«Ταυρομαχίες» στην «Μήδεια» του Βασίλιεφ
Με έντονες αποδοκιμασίες αλλά και με χειροκροτήματα έκανε την πρεμιέρα της – και τη δεύτερη παράστασή της- στην Επίδαυρο η «Μήδεια» του Ευριπίδη στην τολμηρή σκηνοθεσία του Ανατόλι Βασίλιεφ, συμπαραγωγή ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας και Ελληνικού Φεστιβάλ
O Ιάσων (Νίκος Ψαρράς), πεσμένος πάνω από τα νεκρά παιδιά του- που όμως είναι πάνινες κούκλες- αρχίζει να τους τραγουδάει. Γέλια από το κοίλον. Ο ηθοποιός διακόπτει, ανασηκώνει το κεφάλι και απευθυνόμενος προς το κοινό λέει: «Έλεος!». Και η απάντηση από το ανελέητο «ανώνυμο κοίλον»: «Αυτό λέμε κι εμείς».
Η πρώτη ελληνική σκηνοθεσία ενός μεγάλου ανθρώπου του ευρωπαϊκού θεάτρου, του Ανατόλι Βασίλιεφ, με το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας, η «Μήδεια» του Ευριπίδη με την Λυδία Κονιόρδου στον επώνυμο ρόλο, που αναμενόταν ως το Γεγονός του φετινού Φεστιβάλ Επιδαύρου είχε, τελικά, κακή τύχη: αποδοκιμάστηκε σκληρά από το κοινό.
ΙΝFΟ
Την Τετάρτη στη Σπάρτη και ακολουθεί περιοδεία. Στις 29 και 30 Αυγούστου στον Υμηττό (Θέατρο Βράχων), 8 και 9 Σεπτεμβρίου στη Θεσσαλονίκη (Θέατρο Δάσους), 13 και 14 στο Ηρώδειο, 16 στην Ελευσίνα (Παλαιό Ελαιουργείο), 18 στην Πετρούπολη (Θέατρο Πέτρας).
Η παράσταση γρήγοραείχε αρχίσει να κουράζει και να «φορτώνει» τον κόσμο- γύρω στα 5.000 άτομα- με τη διάρκειά της, τους αργούς ρυθμούς της, την ιδιότυπη εκφορά του λόγου και οι διαρροές από το διάζωμα είχαν αρχίσει από νωρίς. Αλλά τίποτα δεν προμήνυε την καταιγίδα. Η οποία ξέσπασε λίγο μετά την εμφάνιση της Αγγέλου (Αγλαΐα Παππά) που, με χαμόγελο παγωμένο και ένταση, περιγράφει, απευθυνόμενη στους θεατές, τι συνέβη όταν τα δηλητηριασμένα «δώρα» της Μήδειας έφτασαν στην Γ λαύκη.
Και ξαφνικά ξεκολλάει από τον Χορό η Αλεξία Καλτσίκη, προχωράει πλάι στην Άγγελο και αρχίζει να εκφωνεί, ταυτόχρονα, το ίδιο κείμενο στα γαλλικά. Γέλια, το πρώτο «αίσχος», και από τον Χορό ξεκολλάει τρίτος Άγγελος, ο Βασίλης Κουκαλάνι, και αρχίζει να εκφωνεί ταυτόχρονα το ίδιο κείμενο στα αγγλικά! Ένα τρίο, μετωπικά στημένο, με τις φωνές να μπλέκονται χωρίς να βγαίνει νόημα και με αυξανόμενη ένταση, που να κοιτάει κατάματα το κοινό- άρα άκρως «επιθετικό» και προβοκατόρικο. Οι αποδοκιμασίες πολλαπλασιάζονται: «αίσχος», «ντροπή», «μπουουου», «ουουου», γιουχαΐσματα, επικεφαλής ο δικηγόρος Αλέξανδρος Λυκουρέζος από τις πρώτες σειρές να φωνάζει «αίσχος σε όλους σας!» και «αίσχος σε όλη την παράσταση!», ένα κύμα φυγής διαμαρτυρόμενων θεατών…
Από τη στιγμή εκείνη παράσταση και κοινό ξεκουρδίστηκαν εντελώς: γέλια, ψίθυροι, κουβέντες, σχόλια, χειροκροτήματα ειρωνικά από ορισμένους αλλά και «σσσς» και χειροκροτήματα συμπαράστασης από άλλους μέχρι τον χαιρετισμό που είχε, εν τούτοις, μερικά «μπράβο» και αρκετό χειροκρότημα το οποίο έγινε πολύ θερμό για την Μήδεια- Λυδία Κονιόρδου.
Μία στο κόκκινο του αίματος, ολοστρόγγυλη, κανονική αρένα ήταν το σκηνικό του Διονύση Φωτόπουλου. Με, πίσω της, ένα πάλκο, τρία σκαλιά ψηλότερο που το έκοβε μία πρόσοψη λιτή. Τα πάντα κόκκινα. Πάνω από την πρόσοψη, στη μία άκρη της, ένα τεράστιο χρυσό «ντέφι»: ο ήλιος που, σιγά- σιγά κατά τη διάρκεια της παράστασης, μετακινούνταν για να φτάσει στην άλλη άκρη και να χαθεί όταν τελείωσε το έργο. Οι ηθοποιοί και οι μουσικοί ντυμένοι από τον Άνταλ Τσάμπα σε άσπρο- μαύρομερικές πινελιές κόκκινου, λίγο μπλε στον Άγγελο- με κοστούμια που παρέπεμπαν σε Ανατολή αλλά και σε Ισπανία- από φέσια μέχρι ψαθάκια, από σαλβάρια μέχρι παπιγιόν .
Την παράσταση ξεκίνησε ένας «πρόλογος» με τους τεχνικούς να χτενίζουν το κοκκινωπό χαλικάκι και να μεταφέρουν τα χρειώδη. Η Τροφός (Αγλαΐα Παππά) είπε τον μονόλογό της, τα παιδιά της Μήδειας, με μάσκες πάνινης κούκλα σε ολόκληρο το κεφάλι, έφτασαν σε ένα ποδήλατο με κεφάλι ταύρου στο τιμόνι- ο ταύρος που έλειπε από την αρένα ή μνήμη από Ταυροκαθάψια; Ο Χορός, με φαρδιές ασπρόμαυρες φούστες που όλο και τις άπλωνε, όλο και τις άνοιγε σαν βεντάλιες, εισήλθε με κυκλική κίνηση ακολουθούμενος από τους μουσικούς που κάθησαν δεξιά και αριστε ρά στο πάλκο. Ο μονόλογος της Μήδειας από το εσωτερικό του παλατιού ήταν ένας αμανές πριν η ηθοποιός εμφανιστεί, εμφανώς αδυνατισμένη, λαμπερή, πανέμορφη- κόκκινο σαλβάρι από κάτω, μαύρο ρούχο από πάνω, που θα αντικατασταθεί από ένα λευκό αργότερα -, απόλυτη κυρίαρχη της σκηνής και των μέσων της.
Αποδοκιμασίες: Ναι ή όχι;
Δεν είναι η πρώτη φορά που γίνονται επεισόδια με αποδοκιμασίες σε παράσταση της Επιδαύρου… Είναι θεμιτό το «έθιμο»; Είναι καλό το κοινό να απελευθερώνεται και να εκφράζεται ελεύθερα; Ή μήπως δεν είναι και τόσο καλλιτεχνικής φύσης η μετατροπή ενός θεάτρου και δη αρχαίου σε αρένα; Και μήπως όλο αυτό μπορεί να είναι υπόπτου προελεύσεως και σκοπιμοτήτων; Μήπως είναι έκφραση αγκυλωμένου συντηρητισμού; Πόση αντοχή απαιτείται από τους ηθοποιούς που εισπράττουν αμέσως το γιουχάισμα, ενώ μπορεί την αποκλειστική ευθύνη να έχει η σκηνοθεσία; Και πόσο είναι το ψυχικό κόστος; «ΤΑ ΝΕΑ» απευθύνθηκαν σε συντελεστές της παράστασης «άμεσα θιγόμενους» και σε καλλιτέχνες, θεατές της πρεμιέρας.
Ανατόλι Βασίλιεφ: «Το ζητούμενο στο θέατρο είναι οι θεατές να αντιδρούν. Με ενδιαφέρει ο θεατής σε ένταση: όταν είναι ανασηκωμένος από τη θέση του και δεν ακουμπάει αναπαυτικά την πλάτη του. Η αποδοκιμασία του θεατή είναι και θεμιτή και επιβαλλόμενη, γιατί μόνο έτσι δημιουργείται η αμφίδρομη επικοινωνία. Οπότε μάλλον χαρά θα έλεγα ότι ένιωσα με τις αντιδράσεις. Η υπόθεση της “Μήδειας”, άλλωστε, μια ταυρομαχία είναι. Και σε μια ταυρομαχία, είναι αναμενόμενος αυτός ο τρόπος συμπεριφοράς. Επίσης ο χώρος του θεάτρου της Επιδαύρου, όπου πάντοτε ήθελα πολύ να κάνω μια παράσταση, έχει το σχήμα του μαγνήτη και λειτουργεί ως μαγνήτης: υπάρχει έλξη και άπωση. Και όταν ο ηθοποιός χάνει την έντασή του, ο θεατής το εισπράττει».
Λυδία Κονιόρδου: «Η παράσταση έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, και υπέρ και κατά. Αυτό όμως το θεωρώ γόνιμο και δημιουργικό. Γιατί οι λύσεις που έχει δώσει ο σκηνοθέτης, δεν προέρχονται από μια αυθαίρετη και επιπόλαιη ματιά πάνω στο έργο- και αυτό μπορώ να το βεβαιώσω. Κάποια πράγματα μπορεί, βέβαια, να είναι τολμηρά και να ενόχλησαν. Η παράσταση της “Μήδειας” είναι ένα παιχνίδι. Αυτή όμως είναι η γραφή του σκηνοθέτη, με την οποία δουλεύει πάρα πολλά χρόνια. Θεώρησα δικαίωμα των θεατών να εκφράσουν- έστω δυνατά έστω και προκλητικά – αυτό που τους προκάλεσε η παράσταση, αλλά και δικαίωμα των υπολοίπων να χειροκροτήσουν. Δεν με στενοχώρησαν, δεν με απογοήτευσαν οι αποδοκιμασίες ούτε με εμπόδισαν. Τουναντίον, μου έδωσαν ακόμα μεγαλύτερη δύναμη. Τις θεωρώ κάτι ζωντανό και βέβαια δεν μπορώ να τις εμποδίσω. Απλώς σκέφτομαι πως το κοινό θα έπρεπε να αντιδρά και σε παραστάσεις που το προσβάλλουν, ίσως όχι προκαλώντας το αλλά με την απουσία, στην ουσία, πρότασης και ουσιαστικής δουλειάς».
Γιώργος Λούκος, πρόεδρος του Ελληνικού Φεστιβάλ: «Σε όλα τα φεστιβάλ του κόσμου, άλλες παραστάσεις πάνε καλά, άλλες δεν πάνε και τόσο καλά και άλλες ακόμα και αποδοκιμάζονται. Ο Ανατόλι Βασίλιεφ είναι μεγάλος καλλιτέχνης- μια ιστορική φυσιογνωμία για το θέατρο της εποχής μας. Έκανε κάτι το οποίο δεν άρεσε στο κοινό. Ε, και λοιπόν; Ως προς το γιατί δεν άρεσε, μην ξεχνάτε πως υπάρχει και μια εθνικιστική σύγχυση σε σχέση με το παρελθόν».
Νίκος Ψαρράς (Ιάσων):«Μου συνέβη πρώτη φορά. Μπορεί και να είχα μπλοκάρει και η παράσταση να είχε σταματήσει. Δεν τους ένοιαζε; Ή αυτό ήθελαν; Σοκαρίστηκα στην πρεμιέρα. Για να κρατηθώ στη δεύτερη παράσταση, εκείνο που σκέφτηκα- και λειτούργησε!- ήταν πως ο Ιάσων μπαίνει και γελάει μαζί του όλη η Κόρινθος, τον βρίζουν για την καταστροφή της. Είπα μέσα μου: “Πες πως αυτά που θα ακούσεις είναι από τους Κορίνθιους που σε βρίζουν”. Τελικά, πάντως, συνειδητοποίησα πόση δύναμη έχει αυτό το πάρε- δώσε με το κοινό. Ακόμη και η άρνηση. Και αυτό με χαροποίησε».
Αλεξία Καλτσίκη (Άγγελος Β΄):«Έπειτα από τόσο καιρό δουλειάς στις πρόβες, τα πράγματα είναι πολύ συγκεκριμένα. Και ισχυρά. Οπότε, ό,τι και να συμβεί, μάλλον ενδυναμωτικά λειτουργεί επί σκηνής παρά αποκαρδιωτικά. Ένιωσα πιο δεμένη με τους υπόλοιπους ηθοποιούς. Από την άλλη, μου φάνηκε πολύ περίεργο αυτό που έγινε. Ο σκηνοθέτης ήθελε, βάζοντας τις ξένες γλώσσες, να τονίσει το οικουμενικό της αγγελικής ρήσης και την κατάρρευση ενός βασιλείου, που όντως συμβαίνει, με τη Βαβέλ η οποία δημιουργείται. Θεωρώ υγιείς όμως τις διαφωνίες. Ήταν σαν να δημιουργήθηκε ένας διάλογος πολύ έντονος. Το θεώρησα κάτι πολύ ζωντανό».
Αγλαΐα Παππά (Άγγελος): «Το θέατρο απαιτεί δράση και αντίδραση. Αυτό που συνέβη είναι μια ζωντανή θεατρική πράξη. Το θεωρώ απολύτως φυσιολογικό. Αυτό είναι θέατρο. Ένιωσα πως ποτέ δεν είχα μεγαλύτερη δύναμη και περισσότερη ενέργεια στη σκηνή».
Ασπασία Παπαθανασίου,
ηθοποιός, θεατής της πρεμιέρας. «Δεν ξέρω αν έχει ή όχι το δικαίωμα ο θεατής να αποδοκιμάζει. Για τους ηθοποιούς που παίζουν, όμως, είναι τραγικό. Όχι για τον σκηνοθέτη. Θα αισθανόμουν πολύ ά σχημα αν μου συνέβαινε». Μηνάς Χατζησάββας: ηθοποιός, θεατής της πρεμιέρας. «Αισθάνθηκα πολύ άσχημα. Βέβαια, η τέχνη είναι πολύ πλατιά έννοια. Κάποιος μπορεί να αντιδράσει θετικά, κάποιος αρνητικά. Ήμουν σε αυτούς που δεν ήταν θετικοί για την ανάγνωση του σκηνοθέτη και την παράσταση. Όταν άρχισε ο θόρυβος, σκέφτηκα πως είναι από τα στοιχεία που κάνουν το θέατρο ζωντανό. Στη σκηνή όμως υπάρχουν άνθρωποι που παλεύουν και αν τους φέρεις σε τόσο δύσκολη θέση, ε, δεν είναι και ό,τι καλύτερο. Αν δεν σου αρέσει, θα ήταν καλύτερο να σηκωθείς και να φύγεις. Το να δημιουργήσεις επεισόδιο χαλάει και τη διάθεση των υπολοίπων, στους οποίους το θέαμα μπορεί να αρέσει».
Στάθης Λιβαθινός, σκηνοθέτης, θεατής της πρεμιέρας. «Δεν αποδοκιμάστηκε ο Βασίλιεφ στην Επίδαυρο, αποδοκιμάστηκε το Θέατρο- η θεατρική πράξη. Αποδοκιμάστηκε ο σεβασμός στους καλλιτέχνες. Ο θεατής πρέπει να έχει ήθος, Μπορεί, αν δεν του αρέσει, να σηκωθεί και να φύγει. Λυπάμαι βαθιά. Ταράχτηκα- συγκλονίστηκα- από αυτή την έλλειψη επικοινωνίας ανάμεσα σε σκηνή και πλατεία. Νόμιζα πως ζούσα σε ένα εφιάλτη».
Δικαίωμα και καθήκον
Α! όλα κι όλα. Κάθε καλλιτέχνης έχει δικαίωμα αναφαίρετο να εκφράζεται ελεύθερα, αβίαστα.
Το ίδιο δικαίωμα, και θα έλεγα καθήκον, έχει και το κοινό του. Να εκδηλώνει αβίαστα και ελεύθερα τη γνώμη του με κάθε μέσο και ιδιαίτερα όταν ο καλλιτέχνης χρηματοδοτείται από το δημόσιο ταμείο. Οφείλει επίσης δημόσια το κοινό να εκφράσει τις αντιρρήσεις του προς έναν καλλιτέχνη που αβίαστα και ελεύθερα ονόμασε τη χώρα, που πλουσιοπάροχα τον χρηματοδότησε, τριτοκοσμική, βρώμικη, καθυστερημένη, αγράμματη, απροσάρμοστη, σχεδόν σοβιετική.
Όσον αφορά το ίδιο το έργο του, ας μου επιτραπεί σε δύο κείμενα (Σάββατο και Δευτέρα) να εκθέσω αναλυτικά τις απόψεις μου, αφού προσθέσω ως τεκμήριο, πως ως πρόεδρος του Δ.Σ. του Κέντρου Έρευνας και Πρακτικών Εφαρμογών του αρχαίου ελληνικού δράματος «Δεσμοί» παραχωρήσαμε ευχαρίστως στον καλλιτέχνη χώρο, υλικοτεχνική υποδομή και γραμματειακή υποστήριξη, δωρεάν, να αναπτύξει αβίαστα και ελεύθερα τις παιδαγωγικές και σκηνοθετικές του ιδέες.
ΥΓ. Σημειώνω πάντως πως οι Γερμανοί ποδοκροτούν, οι Γάλλοι σφυρίζουν και οι υποανάπτυκτοι παλαιότερα Έλληνες μαξιλάρωναν, άρα έχουμε τουλάχιστον αναβαθμιστεί σε μικροαστικό αιδήμον κοινό.
Ρεμπέτικα και πολεμικές τέχνες
Η παράσταση συνεχίστηκε φορτωμένη από σύμβολα, πλημμυρισμένη από τραγούδια στο ύφος του ρεμπέτικου και με τις- πάρα πολλές- χορογραφίες με απόηχους πολεμικών τεχνών να εικονοποιούν τα κείμενα. Η σκηνή Μήδειας και Αιγέα- Νίκος Καραθάνος με ασκί γεμάτο κρασί περασμένο στον ώμο- δόθηκε με έντονα κωμικούς τόνους.
Το ένα από τα παιδιά – μεγάλες πάνινες κούκλες πια- η Μήδεια θα το σύρει και θα το θυσιάσει πάνω στο τραπέζι- βωμό και ύστερα θα βγει από το ανάκτορο τραβώντας τα δύο πτώματα- κούκλες και θα τα δέσει πίσω από ένα τρίκυκλο που θα κάνει κύκλους σέρνοντάς τα. Μετά θα τα αρπάξει η ίδια με τα δόντια της, θα στροβιλιστεί και θα τα εκτοξεύσει, με τον «χαμένο» Ιάσονα να σωριάζεται πάνω τους.
Το άρμα του ήλιου είναι το τρίκυκλο. Μία πορτοκαλί πλαστική πολυθρόνα στην καρότσα, η Μήδεια χτυπάει το κλάξον του, κάνει νόημα και τα παιδιά βγαίνουν ολοζώντανα και χαρούμενα, ανεβαίνουν μαζί της στην καρότσα, εκείνη κάθεται στην πολυθρόνα και φεύγουν, ενώ ο Ιάσων προσπαθεί να αρπαχτεί από την καρότσα αλλά γλιστράει στα χαλίκια.
Τα μέλη του Χορού θα «θάψουν» τον Ιάσονα, θα στήσουν πάνω του ένα τραπέζι- μνημείο, θα ακουμπήσουν σ΄ αυτό μία μινιατούρα της «Αργώς», θα ξετυλίξουν από μέσα της κουβάρια κόκκινα, θα τραβήξουν τα νήματα και το καραβάκι θα τσακιστεί.
Είχαν συμπληρωθεί τρεισήμισι ώρες.
«Κρίμα για τους πρωτάρηδες»
«Κρίμα για τα νέα παιδιά που συμμετείχαν στην παράσταση και εισέπραξαν γιουχάισμα στην πρώτη τους εμφάνιση στην Επίδαυρο.
Μου θύμισε τις Βάκχες του Λάνγκχοφ το 1997. Νομίζω ότι από τότε έχει να ακουστεί γιουχάισμα τέτοιας έντασης. Τελικά, κάθε σκηνοθέτης που θεωρείται μεγάλος ή Δάσκαλος, μόνο στο αρχαίο δράμα δοκιμάζεται».
Νατάσα Μερκούρη
«Το αρχαίο δράμα είναι παγκόσμια κληρονομιά, συνεπώς ανοιχτό σε κάθε σκηνοθετική προσέγγιση.
Όσων το αίσθημα ευπρέπειας και τάξης ενοχλείται, μπορούν να φύγουν από την παράσταση επιδεικνύοντας τη δική τους τάξη και ευπρέπεια και όχι να εκτονώνονται με φράσεις του τύπου, «έξω οι Ρώσοι από την Επίδαυρο». Πόσω μάλλον, όταν κάθε καλοκαίρι ανέχονται να αποπατεί ο καθένας στον Αριστοφάνη. Εδώ τουλάχιστον δεν επρόκειτο περί αρπαχτής: το έργο δουλευόταν επί έξι μήνες σε δεκάωρες πρόβες και χωρίς ρεπό». Παναγιώτης Αθανασιάδης
«Η αλήθεια είναι ότι δεν ήξερα πως η Μήδεια έμενε στην Ισπανία, την πηγαινοφέρνανε ποδήλατα με καρότσια μαζί με τα νεκρά παιδιά της, ο χορός της μιλούσε αγγλικά, γαλλικά, αλλά άκουγε και αρχοντορεμπέτικα. Ούτε γνώριζα πως η εκφορά του λόγου της ήταν επιπέδου ανάγνωσης εξάχρονου μαθητή Α΄ Δημοτικού που δεν γνωρίζει πώς είναι η σωστή ανάγνωση.
Δυστυχώς, η Μεγαλόχαρη δεν έκανε το θαύμα της και η Παρασκευή μας ήταν τραγωδία. Μεγάλα κενά από τη σκηνοθεσία, η έλλειψη αληθινού ταύρου στην αρένα. Με λίγα λόγια, η παράσταση ήταν «να ζήσω ή να πεθάνω σε ένα flamenco επάνω». Όλεεε!
Μιχάλης Παπαευθυμίου







