ μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ιδιαίτερα την εποχή του μακαρθισμού. Οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ προκειμένου να ελέγξουν και να περιορίσουν τους αριστερούς εκπαιδευτικούς προχώρησαν σε έναν λεπτομερή προσδιορισμό της σχολικής γνώσης και του τρόπου αξιολόγησής της. Οι παρεκκλίσεις από τη σχολική ύλη, το άνοιγμα θεμάτων για συζήτηση και έρευνα, κοντολογίς όλες οι ερευνητικές και βιωματικές πρακτικές που αποτελούσαν το ρεπερτόριο του κινήματος της Νέας Αγωγής εξοβελίσθηκαν σταδιακά από τα σχολεία.

Οι σύγχρονες προσεγγίσεις στην ψυχολογία αναγνωρίζουν ότι ο μηχανισμός «ερέθισμα- αντίδραση» δεν επαρκεί για να ερμηνεύσει τον ανθρώπινο ψυχισμό και την αλληλεπίδρασή του με το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον.

Γνωστική Ψυχολογία

Προοδευτικά, οι περισσότεροι ψυχολόγοι έστρεψαν τις μελέτες τους προς τη Γνωστική Ψυχολογία, η οποία προσπαθεί να κατανοήσει τις νοητικές διεργασίες που υποστηρίζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά, τι συμβαίνει δηλαδή μέσα στο ίδιο το άτομο που μαθαίνει, το οποίο δεν αντιμετωπίζεται σαν «μαύρο κουτί» όπως κάνουν οι συμπεριφοριστές.

Η συμπεριφορά για τη Γνωστική Ψυχολογία δεν είναι απλό αποτέλεσμα συνειρμικών συνδέσεων. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν οι εσωτερικές δομές που δημιουργούνται σταδιακά με την επίδραση του περιβάλλοντος και την προσπάθεια του ατόμου να ανταποκριθεί σε αυτό. Οι δομές αυτές μεταβάλλονται στη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου.

Οι κυριότερες θεωρίες για τη μάθηση στην κατεύθυνση της Γνωστικής Ψυχολογίας με ευρύτατη εφαρμογή στους τομείς της κατασκευής αναλυτικών προγραμμάτων και της διδασκαλίας είναι των Ρiaget, Αusebel, Βruner και Gagne.

Οι κεντρικές έννοιες του Ρiaget για να περιγράψει τη μάθηση είναι η αφομοίωση, η συμμόρφωση και η ισορροπία. Αφομοίωση είναι η λειτουργία με την οποία ο άνθρωπος ενσωματώνει νέα δεδομένα στις υπάρχουσες νοητικές του δομές. Η συμμόρφωση είναι η λειτουργία τροποποίησης των νοητικών δομών ώστε να γίνουν κατανοητά τα νέα δεδομένα. Η ισορροπία αφορά την αναδιοργάνωση των γνωστικών σχημάτων μέσα από την αφομοίωση και τη συμμόρφωση. Τα γνωστικά σχήματα είναι οι υπάρχουσες νοητικές δομές.

Η απόκτηση της γνώσης κατά τον Ρiaget ισοδυναμεί με την εξέλιξη της νοημοσύνης. Διακρίνει στάδια ανάπτυξης τα οποία εκθέσαμε σε προηγούμενη ενότητα. Πυρήνας της θεωρίας του Ρiaget είναι η υπόθεση ότι οι διανοητικές δομές- οι οργανωμένες δηλαδή ιδιότητες της σκέψης- σχηματίζονται στο άτομο με την αλληλεπίδραση ανάμεσα σε αυτό το ίδιο και στο περιβάλλον του. Η ανάπτυξη των δομών αυτών καθιστά το άτομο ικανό να αντιμετωπίζει με ευχέρεια τις αυξανόμενες απαιτήσεις του περιβάλλοντός του.

Σκοπός της εκπαίδευσης δεν είναι να αυξηθούν ποσοτικά οι γνώσεις του μαθητή, αλλά αυτός να αποκτήσει τη δυνατότητα να ανακαλύπτει και να επινοεί. Γι΄ αυτό και η διδασκαλία πρέπει να επιδιώκει τη δημιουργία των όρων ανακάλυψης της γνώσης από τον μαθητή και όχι απλώς τη βερμπαλιστική μεταφορά πληροφοριών.

Στη θεωρία του Ρiaget έχει ασκηθεί κριτική από διαφορετικές κατευθύνσεις. Τα ηλικιακά στάδια που περιγράφει δεν ισχύουν για κάθε παιδί και δεν μπορεί να ορισθεί στην πράξη πότε ένα παι δί περνάει από το ένα στάδιο στο άλλο. Αντίθετος με τον Ρiaget, όσον αφορά τη σχέση μεταξύ ωρίμασης και μάθησης, είναι και ο Vygotsky που υποστηρίζει ότι η ωρίμανση δεν είναι αναγκαία προϋπόθεση της μάθησης αλλά η μάθηση προηγείται της ωρίμασης δημιουργώντας δυνατότητες εξέλιξης του παιδιού.

Η θεωρία του Αusubel δίνει βαρύτητα στη σχέση που διέπει τις νέες έννοιες με αυτές που έχει ήδη αφομοιώσει ο μαθητής. Μια νέα πληροφορία ενσωματώνεται σε μια δομή από ήδη υπαρκτές γνώσεις που έχει σχηματίσει ο μαθητής. Έτσι, ο Αusubel δίνει έμφαση στην οργάνωση και παρουσίαση του μαθήματος.

Ο Βruner υποστηρίζει ότι όλοι οι μαθητές είναι δυνατό να μάθουν οτιδήποτε και σε οποιαδήποτε ηλικία αν υπάρχει η κατάλληλη δομή και οργάνωση της ύλης και η απαραίτητη μεθόδευση της διδασκαλίας. Η θέση αυτή προκάλεσε αρκετές αντιδράσεις αφού ήρθε σε αντίθεση με τις μέχρι τότε αποδεκτές αντιλήψεις για το θέμα αυτό. Όμως, έφερε σημαντικές αλλαγές στα αναλυτικά προγράμματα και στην οργάνωση και διεξαγωγή της διδασκαλίας. Στη διδασκαλία έδωσε έμφαση στη μάθηση μέσω της ανακάλυψης που βοηθά τον μαθητή να «μάθει πώς να μαθαίνει».

Για τον Gagn η μάθηση είναι ένα σωρευτικό φαινόμενο. Κάθε νέο είδος μάθησης οικοδομείται πάνω στις ήδη υπάρχουσες δυνατότητες. Βασική επιδίωξη του εκπαιδευτικού πρέπει να είναι η ανάκληση των προηγούμενων στοιχείων του μαθητή και η προγραμματισμένη παρουσίαση των νέων, ώστε να αφομοιωθούν από τις διαμορφωμένες νοητικές δομές.

Ο Gagn υποστηρίζει ότι υπάρχουν διάφορα είδη μάθησης που επιδιώκονται στο σχολείο. Σύμφωνα με τον Gagn, μάθηση είναι οι αλλαγές στη συμπεριφορά των μαθητών που είναι αποτέλεσμα της εμπλοκής τους σε κάποια εκπαιδευτική εμπειρία.

Πιο συγκεκριμένα, ο Gagn διακρίνει πέντε βασικούς τύπους μάθησης για τους μαθητές:

* Προφορική πληροφόρηση: γεγονότα, ονόματα, αρχές, γενικεύσεις.

* Νοητικές δεξιότητες: «γνώση του πώς» και του «γιατί» και όχι απλώς «γνωρίζω ότι».

* Γνωστικές στρατηγικές: τρόποι με τους οποίους οι μαθητές διαχειρίζονται τις πληροφορίες που λαμβάνουν, τις ταξινομούν, τις θυμούνται και τις χρησιμοποιούν για να επιλύσουν κάποιο πρόβλημα ή να ερμηνεύσουν μια κατάσταση. * Στάσεις: η στάση μπορεί να ορισθεί ως το συναίσθημα που αισθάνεται ο μαθητής για κάποιο πρόσωπο, αντικείμενο ή ιδέα. Η δημιουργία συγκεκριμένων στάσεων απέναντι σε κάποια μειονότητα, σε κάποια πολιτική ιδεολογία σε σύμβολα (σημαίες, θρησκευτικά σύμβολα) εμπερικλείεται στο ρεπερτόριο των μαθησιακών στόχων του σχολείου.

* Κινητικές δεξιότητες: πρακτικές εφαρμογές όπως το παίξιμο κάποιου μουσικού οργάνου, η χρήση του επεξεργαστή κειμένου στον υπολογιστή κ.λπ.

Ο Gagn συμφωνεί με τον Βruner ότι ο μαθητής μπορεί να μάθει οτιδήποτε και σε οποιαδήποτε ηλικία, αρκεί να έχει αφομοιώσει τις προαπαιτούμενες γνώσεις και να έχει αναπτύξει τις αναγκαίες γνωστικές δυνατότητες και η διδασκαλία να είναι καλά προγραμματισμένη και οργανωμένη.

Το διδακτικό μοντέλο του Gagn παραγνωρίζει τη δυναμική της σχολικής τάξης και δεν αφήνει μεγάλα περιθώρια αυτονομίας στον εκπαιδευτικό.

Οι Ολιστικές Θεωρίες (Gestalt Μάθηση)

Η θεωρία Gestalt αναπτύχθηκε στη Γερμανία από τον Μax Wertheimer (1880-1943) το 1912. Κύριοι εκπρόσωποι των θεωριών αυτών που στηρίζουν την ενόραση του «όλου» είναι ο Stern και ο Ροlya. Βασική θέση της θεωρίας είναι ότι το όλον δεν γίνεται αντιληπτό από τα μέρη του αλλά τα μέρη κατανοούνται από το όλον. Ένα μουσικό κομμάτι έχει αξία και ακούγεται ως όλον και όχι ως επιμέρους νότες.

Η πνευματική εμπειρία του ανθρώπου οργανώνεται σε μορφές (Gestalts), οι οποίες είναι οργανωμένες ολότητες και τείνουν σε συμπλήρωση κάθε φορά που παρουσιάζεται ένα πρόβλημα που ο άνθρωπος δεν μπορεί να το επιλύσει με τις υπάρχουσες μορφές. Η ενόραση παίζει σημαντικό ρόλο στη μάθηση. Ενόραση είναι η ικανότητα του ανθρώπου να αναλύει νοητικά μια δεδομένη κατάσταση και μετά να προβαίνει στην αντιμετώπισή της.

Η θεωρία της ενόρασης επηρέασε κυρίως τη διδασκαλία των μαθηματικών. Ο Stern, ένας από τους σημαντικούς εκπροσώπους της θεωρίας, υποστηρίζει ότι η διδασκαλία πρέπει να οδηγεί το παιδί σε μια αντίληψη των μαθηματικών στο δικό του αναπτυξιακό επίπεδο και όχι στη μηχανική επανάληψη λέξεων και σχέσεων. Ο Ροlya επισημαίνει ότι είναι ανάγκη η λύση ενός προβλήματος να συλληφθεί διαισθητικά σαν μια ολική μορφή, καθώς η διαισθητική σκέψη κάνει νοητικά άλματα και όχι βήματα. Έτσι, ο Ρolya προτείνει ότι η μάθηση πρέπει να στηρίζεται στον σωκρατικό διάλογο, να είναι ενεργητική έχοντας ένα κίνητρο. Ο εκπαιδευτικός από την πλευρά του πρέπει να δίνει τη νέα ύλη ευχάριστα, δημιουργώντας τους όρους για εξερεύνηση και ανακάλυψη από την πλευρά των μαθητών.

Εποικοδομητισμός (Constructivism)

Ο εποικοδομητισμός έχει εμφανισθεί ως θεωρία της επιστήμης και της γνώσης, ένα επιστημολογικό «παράδειγμα» σύμφωνα με την ορολογία του Κuhn. Η γνώση για τον εποικοδομητισμό είναι νοητική κατασκευή του νου. Γι΄ αυτό τον λόγο η γνώση δεν είναι μοναδική και κοινή για όλους τους ανθρώπους.

Υπάρχουν τάσεις μέσα στο εννοιολογικό πλέγμα του εποικοδομητισμού που προέρχονται από τη βασική αντίληψη για τη φύση της γνώσης και την πραγματικότητα και από το επιμέρους πεδίο εφαρμογής (λογοτεχνία, μαθηματικά, φυσική, κοινωνιολογία).

Ο ριζοσπαστικός εποικοδομητισμός υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει αντικειμενική πραγματικότητα πέρα και έξω από αυτό που αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος. Αυτή η εκδοχή του εποικοδομητισμού είναι προέκταση του υποκειμενικού ιδεαλισμού.

Ο κριτικός εποικοδομητισμός δεν αρνείται την ύπαρξη της αντικειμενικής πραγματικότητας, όμως οι αναπαραστάσεις και η γνώση που έχουν οι άνθρωποι συμβάλλουν στη διαμόρφωση αυτής της πραγματικότητας και προσδιορίζουν τον τρόπο με τον οποίο ο κάθε άνθρωπος ενεργεί. Η γνώση δεν υπάρχει ανεξάρτητα από αυτόν που μαθαίνει κάτι, καθώς ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει την πραγματικότητα επηρεάζει τον τρόπο που την αντιλαμβάνεται και την αναπαριστά.

Στο επίπεδο του σχολείου, ο εποικοδομητισμός υποστηρίζει ότι κάθε μαθητής έχει ορισμένες αντιλήψεις για τα φαινόμενα που εξετάζουν οι επιστήμες, οι οποίες μπορεί να μη συμφωνούν με την επιστημονική γνώση. Μπορεί λοιπόν το σχολείο να αρχίσει από αυτές τις λανθασμένες αντιλήψεις (misconceptions) και να διαμορφώσει τη διδακτική πρακτική στην αναδιαμόρφωσή τους. Στα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες, οι ιδέες του εποικοδομητισμού βρήκαν πλατιά εφαρμογή. Ο εκπαιδευτικός πρέπει να ασχολείται με τις γνωστικές κατασκευές που ήδη έχει ο μαθητής δίνοντάς του ευκαιρίες για την «επιδιόρθωση» αυτών των κατασκευών σύμφωνα με τα δεδομένα της επιστήμης καθώς και δυνατότητες για δραστηριότητες που θα τον βοηθήσουν να οικοδομήσει τη δική του γνώση.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.