Εσωτερικό του Palais de Tokyo με το «No Comment» του Κινέζου καλλιτέχνη Wang Du

Μπορεί να ακούγεται εξωφρενικό σε μια πόλη που διαθέτει βαρύγδουπα ιδρύματα

όπως το Beaubourg, το Jeu de Paume, το Μuseι de la Ville d Paris, την

Fondation Cartier και άλλα πολλά, να υπάρχουν άνθρωποι που ισχυρίζονται ότι

απουσιάζει ένας αντιπροσωπευτικός «τόπος σύγχρονης τέχνης». Πάντως έτσι

σκέφτηκε πριν από τρία χρόνια η διεύθυνση των γαλλικών μουσείων, αποφασίζοντας

να ιδρύσει ένα ακόμη χώρο σύγχρονης τέχνης, αναθέτοντας μάλιστα τη διεύθυνσή

του σε δύο δυναμικούς νέους επιμελητές, τον Nicolas Bourriaud και τον Jιrτme

Sans. Ο πρώτος είναι ένας ευφυής θεωρητικός που επινόησε την «αισθητική των

σχέσεων» και ο δεύτερος ένας εξίσου ικανός οργανωτής εκθέσεων και παθιασμένος

dee jay.

Οι πάντες συμφώνησαν ότι ένας τέτοιος θεσμός χρειάζεται για να αναζωογονηθεί η

άνευρη καλλιτεχνική σκηνή μιας χώρας που μέχρι πρότινος έμοιαζε καταπονημένη

από τους μύθους του παρελθόντος. Επιπλέον αυξάνει την ανταγωνιστικότητά της

απέναντι στα «γειτονικά» μητροπολιτικά κέντρα του Λονδίνου και του Βερολίνου

που συχνά εκδηλώνουν επιθετικές διαθέσεις. Το εγχείρημα μοιάζει ερεθιστικό,

τουλάχιστον όσο και ο χώρος που επελέγη να στεγάσει τις σύγχρονες μορφές

δημιουργίας, το περιβόητο Palais de Tokyo, ένα μνημειακό συγκρότημα που

κατασκευάστηκε για την Expo του 1937.

Πρόκειται πράγματι για ένα παράδοξο σημάδι των καιρών, ο άνθρωπος που τον Μάη

του 1968 έκλεισε το Palais de Tokyo – που τότε φιλοξενούσε το Εθνικό Μουσείο

Μοντέρνας Τέχνης – εξ αιτίας της «δημόσιας αχρηστίας» του, να είναι εκείνος

που θα προεδρεύσει στη νέα του φάση. Μιλώ για τον Pierre Restany, μια κορυφαία

φυσιογνωμία της μεταπολεμικής πρωτοπορίας με αρκετούς φίλους και στην Ελλάδα.

Οι δύο αρχιτέκτονες (Anne Lacaton και Jean-Philippe Vassal) που

ανέλαβαν να μελετήσουν την ανακαίνιση του κτιρίου, μπήκαν γρήγορα στο πνεύμα

και επεξεργάστηκαν μια αντισυμβατική λύση που δίνει στον επισκέπτη την

εντύπωση ότι βρίσκεται σε κάποιο εργοτάξιο – μια ιδέα που ταιριάζει γάντι στο

χαλαρό και ακατάστατο κλίμα της σύγχρονης τέχνης.

Όπως καταλαβαίνετε πρόκειται για μια ατμόσφαιρα ολωσδιόλου ξένη από τα κέντρα

τέχνης που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα, η οποία δίνει προτεραιότητα στην

επικοινωνία και στις σχέσεις που αναπτύσσονται στο εσωτερικό του και επιτείνει

εκείνο το είδος ρήξης που οραματίστηκε – χωρίς να κατορθώσει να υλοποιήσει –

το Beaubourg το 1977.

Στο επίκεντρο της κριτικής του Palais de Tokyo βρίσκεται η ελιτίστικη σιωπή

των καθαγιασμένων εκθεσιακών χώρων και η τελευταία γενιά των διάσημων

μεγαμουσείων. Γι’ αυτό δεν υπάρχουν εδώ καθαρές ή παράξενες μνημειακές

αίθουσες, σχεδιασμένες από φημισμένους αρχιτέκτονες, όπως ο Frank Gehry

(Μουσείο Guggenheim του Μπιλμπάο), ή οι Herzog και De Meuron (Tate Modern). Το

αίτημα που θεωρείται σπουδαιότερο είναι εκείνο της ευελιξίας και άρα χώρων που

παραμένουν ως έχουν. Εκείνοι που θα αναλάβουν να «διαμορφώσουν» σταδιακά τους

εκθεσιακούς χώρους είναι τα έργα των καλλιτεχνών. Μια τέτοια προοπτική μας

φέρνει κοντά στην ιδέα ενός «μουσείου εν προόδω», ενός «μουσείου» που δεν

αποθηκεύει έργα, ούτε είναι πολυκατάστημα, αλλά ολοκληρώνεται από έκθεση σε

έκθεση. Και είναι σίγουρα άξιο προσοχής το γεγονός ότι αυτή η σχεδόν «μη

αρχιτεκτονική» ανακαίνιση του Palais de Tokyo τα καταφέρνει καλύτερα από τις

υπερφίαλες μορφολογίες διασήμων αρχιτεκτόνων όπως ο Frank Gehry και οι

Herzog-De Meuron.

Πρότυπο η πλατεία του Μαρακές

Φυσικά δεν πρόκειται για μια ολωσδιόλου καινούργια «διαμάχη», η οποία ήδη

στη δεκαετία του 1970 κατέκτησε θερμούς υποστηρικτές και υπολογίσιμη θεωρητική

τεκμηρίωση. Στους πρωταρχικούς στόχους αυτή τη φορά εντάσσονται οι νέοι, οι

οποίοι προτιμούν την κινητική νομαδική ηθική, το ανοιχτό πειραματικό πνεύμα

και δυσπιστούν στα παρωχημένα στερεότυπα. Για το λόγο άλλωστε αυτό το Palais

de Tokyo είναι ανοιχτό από το μεσημέρι ως τα μεσάνυχτα, έχοντας ως πρότυπο την

κεντρική πλατεία της αγοράς του Μαρακές, όπου ο κόσμος πηγαίνει για να κάνει

διάφορες δουλειές, να δει καινούργια πράγματα και να συναντήσει φίλους σε μια

αέναη εναλλαγή και διαπλοκή των τριών αυτών δραστηριοτήτων.

Δεν θα βρείτε εδώ μια συγκεκριμένη φυσιογνωμία που επιβάλλεται: τυπικές

εκθέσεις σύγχρονης τέχνης συνυπάρχουν με wall drawings, performance, σκόρπιες

εγκαταστάσεις, αδιαμόρφωτα κενά, video, βιβλία, συζητήσεις, cafι και την

ακόρεστη μητροπολιτική φρενίτιδα των dj’s. Αυτή η τελευταία άλλωστε

αναδεικνύεται σε λέξη κλειδί της σύγχρονης δημιουργίας: ο DJ, όπως οι

περισσότεροι σήμερα, δουλεύει με υλικό που προϋπάρχει.

Να γιατί το Palais de Tokyo μας φέρνει κοντά στην ιδέα των χώρων τέχνης του

21ου αιώνα. Οι χώροι αυτοί δεν θα είναι αποστειρωμένοι και κλειστοί λευκοί

κύβοι, αλλά εργαστήρια πειραματισμού ανοιχτά και εξωστρεφή, «τόποι σύγχρονης

δημιουργίας» που θα λειτουργούν πέρα από τις ασφυκτικές επιταγές της αγοράς

της τέχνης. Η δύναμη αλλά και το ρίσκο του έγκειται ακριβώς σ’ αυτόν τον

ανάμικτο και άτακτο χαρακτήρα του.

INFO

Στο Palais de Tokyo (13, avenue du Ρrιsident Wilson, τηλ: +33 1 47235401).

Ίντερνετ: http: //www.palaisdetokyo.com

* Ο Γιώργος Τζιρτζιλάκης είναι αρχιτέκτονας και διδάσκει στο Τμήμα

Αρχιτεκτόνων του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.