Δυτικά παράλια. Περιφέρεια Γκέιβε-Ορτάκιοϊ. Χουδί.
|
|
H περιφέρεια Γκέιβε-Ορτάκιοϊ ανήκε στο ανεξάρτητο Σαντζάκι της Νικομήδειας. Το
Γκέιβε πριν το 1922, κατά τον Π. Κοντογιάννη είχε 1.000 κατοίκους, κυρίως
Τούρκους, και ήταν έδρα Καζά· βρίσκεται 74 χλμ. NA της Νικομήδειας. Το
Ορτάκιοϊ, 6 χλμ. BA του Γκέιβε, ήταν πόλη με 10.000 περίπου κατοίκους, από
τους οποίους 5.000 Έλληνες αρμενόφωνοι και 2.500 Αρμένιοι.
Όλη η περιφέρεια, ορεινή και δασώδης, ευνόησε την εγκατάσταση και δράση
των Τσετών, που διέπραξαν απάνθρωπες σφαγές και άγριους διωγμούς σε βάρος του
ελληνικού στοιχείου που ζούσε εκεί.
Το χωριό Χουδί (τουρκ. Μπουγιούκ Σαρατσλί), ανήκει στην περιφέρεια
Γκέιβε-Ορτάκιοϊ. Οι κάτοικοί του πριν το 1922 ήταν 1.500 περίπου, από τους
οποίους 1.000 Έλληνες αρμενόφωνοι. Εκκλησιαστικά οι Έλληνες του χωριού
υπάγονταν στη Μητρόπολη Νικαίας.
Στο Κάτω Χωριό τους σφάξαν όλους
(Μαρτυρία Θεόφιλου Παπαδόπουλου – αποσπάσματα)
|
Έλληνες στρατιώτες και πολίτες μπροστά στο μεγάλο ρολόι της Σμύρνης το καλοκαίρι του 1920 (Αρχείο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών)
|
Το Σάββατο βράδυ, μετά την απόλυση του εσπερινού, μάθαμε ότι ήρθαν Τσέτες στο
σταθμό και τραγουδούσαν: «Θα σφάξουμε, θα κάψουμε…». Ο καθένας πήγε
φοβισμένος σπίτι του. Το βράδυ, όταν μπήκαν στο χωριό, πήγαμε στο σπίτι του
Μεμέτ εφέντη, όπου είχαν καταφύγει κι άλλες οικογένειες. Οι γυναίκες και τα
παιδιά μπήκαν μέσα, εγώ δεν μπήκα. Να πάω να δούμε τι θα κάνουν! Που να
φανταστώ πως θα κάμουν σφαγή.
Ενώ πήγαινα προς τα κει που θα κατέβαινα στα καφενεία, περνώντας κρυφά – κρυφά
μέσα από τις μουριές, με είδε κάποιος από το Μπουρχανέ και μου είπε: «Στο Κάτω
Χωριό, το Μπουρχανέ, τους σφάξαν όλους. Έλα να φύγουμε». Και φύγαμε στο βουνό.
Εκεί μπήκαμε σε μια σπηλιά, ήταν κι άλλοι. Καθίσαμε. Το πρωί ακούσαμε ότι
χτυπούσαν την καμπάνα. Την κτυπούσαν επίτηδες οι Τσέτες, για να πάνε οι
άνθρωποι στην εκκλησία, να τους μαζέψουν. Ξαπλώθηκα σ’ ένα δέντρο από κάτω να
κοιμηθώ, γιατί όλη τη νύχτα ήμουν άγρυπνος. Ανάμεσα σε κείνους που ‘χαν
καταφύγει στο βουνό – εκατόν είκοσι είμαστε – ήταν και παιδιά του σχολείου.
Λέω στους μαθητάς: «Εγώ θα ησυχάσω. Κοιτάτε να μη μας περικυκλώσουν». Μετά
μισή ώρα έρχονται οι μαθηταί και μου λένε: «Έρχονται οι Τσέτες».
Δεν ήταν Τσέτες. Ήταν χωριάτες που κατέβαιναν στο Χουδί για λεηλασία από τα
γύρω χωριά.
Μόλις τους είδαμε αυτούς, σηκωθήκαμε και φύγαμε περαμέσα στα βουνά. Είχαμε
προχωρήσει δυο-τρεις ώρες μακριά. Όταν βράδιασε καλά, είπαμε να πάνε να δούμε
τι γίνεται. Γυρίσαμε εκεί που ήμασταν το πρωί. Ήρθαμε σιγά – σιγά. Είδαμε έναν
με το όπλο στο χέρι. Κρυφτήκαμε. Αυτός μας είδε και μας είπε αρμένικα:*
«Ελάτε, ελάτε». Θυμάμαι ακόμα το όνομά του· Ιωακείμ Τζαφέρογλους. Πλησιάσαμε,
τον ρωτήσαμε τι γίνηκαν οι άλλοι που είχαν καταφύγει εκεί, και μας είπε:
«Πέντε λεπτά παρακάτω είναι όλοι σκοτωμένοι». Λέμε: «Τι θα κάνουμε; Πού θα
πάμε; Θα κρυφτούμε εδώ, και το χάραμα θα πάμε στο Αντάπαζαρ».
Κρυφτήκαμε τη νύχτα εκεί. Τη μέρα να προχωρούμε, είπαμε. Μετά δυο-τρεις μέρες
που ήμασταν στα βουνά, μια νύχτα, ενώ προχωρούσαμε, ακούσαμε γαυγίσματα. Δεν
ξέραμε ότι ήταν χωριό. Οι κάτοικοι άκουσαν τα γαυγίσματα, ήρθαν και μας
έπιασαν. Ήρθε κι ο τσαούσης· μας ρώτησε «από πού είσθε». Είπαμε: «Στο χωριό
ήρθαν αντάρτες και πάμε στο Αντάπαζαρ να δουλέψουμε. Να μας οδηγήσεις όπου
υπάρχει χωροφυλακή». Ζήτησε φιλοδώρημα. «Δύο ώρες», είπε, «είναι από δω».
……………
|
Καραβάνι σε μια από τις ερήμους της Μικράς Ασίας μεταφέρει πυρομαχικά και εφόδια στον Ελληνικό Στρατό
|
Μας οδήγησε στο Αντάπαζαρ. Εκεί μας έβαλαν στο περιβόλι του Κονακιού.
Εν τω μεταξύ είχε ακουστεί στο Αντάπαζαρ, ότι είχαν έρθει άνθρωποι από το
χωριό κι ότι είναι κι ο δάσκαλος μαζί. Είχα τον γαμπρό μου εκεί, τον
φαρμακοποιό Πασχαλίδη, τον κουνιάδο μου, τον εγγονό μου. Ήρθαν να δουν. Ο
καϊμακάμης λέει στο φύλακα: «Άνοιξε να βγει ο δάσκαλος». Με πήραν και με πήγαν
στα σπίτια τους, στου Πασχαλίδη. Άλλαξα τα ρούχα μου, με περιποιήθηκαν.
Ο ανώτερος διοικητής της χωροφυλακής του Αντάπαζαρ έμαθε πως είχαν φυγαδεύσει
το δάσκαλο μέσα απ’ τους άλλους κι έστειλε ζαπτιέ να τον πάρει από το σπίτι
που ήταν. Ο Πασχαλίδης, «πάμε», είπε. Πήγαμε. Ανεβήκαμε πάνω στο διοικητήριο.
«Από πού είσαι;» μου λεέι ο μιραλάης**. «Από το Χουδί». «Εσύ τι δουλειά είχες
μ’ αυτούς τους κερατάδες τους Ορτακιοϊλήδες που είναι αντάρτες;». Του είπα ότι
τους βρήκα στα βουνά και ήρθα μαζί. Του είπα ακόμα ότι δίδασκα και τα
τούρκικα. «Εσύ σαν καλός άνθρωπος μοιάζεις» μου λέει· «άντε φύγε». Ο
Πασχαλίδης που στεκόταν λίγο παραπίσω μού ψιθύρισε αρμενικά: «Φίλησε το χέρι
του». Πήγα να το φιλήσω. «Δεν χρειάζεται, δεν χρειάζεται» είπε. Τους άλλους
τους στείλαν πίσω στην Γκέιβε και τους σφάξαν. Και τους πενήντα έξι. Εκεί στο
σταθμό ήταν μια μαμή Αρμένισσα και τους είδε που τους σφάξαν.
Από το Αντάπαζαρ, όταν ακούσαμε ότι κι εκεί θα γίνει φασαρία, πήγαμε στη
Νικομήδεια. Μείναμε δεκαπέντε μέρες κι από κει στην Πόλη. Το 1922 ήρθαμε εδώ.
* Οι Χουδιώτες, όπως και οι κάτοικοι του Γκέιβε-Ορτάκιοϊ, ήσαν,
αρμενόφωνοι.
** συνταγματάρχης










