Ας τα πάρουμε από την αρχή. Το 1973 ο Βρετανός σκηνοθέτης Ρόμπιν Χάρντι
μεταφέρει στην οθόνη το «Wicker man» του Άντονι Σάφερ πάνω σε δικό του σενάριο
(του Σάφερ φυσικά). Η ταινία που εν Ελλάδι προβλήθηκε με τον τίτλο «Το
καταραμένο σκιάχτρο», κυκλοφορεί ανάμεσα στους σινεφίλ με την ένδειξη
«οπωσδήποτε» και ύστερα από πολύ καιρό τοποθετείται στις λίστες των καλτ
ιστοριών ανατριχιαστικού μυστηρίου. Τριάντα τρία χρόνια μετά ο επιχειρηματίας
Νίκολας Κέιτζ της Saturn επενδύει μερικά φραγκοδίφραγκα - σε σχέση με τις
αμερικανικές απαιτήσεις μιας τέτοιας παραγωγής - και με σκηνοθέτη τον Νιλ
ΛαΜπιούτ, θεατρικό συγγραφέα, σεναριογράφο και σκηνοθέτη περιθωριακών ταινιών
όπως «In the company of men» («Μεταξύ ανδρών»), επενδύει στο ριμέικ του ίδιου
σκιάχτρου, μετατρέποντας έτσι το αυθεντικό αγγλικό σε ρεπλίκα αμερικανική!


Οι παράπλευρες σκοπιμότητες ενός τέτοιου εγχειρήματος έχουν να κάνουν
με το ρεπορτάζ και καθόλου με την κριτική. Γιατί, πρώτον, το παράλληλο κύκλωμα
αμερικανικής παραγωγής αποτελεί πρώτης τάξεως συνταγή για περισσότερα κέρδη με
μικρότερο κόστος. Γι' αυτό, ας πούμε, ο Τομ Κρουζ χάνει έδαφος, χάνει ποσοστά,
χάνει υψηλές αμοιβές. Τα blockbusters δεν πουλάνε όσο πουλούσαν στο παρελθόν.
Και γι' αυτό αρκετοί σταρ (ανάμεσά τους ο Γκίμπσον αλλά και ο Τομ Κρουζ με το
«Vanilla sky» του Κάμερον Κρόου) έχουν μπει στην παραγωγή με δικές τους
εταιρείες, οι οποίες για τη διανομή είναι συμβεβλημένες με θυγατρικές των
μεγάλων «αδελφών» (Sony, Paramount, Fox κ.ο.κ.).






«Το μυστικό του σκιάχτρου». Τρέξε, Νικ, τρέξε


Δεύτερον, η συνταγή του «φτηνού» πάει κάπως έτσι: Σενάρια με κάτι το
διαφορετικό ώστε να εξασφαλιστεί ο φανατισμός των σινεφίλ. Σκηνοθέτες με λευκό
(από το χοντρό εμπόριο) ποινικό μητρώο. Και καστ αποτελούμενο από τους ίδιους
επώνυμους σταρ - παραγωγούς με τη συμμετοχή «δεύτερων» καλλιτεχνικών ηθοποιών
(όπως στην περίπτωση του «Σκιάχτρου» η Έλεν Μπέρστιν, πρωταγωνίστρια της
παλιάς ιστορίας δρόμου του Μάρτιν Σκορσέζε «Η Αλίκη δεν ζει πια εδώ» αλλά και
συμπρωταγωνίστρια της Μελίνας στην ταινία του Ζυλ Ντασσέν «Κραυγή γυναικών»
του 1978).


Τρίτο, αν η ταινία πάει στα ταμεία, όπως πήγε και παρά πήγε το
«Καληνύχτα και καλή τύχη» του επίσης «και» παραγωγού Τζορτζ Κλούνι, έχει
καλώς. Αν δεν πάει, πάμε παρακάτω. Έτσι κι αλλιώς, το κόστος - ίσως και τα
πρώτα κέρδη - έχουν εισπραχθεί από την προπώληση της ταινίας σε όλα τα σημεία
του πλανήτη. Ποιος δεν θα προαγοράσει μια παραγωγή του Νίκολας Κέιτζ με τον
ίδιο πρωταγωνιστή; Ο κανείς!


Πάμε τώρα στο ψητό. Εκεί λοιπόν όπου ο Τζορτζ Κλούνι οργανώνει το «Good night
and good luck» με πρωτότυπο, πρωτογενές, εντελώς αμερικανικό υλικό και με
συμπαγή ασπρόμαυρη, αισθητική αλλά και περιεχόμενο καυτό, ο Κέιτζ με τον Νιλ
ΛαΜπιούτ δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να εφορμούν για καλλιτεχνική (περίπου)
αρπαχτή. Το εξηγώ:


Μια τόσο παράδοξη ιστορία τρόμου και υπόγειας ανατριχίλας απαιτεί λεπτούς
χειρισμούς, ακροβασία στην περιγραφή (ανάμεσα στο ρεαλιστικό, το φανταστικό
και το ονειρικό), σκοτεινή ατμόσφαιρα και καστ κολλημένο στη σάρκα των
χαρακτήρων, όπως το στενό μπλουτζίν. Μόνο έτσι θα συντελεστεί η υποβολή. Μόνο
έτσι θα υπνωτιστεί ο θεατής. Μόνο έτσι η ίντριγκα θα διασχίσει την οθόνη, σαν
εφιαλτική διαδρομή.


Τι απ' όλα αυτά κατάφεραν; Ακριβώς τα ανάποδα. Η ιστορία διαδραματίζεται ντάλα
μεσημέρι. Ο Νίκολας Κέιτζ τρέχει ασθμαίνων με γκριμάτσες, χειρονομίες και
βλέμμα από μείγμα ατελείωτης απορίας και γιγαντιαίας αμηχανίας. Η Έλεν
Μπέρστιν μασκαρεμένη σαν ζωντοχήρα που σκοτώνει την ώρα της παίζοντας σε
ερασιτεχνικό θίασο της Μανωλάδας. Και εκτός από το φινάλε, όλα τα άλλα είναι
τόσο, μα τόσο προφανή. Για να καταλάβετε, είναι σαν μουσακάς της μαμάς
φτιαγμένος και σερβιρισμένος από φαστ φουντ της Νεμπράσκας!


Με δυο λόγια: Μπάτσος σε αισθηματικό πανικό λαμβάνει γράμμα από σχέση
που τον έχει εγκαταλείψει εδώ και δέκα χρόνια. Έλα γρήγορα γιατί εξαφανίστηκε
η κόρη μου, του γράφει. Μια και δυο δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει και στο τέλος
καταλήγει σε απομονωμένο κοινόβιο (θηλυκών) μελισσών και ελάχιστων βαστάζων
κηφήνων. Όλες περίεργες, απειλητικές, μοναχικές και οι τελετές με βουντού και
άλλα μαγικά. Εκείνος επιμένει γιατί, εκτός των άλλων, αρχίζει να πιστεύει ότι
το «εξαφανισμένο» κορίτσι είναι κόρη του από αυτή τη σχέση. Γιγαντιαίο
σκιάχτρο όμως τον περιμένει με την πυρά αναμμένη!




Ψηφιακές γάτες και b-movie φαντασμάτων







Βγαίνουν, φεύγουν εν ριπή οφθαλμού. Δώσε και μένα μπάρμπα.





«Garfield 2». Πάντως, όχι μεταγλωττισμένο


«Garfield 2», ο πασίγνωστος γάτος του πρώτου Garfield, εμπνεύσεως Τζιμ
Ντέιβις με σκηνοθέτη τον Τιμ Χιλ. Εν προκειμένω δύο ολόιδιοι Garfield, σαν δυο
σταγόνες νερό. Ο πρώτος αλήτης και χαβαλετζής, ο δεύτερος, πρίγκιπας,
μοναδικός κληρονόμος κολοσσιαίας περιουσίας που του άφησε μια λαίδη από τη
Βρετανία. Κατά λάθος, ο πρώτος (ο αλητόγατος ντε) θα καταλήξει στον θρόνο,
διδάσκοντας τους υπηκόους του, τα ζώα της αυλής, να φτιάχνουν και να ψήνουν
λαζάνια. Ο δεύτερος, ο πριγκιπόγατος, θα καταλήξει στην ντροπή, τρώγοντας ψωμί
αντί για παντεσπάνι. Χαριτωμένη ιστοριούλα, καλοκουρδισμένα μερικά επεισόδια,
αλλά η μεταγλώττιση με τις φωνές Βασίλη Χαραλαμπόπουλου, Άγγελου Μπούρα και
Υρώς Λούπη, αφόρητη, έξω από τη δική μου αντοχή. Φυσικά, δεν φταίνε οι
ηθοποιοί!






«Το σάπιο» (Reeker), b-movie φαντασμάτων και τρόμου, του Ντέιβ Πέιν,
μαθητή του Ρότζερ Κόρμαν, όπου άγνωστοι μεταξύ τους νέοι εγκλωβίζονται σε
ερημική τοποθεσία με κίνδυνο να τεμαχιστούν από τρελαμένο σίριαλ κίλερ που
παριστάνει τον σεφ, σφάζοντας και τρώγοντας ανθρώπινη σάρκα.





«Το σάπιο». Ακριβώς αυτό


Αντί γι' αυτό, πέφτουν σε πεδίο αρνητικής ενέργειας με φαντάσματα να στήνουν
κανιβαλική γιορτή. Το συμπέρασμα διπλό. Από τη μια επιδέξια σκηνοθεσία, από
την άλλη εμετός. Να το πω απλά. Επειδή επιδέξιοι σκηνοθέτες σαν τον Πέιν,
γεμάτη όχι μόνο η Αμερική αλλά όλος ο ντουνιάς, γι' αυτό όπου φύγει φύγει από
τον εμετό. Χίλιες φορές «Το κακό» του Νούσια από το «Σάπιο» του Πέιν.


(εντελώς σάπιο)




Χαζομάρα μεταδοτική, ξεκαρδιστική







Να μιλήσω σωματικά; Ε, λοιπόν, η ταινία της εβδομάδας που μ' έκανε να σκοτώσω
την ώρα μου χωρίς να το καταλάβω, πρέπει να συγκαταλέγεται στο Top 10 των
πρωταθλητών της χαζομάρας από συστάσεως κινηματογραφικής ανοησίας και βάλε!


«Snakes on a plane», που σημαίνει «φίδια σε αεροπλάνο» λοιπόν, τριών
«ανώνυμων» τύπων που έπιασαν την καλή με ένα από τα καλύτερα (και φτηνά) μπλου
τσιπ. Κατά σειρά Ντέιβιντ Ρ. Έλις ο σκηνοθέτης, Τζον Χέφερμαν, Σεμπάστιαν
Γκουτιέρεζ οι σεναριογράφοι. Το τι διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια αυτής της
βλακώδους πτήσης και το τι λέγεται μοιάζει με κρύο ανέκδοτο φρέσκιας σοδειάς.





«Snakes on a plane». Χαζό αλλά ξεκαρδιστικό


Για να καταλάβετε, είναι σαν να έχεις μπροστά σου τύπο με Ι.Q. γιουβετσιού και
να σου περιγράφει τα πιο ηλίθια πράγματα με το πιο ηλίθιο και ταυτόχρονα
σοβαροφανές ύφος του κόσμου. Δηλαδή να σου περιγράφει μια τόσο βλακώδη ιστορία
τρόμου, που να σε κάνει να κατουριέσαι από τα γέλια! Γιατί εδώ που τα λέμε,
ποιος θα μπορούσε να επινοήσει μια τέτοια υπόθεση όπου εκατοντάδες δηλητηριώδη
ερπετά ορμούν για να θερίσουν τους επιβάτες αεροπλάνου;


Με δυο λόγια: Αρχιμαφιόζος φορτώνει σε αεροσκάφος εκατοντάδες
δηλητηριώδη ερπετά, προκειμένου να ξεφορτωθεί αυτόπτη μάρτυρα που συνοδεύεται
από τον πράκτορα Σάμιουελ Λ. Τζάκσον. Τα φίδια εφορμούν ακόμα και στα «πουλιά»
των επιβατών και μοναδική σωτηρία για τον έμπειρο πράκτορα είναι να
πυροβολήσει τα τζάμια ώστε μαζί με τα «απόνερα» να εκτοξευθούν στον ουρανό και
τα ερπετά!




Ακατανόητο ποίημα ενός τέλειου ποιητή







Η περίπτωση του γαλλικού «Rois et Reine» που ελευθέρως παραφράστηκε «Ρηγάδες
για μια ντάμα», συνοψίζεται στην πασίγνωστη φράση: Άραγε, τι θέλει να πει ο
ποιητής;


Ο Αρνό Ντεπλεσέν - και σας βεβαιώ από την πείρα μου, συνομιλώντας με αρκετούς
ηθοποιούς του γαλλικού κινηματογράφου - θεωρείται ένας από τους τρεις
καλύτερους της σύγχρονης γαλλικής σκηνής. Αντί όμως η ελληνική διανομή να
προμηθευτεί τη δεύτερη και καλύτερη ταινία του, ένα θρίλερ που με καθήλωσε
στις Κάννες του 1992 με τον τίτλο «La Sentinelle», έσπευσε να εξασφαλίσει την
τελευταία του, ένα από τα μεγαλύτερα ρεσιτάλ σκηνοθεσίας, ερμηνείας αλλά και
φλύαρης, ακατανόητης ιστορίας!


Κατά σειρά: Επί 150 εξαντλητικά, για να μην πω «αφόρητα» λεπτά, ο Ντεπλεσέν
επιδίδεται σε ένα απίστευτο, στην τελειότητά του, ρεσιτάλ σκηνοθεσίας,
διαπερνώντας με ζωντάνια και με «ρεαλιστικό» ύφος σχεδόν όλα τα είδη και
πάμπολλες πασίγνωστες ταινίες που έχουν αφήσει μέσα μας ανεξίτηλα ίχνη. Από το
ροζ Άρλεκιν μέχρι το μελόδραμα και από το θρίλερ μέχρι το σινεμά βεριτέ, το
σοβαρό αισθηματικό ρομάντζο και το κοινωνικό δράμα. Όλα. Ακόμα και το θρυλικό
«Η φωλιά του κούκου» περνάει και διαχέεται μέσα σε αυτό τον πληθωρικό
σκηνοθετικό καταιγισμό!





«Ρηγάδες για μια ντάμα». Τι θέλει να πει ο Γάλλος ποιητής;


Επί 150 λεπτά, η Εμανουέλ Ντεβός (το άπαιχτο θηλυκό «εργαλείο» της «γυναίκας
του Ζιλ») παίζει με την ίδια άνεση, την ίδια μαεστρία και την ίδια τελειομανία
οτιδήποτε της έχει ζητηθεί. Ακολουθούμενη, φυσικά, από τον παρτενέρ της τον
Ματιέ Αμαλρίκ, που όχι μόνο αποδεικνύεται ισοδύναμος με αυτήν, αλλά ενίοτε και
με όλα τα ρίσκα ερμηνεύει την «τρέλα» με ύφος που ποτέ άλλοτε δεν έχουμε δει!


Ωστόσο, παρά την τελειότητα του «ποιητή», το ερώτημα που με ακολουθούσε μετά
τη δεύτερη φορά (γιατί το είχα πρωτοδεί το 2005 στις Κάννες) παρέμενε το ίδιο
από την αρχή: Τι θέλει να πει; Ότι - ας πούμε - οι διαδρομές μας τέμνονται
παντού; Γνωστό! Ότι μετανιώνουμε σήμερα γι' αυτό που διαπράξαμε χθες;
Πασίγνωστο! Ότι η ζωή έχει τα πάνω και τα κάτω της; Το ξέρει και ένα μικρό
παιδί. Τίποτε απ' όλα αυτά. Απλούστατα. Επιδειξιμανία. Παιδιά, μπορώ να κάνω
τα πάντα καλύτερα από εσάς. Μπράβο. Πρόσεξε όμως να μην καταλήξεις σαν τα
παιδιά θαύματα, να παίζεις σε μπαράκια δεύτερης διαλογής!


Με δυο λόγια: Δύο παράλληλες ιστορίες, συγκεντρωμένες σε χωριστά
κεφάλαια. Στην πρώτη η Νόρα (Εμανουέλ Ντεβός), τριαντάρα με παιδί και δύο
χωρισμούς, παντρεμένη με πλούσιο επιχειρηματία, κηδεύει τον (συγγραφέα) πατέρα
της και από την άλλη προσπαθεί να πείσει τον Ισμαέλ, τον «τρελαμένο» πρώην
άντρα της, να αναλάβει την υιοθεσία του παιδιού της. Στη δεύτερη ο Ισμαέλ
(Ματιέ Αμαλρίκ), εγκλωβισμένος από τους δικούς του σε ψυχιατρική κλινική,
επιχειρεί με διάφορους τρόπους να δραπετεύσει από αυτή τη φυλακή, αλλά το
αντίτιμο είναι βαρύ. Πρέπει να υιοθετήσει το ξένο παιδί μιας γυναίκας που τον
άφησε για κάποιον πλούσιο «νταβατζή»!

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από