Ύστερα από 35 χρόνια εθισμού στο αλκοόλ και τα χάπια, τέσσερα παιδιά, έντεκα

εγγόνια, επτά διαζύγια, πενήντα πέντε ταινίες, άπειρες ερωτικές σχέσεις, δύο

γύρους βαριάς πνευμονίας, ενός καρκίνου στον εγκέφαλο, δύο επεμβάσεων στον

γοφό, μίας εγχείρισης για να διορθώσει το μήκος των ποδιών της και πολλαπλών

καταγμάτων της πλάτης, η Ελίζαμπεθ Τέιλορ είναι ακόμα ζωντανή. «Καμιά φορά

εκπλήσσομαι κι εγώ η ίδια», λέει τσιμπώντας το χέρι της για να ελέγξει ότι όλα

είναι εντάξει. Η Λιζ Τέιλορ, λοιπόν, έφτασε έπειτα από περιπέτειες και πάθη

στα εβδομήντα της χρόνια. Επίσης, είναι βέβαιο ότι η ζωή της μόνο άδεια δεν

μπορεί να χαρακτηριστεί. Ούτε καν ελαφριά, με τόσα καράτια που ζυγίζουν τα

κοσμήματά της. Στους πολύτιμους λίθους που της ανήκουν, η Λιζ Τέιλορ βασίζει

τις αναμνήσεις της. Σε κάθε αρρώστια, διαζύγιο, συνάντηση με τον θάνατο ή τα

μπουκάλια ουίσκι, τα κοσμήματά της με τις εγγυητικές επιστολές των μεγάλων

οίκων κοσμηματοποιίας πιστοποιούν τη θάλασσα των απογοητεύσεων που έχει

περάσει. «Κάθε κομμάτι από αυτά μου διηγείται μία ιστορία», σημειώνει η Τέιλορ

στην αυτοβιογραφία της «Ελίζαμπεθ Τέιλορ: Ο έρωτάς μου με τα κοσμήματα».

Κι έχει να θυμηθεί τα δεκάδες δώρα που ο Ρίτσαρντ Μπάρτον (δύο φορές σύζυγος

και μεγάλος της έρωτας) της χάριζε για να έρθει πιο κοντά της. «Ενθουσιαζόμουν

τόσο πολύ, που πηδούσα πάνω του και του έκανα έρωτα φορώντας το Bulgari δώρο

του».

Αλλά ο πιο ξεκάθαρος ρόλος τον οποίο υποδύεται σήμερα η Ελίζαμπεθ Τέιλορ είναι

αυτός της μητέρας-καταφύγιο για πρώην παιδιά-θαύματα, όπως ο Μάικλ Τζάκσον και

ο Μακόλεϊ Κάλκιν και για ενηλίκους-παιδιά, όπως η Κάρι Φίσερ και η Λάιζα

Μινέλι. Περισσότερο ως θεία ή γιαγιά και διόλου με συμπεριφορά ντίβας, είναι

εκείνη που με χάδια και ανώδυνο κουβεντολόι συντρέχει τους καλύτερούς της

φίλους για να απαλύνει τις ταραγμένες ψυχές τους. Τον λόγο, γνωρίζει ο Μάικ

Νίκολς, ο οποίος την σκηνοθέτησε στον ρόλο που της χάρισε το ένα από τα δύο

της Όσκαρ, «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;». Η Τέιλορ, λέει, δείχνει την

αγάπη της και την αφοσίωσή της σε αυτούς τους ανθρώπους επειδή και η ίδια είχε

καταπιεστεί ως νεαρή ηθοποιός από τα αυστηρά συμβόλαια της εταιρείας MGM. Δεν

είχε φίλους για να παίξει και ήταν απομονωμένη, ενώ ο πατέρας της ήταν

προσβλητικός μαζί της.

«Γι’ αυτό παντρεύτηκα μικρή. Για να φύγω από το σπίτι. Δεν μπορούσα να

ανεχτώ ούτε τη σωματική αλλά ούτε την ψυχολογική του, βίαιη, συμπεριφορά»,

λέει η Τέιλορ, εξηγώντας πως με τον Μάικλ Τζάκσον έχει να μοιραστεί πολλά

περισσότερα από την εμπειρία του παιδιού-θαύματος. «Μπορώ να μιλήσω μαζί του

για πράγματα που δεν έχω εκμυστηρευθεί σε κανέναν. Είχε μία από τις χειρότερες

παιδικές ηλικίες. Νομίζω ότι εγώ είχα τη δεύτερη».

Όσο για τους γάμους και τα διαζύγια, εκτός από τον Ρίτσαρντ Μπάρτον και τον

παραγωγό Μάικ Τοντ κανείς άλλος δεν μπήκε στην καρδιά της ως έρωτας της ζωής

της. Άλλωστε, μετά τον τελευταίο γάμο και το διαζύγιό της, από τον πολύ

νεώτερό της Λάρι Φορτένσκι, η Τέιλορ ορκίστηκε να μείνει φρόνιμη. «Θα μου

άρεσε να ζήσω με κάποιον, να μεγαλώσω πλάι του και να είμαι μέρος της ζωής

του. Όχι όμως μέχρι το σημείο που ο ένας πληγώνει τον άλλον. Το πιστοποιητικό

του γάμου είναι ένα χαρτί που στα μάτια του άλλου σε κάνει δεδομένο. Σε κάνει

να σκέφτεσαι αν θες να πας σινεμά μαζί του και να βρίσκεις ότι είναι βαρετό.

Κάτι τέτοιο, να μου λείπει».

INFO

To βιβλίο «Elizabeth Taylor: My Love Affair With Jewelry» κυκλοφορεί από τις

εκδόσεις Simon&Schuster. Σελ. 240, Τιμή: 45,5 δολάρια (στο Amazon.com).

Επιμέλεια: Έφη Φαλίδα

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.