Έντουαρντ Σαΐντ


Αγανάκτησε ο πρωθυπουργός της Ιταλίας, Σίλβιο Μπερλουσκόνι, όταν άκουσε
κάποιους να συγκρίνουν τον Σαντάμ Χουσεΐν με τον φασίστα συμπατριώτη του
Μπενίτο Μουσολίνι. Προσπαθώντας να ακυρώσει τη σύγκριση, «ανακάλυψε» ότι ο
Μουσολίνι ήταν, ούτε λίγο ούτε πολύ, ένας παρεξηγημένος «ευεργέτης», ο οποίος
έστελνε τους πολιτικούς του αντιπάλους όχι σε φυλακές, αλλά διακοπές (!).
Κοτσάνα και αθλιότητα χαρακτήρισαν οι περισσότεροι τις δηλώσεις του κ.
Μπερλουσκόνι. Εκείνος όμως, υπερασπίστηκε τη θέση του λέγοντας: «H αγάπη για
την πατρίδα μου δεν μου επέτρεψε να αντέξω τη σύγκριση Σαντάμ - Μουσολίνι».


Βέβαια, σύμφωνα με τη λογική του «πατριωτισμού» α λα Μπερλουσκόνι, ένας
καθωσπρέπει Αλβανός «πατριώτης» θα έπρεπε να αγανακτεί εάν κανείς συγκρίνει
τον Ενβέρ Χότζα με τον Κιμ της Βόρειας Κορέας. Ένας Έλληνας «πατριώτης» θα
έπρεπε να εγκωμιάζει τη στρατιωτική χούντα: ειδικά εάν κάποιος τολμήσει να
συγκρίνει τον δικτάτορα Παπαδόπουλο με τον Χιλιανό δικτάτορα Πινοσέτ. Ένας
καθωσπρέπει Γερμανός «πατριώτης» θα έπρεπε να αρνηθεί ή να δικαιολογήσει το
ναζιστικό ολοκαύτωμα. Και βέβαια, ανάμεσα σε έναν ρατσιστή ομοεθνή του και σε
έναν μετανάστη, ο «πατριώτης» α λα Μπερλουσκόνι θα έπρεπε να πάρει το μέρος
του ομοεθνούς του: για την πατρίδα, ρε γαμώτο!


Ο πατριωτισμός «α λα Μπερλουσκόνι» δεν είναι άγνωστος (ειδικά στα μέρη μας).
Είναι, θα λέγαμε, ο «εύκολος πατριωτισμός». Ο «πατριωτισμός» που συγκινεί, που
πουλάει και που βολεύει. Που χωρίζει μανιχαϊστικά τον κόσμο μας σε «εμείς» και
«εκείνοι». Το σύνθημα αυτού του «πατριωτισμού» είναι «ό,τι άπτεται του έθνους
και της πατρίδας υπερέχει της αλήθειας και των ηθικών αξιών». Και εάν η
αλήθεια είναι ενίοτε ενοχλητική για την τέλεια εικόνα της πατρίδας μας; H λύση
είναι πολύ απλή: την τροποποιούμε. Εν ανάγκη την εξουδετερώνουμε και την
εξαφανίζουμε. Γιατί εκεί όπου τελειώνει η κριτική σκέψη και η ηθική κρίση,
αρχίζει η «δικτατορία της ιδέας της πατρίδας».


«Εγώ δεν αγαπώ παρά την πατρίδα μου», έγραφε ο Γάλλος φιλόσοφος Μοντεσκιέ
(1689-1755). Και πρόσθετε: «Αλλά αν ήξερα κάτι που θα με ωφελούσε προσωπικά,
το οποίο όμως θα έβλαπτε την οικογένειά μου, θα το έδιωχνα από το μυαλό μου.
Εάν ήξερα κάτι που θα ωφελούσε την οικογένειά μου, το οποίο όμως θα έβλαπτε
την πατρίδα μου, θα προσπαθούσα να το ξεχάσω. Εάν ήξερα κάτι που θα ωφελούσε
την πατρίδα μου, το οποίο όμως θα έβλαπτε την Ευρώπη ή που θα ωφελούσε την
Ευρώπη αλλά θα έβλαπτε την ανθρωπότητα, τότε θα το θεωρούσα έγκλημα». Ο
πατριωτισμός του Μοντεσκιέ σε αντιδιαστολή με αυτόν του Μπερλουσκόνι (ζητώ
συγγνώμη για τη σύγκριση...) είναι, θα λέγαμε, ο «δύσκολος πατριωτισμός». Ο
μειοψηφικός. Απαιτεί μεγάλο θάρρος και ηθική αυτονομία. Και προπαντός, να μην
ξεχάσεις ότι εγώ είμαι ο Άλλος... Παράδειγμα ενός τέτοιου πατριωτισμού είναι
οι 27 Ισραηλινοί πιλότοι που αρνούνται να γίνουν συνένοχοι στο έγκλημα. Είναι
ο Έντουαρντ Σαΐντ, η πώληση των βιβλίων του οποίου στην Παλαιστίνη
απαγορεύτηκε το 1996 από τον Αραφάτ με το επιχείρημα ότι είναι «αντεθνικά»,
επειδή ασκούσαν κριτική στη διαφθορά και την αυταρχικότητα της παλαιστινιακής
αρχής (το ίδιο είχε κάνει πριν και το Ισραήλ στα κατεχόμενα για τα όσα έγραφε
ο Έντουαρντ Σαΐντ για την πολιτική του Ισραήλ)...


Οι «φορείς» του δύσκολου πατριωτισμού συνήθως στιγματίζονται ως «προδότες».
Είναι ενοχλητικοί και ύποπτοι: persona non grata από όλες τις πλευρές. Δεν
υπάρχουν αγάλματα γι' αυτούς. Μόνο μπόλικη μοναξιά. Ο «δύσκολος πατριωτισμός»
όμως, είναι η καλύτερη αντίσταση που διαθέτουμε ενάντια στους αδίστακτους
δημαγωγούς και τους δικτάτορες. Εναντία στην ηλιθιοποίηση και τη βαρβαρότητα.


Ο Γκαζμέντ Καπλάνι είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από