|
|
Κλειδωμένα στα συρτάρια παραμένουν τα επενδυτικά σχέδια ιδιωτών, ύψους 1,5
δισ. ευρώ, τα οποία προορίζονται για τη δημιουργία θερμοηλεκτρικών μονάδων
παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Αιτία της επενδυτικής αυτής αποχής, η
ανυπαρξία (δύο χρόνια μετά την απελευθέρωση της αγοράς) του απαραίτητου
θεσμικού πλαισίου, με βάση το οποίο θα δραστηριοποιηθούν στην παραγωγή και
πώληση ηλεκτρικού ρεύματος οι ιδιώτες-ανταγωνιστές της ΔΕΗ.
Αυτή τη στιγμή, η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που το
100% της ηλεκτρικής ενέργειας παράγεται και εμπορεύεται από μία και μόνο
εταιρεία (τη ΔΕΗ), όταν σε άλλες χώρες οι παραγωγοί ρεύματος φθάνουν και τους
τρεις (Γερμανία, Αυστρία, Μεγάλη Βρετανία).
Το ευτύχημα για τους Έλληνες καταναλωτές – οικιακούς χρήστες και επιχειρήσεις
– είναι ότι η ηλεκτρική ενέργεια που καταναλώνουν είναι από τις φθηνότερες της
Ευρωπαϊκής Ένωσης και αυτό χάρη στον λιγνίτη.
Ο λιγνίτης, τον οποίο η ΔΕΗ προμηθεύεται δωρεάν και χρησιμοποιεί για την
παραγωγή του 70% του ηλεκτρικού ρεύματος, φαίνεται να είναι μία από τις
βασικές αιτίες που οι ιδιώτες ανταγωνιστές της δημόσιας επιχείρησης δεν
τολμούν να προχωρήσουν στα επενδυτικά τους σχέδια. Το κόστος του φυσικού
αερίου που θα χρησιμοποιούν οι τελευταίοι, είναι κατά πολύ μεγαλύτερο και ο
ανταγωνισμός τους με τον μοναδικό, σήμερα, παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας
καθίσταται δύσκολος.
Εξασφάλιση αγοραστών
Οι κοινοπραξίες (έξι στον αριθμό) που έχουν πάρει άδειες για θερμοηλεκτρικές
μονάδες έχουν κάνει σαφές πως, αν το θεσμικό πλαίσιο δεν εξασφαλίσει πελάτες –
για το μεγαλύτερο, τουλάχιστον, μέρος της παραγωγής τους -, καμία επένδυση δεν
πρόκειται να προχωρήσει. Άλλωστε και οι τράπεζες έχουν διαμηνύσει προς τους
επενδυτές ότι «δεν πρόκειται να δώσουν δεκάρα, αν προηγουμένως δεν
εξασφαλιστούν οι αγοραστές του ρεύματος που θα παράγεται».
Επισημαίνεται ότι για την κατασκευή μιας μονάδας ισχύος 100 μεγαβάτ
απαιτούνται επενδύσεις ύψους 25 δισ. δραχμών. Με δεδομένο ότι οι άδειες που
είχαν δοθεί τον Απρίλιο του 2001 προβλέπουν τη δημιουργία μονάδων συνολικής
ισχύος 2.160 μεγαβάτ, το συνολικό κόστος των επενδύσεων αυτών, αν και εφόσον
προχωρήσουν, θα απαιτήσει κεφάλαια πάνω από 500 δισ. δρχ.
Στελέχη της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας επισημαίνουν, πάντως, ότι στην
περίπτωση που οι επίδοξοι ανταγωνιστές της ΔΕΗ συνεχίσουν την επενδυτική τους
αποχή και μετά το 2005 (έτος πλήρους απελευθέρωσης για επιχειρήσεις), είναι
πολύ πιθανό η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να επιβάλει το σπάσιμο του μονοπωλίου της
ΔΕΗ. Υπενθυμίζεται ότι στην Ιταλία η κρατική ENEL υποχρεώθηκε να πωλήσει
μονάδες της, προκειμένου να απελευθερωθεί η αγορά.
Τι λένε οι επενδυτές
«Χωρίς εξασφαλισμένη την πελατεία αλλά και επαρκείς και φθηνές ποσότητες
φυσικού αερίου, οι επόμενες κινήσεις των ιδιωτικών ομίλων θα μείνουν
μετέωρες», επισημαίνει στέλεχος της ενεργειακής αγοράς.
Όπως υποστηρίζει ο κ. Ιωάννης Δεσύπρης, επικεφαλής των ενεργειακών
δραστηριοτήτων του ομίλου Μυτιληναίου, «καμία επένδυση δεν μπορεί να
προχωρήσει, αν δεν έχει προηγουμένως εξασφαλίσει αγοραστές για το μισό,
τουλάχιστον, της συνολικής παραγωγής».
Αν δεν παγιωθεί το πλαίσιο της απελευθέρωσης, προσθέτει ο κ. Δεσύπρης, καμία
τράπεζα δεν θα βρεθεί να ρισκάρει τη χρηματοδότηση των απαιτούμενων
επενδύσεων. «Το κλειδί για να προχωρήσει η απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής
ενέργειας είναι να γνωρίζουν από τώρα οι ιδιωτικές εταιρείες πόσο θα τους
κοστίζει η παραγωγή ρεύματος και σε ποιον θα το πουλάνε», υποστηρίζει
εκπρόσωπος του ομίλου Κοπελούζου. Παράλληλα, υποστηρίζει ότι σε μια πλήρως
απελευθερωμένη αγορά, ακόμη και η ΔΕΗ θα μπορεί να αγοράζει ρεύμα από τους
ιδιώτες, αν οι τελευταίοι τής το πουλάνε φθηνότερα σε σύγκριση με το κόστος
παραγωγής των μονάδων της.
Ο όμιλος Κοπελούζου, και ειδικά η εταιρεία Enelco που έχει δημιουργήσει από
κοινού με την ιταλική ENEL, έχει εξασφαλίσει τις απαραίτητες ποσότητες φυσικού
αερίου, αλλά, όπως και οι άλλοι μνηστήρες δεν γνωρίζει ακόμη το κόστος της
διέλευσης από τα δίκτυα της ΔΕΠΑ.
Την πλήρη απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας, τόσο στον τομέα του ηλεκτρικού
ρεύματος όσο και σε αυτόν του φυσικού αερίου, υποστηρίζει στέλεχος της
εταιρείας ΗΕ&D, η οποία από κοινού με τη γαλλική EdF και την Εταιρεία
Φωσφορικών Λιπασμάτων, έχει πάρει άδεια για τη δημιουργία μεγάλης
θερμοηλεκτρικής μονάδας. Ο ίδιος επισημαίνει ότι η απελευθέρωση της
συγκεκριμένης αγοράς δεν θα είναι πλήρης «όσο το θεσμικό πλαίσιο διατηρεί
προνόμια υπέρ μεμονωμένων παικτών».
Εκπρόσωπος του ομίλου Αλαμανή υποστηρίζει ότι, για να προχωρήσουν οι ιδιωτικές
εταιρείες σε οποιαδήποτε νέα κίνηση, θα πρέπει να γνωρίζουν το κόστος
παραγωγής των μονάδων τους και παράλληλα τη νέα τιμολογιακή πολιτική, που θα
διαμορφώσει για τους μεγάλους πελάτες ο βασικός ανταγωνιστής τους, η ΔΕΗ, που
διαθέτει το αποκλειστικό προνόμιο της χρήσης λιγνίτη.
Ο κ. Γιώργος Περιστέρης, του ομίλου της ΓΕΚ – Τέρνα, υποστηρίζει ότι με τα
σημερινά δεδομένα «κανένας εχέφρων πελάτης – επιχειρηματίας δεν πρόκειται να
φύγει από τη ΔΕΗ και να κάνει συμβόλαια για προμήθεια ρεύματος από ιδιώτη
παραγωγό». Ο ίδιος διευκρινίζει ότι, για να προχωρήσουν οι ιδιωτικές
επενδύσεις στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, θα πρέπει να υπάρχει σαφής εικόνα
για το κόστος του φυσικού αερίου, καθώς και για την τιμή πώλησης του
παραγόμενου ρεύματος αλλά και για τις ποσότητες που μπορεί να απορροφήσει η αγορά.








