Στοιχεία και υποθέσεις που είχαν έρθει στο φως της δημοσιότητας στη

διάρκεια των τελευταίων χρόνων και είχαν γίνει αιτία αισιοδοξίας για την

εξάρθρωση της 17 Νοέμβρη επανεκτιμώνται υπό το πρίσμα των εξελίξεων των

τελευταίων εβδομάδων. Αποδεικνύεται ότι δηλώσεις όπως «τους ακουμπάμε» είχαν

πραγματική βάση, με τη διαφορά ότι και τότε, αλλά και σε άλλες στιγμές της

πορείας για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, τα στοιχεία και οι ευκαιρίες

δεν αξιοποιήθηκαν σωστά ή έμειναν ασύνδετα και μετέωρα.

Στα κλειδιά του Σίμκα η αισιοδοξία Δροσογιάννη

Στη μάχη των Σεπολίων τέσσερις αστυνομικοί τραυματίσθηκαν, αλλά πάλι χάθηκε η

ευκαιρία να συλληφθούν οι τέσσερις τρομοκράτες – μέλη της 17Ν

Έντεκα μήνες μετά την τυχαία ανακάλυψη της γιάφκας στην οδό Καλαμά στα

Σεπόλια, ο τότε υπουργός Δημόσιας Τάξης Αντώνης Δροσογιάννης θα κάνει μια

δήλωση που θα μείνει στην Ιστορία.

Είναι η πρώτη φορά στην πορεία για την εξάρθρωση της τρομοκρατίας που υπουργός

εκφράζει την αισιοδοξία του για την αποκάλυψη της ταυτότητας των τρομοκρατών.

Τα στοιχεία που έχουν βρεθεί στη γιάφκα της Αντικρατικής Πάλης είναι σημαντικά

και τον οδηγούν στο συμπέρασμα – δήλωση για τους τρομοκράτες: «Τους

ακουμπάμε».

Η θητεία του κ. Αντώνη Δροσογιάννη στο υπουργείο σφραγίστηκε από αυτή τη

δήλωση – εκτίμηση που λοιδωρήθηκε όσο λίγες. Παρά την αισιοδοξία τού

«στρατηγού», τα στοιχεία που πράγματι διέθετε και πλέον εκτιμώνται ως πολύ

σοβαρά, η δολοφονία του βιομηχάνου Αλέξανδρου Αθανασιάδη – Μποδοσάκη (την 1η

Μαρτίου του 1988 από τους τρομοκράτες της 17 Νοέμβρη) σήμανε το τέλος της

θητείας του στο υπουργείο Δημόσιας Τάξης, καθώς υπέβαλε την παραίτησή του.

Ανταλλαγή πυροβολισμών

Ποια ήταν όμως τα στοιχεία που είχαν κάνει τον κ. Δροσογιάννη να εκφράζει

απερίφραστα την αισιοδοξία του; Όλα ξεκινούν από τη μάχη στου Γκύζη, στις 15

Μαΐου 1985. Η ανταλλαγή πυροβολισμών ανάμεσα σε αστυνομικούς και δύο νεαρούς

που θεωρούσαν διαρρήκτες έχει απολογισμό τρεις νεκρούς αστυνομικούς και έναν

από τους δύο κακοποιούς. Ήταν ο Χρήστος Τσουτσουβής.

Όταν η Αστυνομία εξακρίβωσε την ταυτότητα του νεκρού, έφτασε στο διαμέρισμά

του, στην οδό Λυδίας και Αντιόπης, στην Άνω Κυψέλη. Το κυριότερο εύρημα της

αστυνομικής έρευνας στο συγκεκριμένο διαμέρισμα ήταν η πρωτότυπη προκήρυξη με

την οποία η οργάνωση Αντικρατική Πάλη αναλάμβανε την ευθύνη για τη δολοφονία

του εισαγγελέα Γιώργου Θεοφανόπουλου.

Είχαν βρεθεί στο ίδιο διαμέρισμα πυροκροτητές, εκτυπωτικό μηχάνημα, κουκούλες,

περούκες, διαρρηκτικά εργαλεία και υλικά για την κατασκευή πλαστών πινακίδων.

Συνδυασμός ευρημάτων

Ο Χρήστος Τσουτσουβής, που είχε συνδεθεί και με τον Χρήστο Κασσίμη, θεωρείται

ότι ήταν ο αρχηγός της Αντικρατικής Πάλης, οργάνωσης που προέκυψε όταν

αποσκίρτησε από τον ΕΛΑ, παίρνοντας μάλιστα μεγάλο τμήμα του οπλοστασίου του,

αλλά και μέλη του. Τα ευρήματα στη γιάφκα της οδού Λυδίας ήταν – μετά τους

φακέλους της Πάρνηθας – τα πρώτα χειροπιαστά στοιχεία για τους τρομοκράτες.

Η δεύτερη γιάφκα

Ακολουθεί, από τυχαίο γεγονός τον Νοέμβριο του 1986, η αποκάλυψη της δεύτερης

γιάφκας της Αντικρατικής Πάλης, στα Σεπόλια, στην οδό Καλαμά. Το συγκεκριμένο

διαμέρισμα είχε νοικιάσει ο «Νίκος Μανιατόπουλος» και εκεί, ανάμεσα στα έξι

σαρανταπεντάρια πιστόλια (δύο εκ των οποίων είχαν χρησιμοποιηθεί στη δολοφονία

του εισαγγελέα Γ. Θεοφανόπουλου) και τα άλλα όπλα, τις νάρκες, τις

χειροβομβίδες και τις χιλιάδες σφαίρες, είχαν βρεθεί και εκατοντάδες κλειδιά.

Ανάμεσα σ’ αυτά τα κλειδιά όμως, ήταν και εκείνα που δημιούργησαν την

αισιοδοξία στον υπουργό: Ήταν τα κλειδιά του αυτοκινήτου μάρκας Σίμκα, που

είχαν χρησιμοποιήσει για τη διαφυγή τους οι τρομοκράτες της 17 Νοέμβρη, μετά

τη δολοφονία του Ρίτσαρντ Γουέλς.

Το στοιχείο αυτό δεν διαπιστώθηκε, αλλά ούτε έγινε γνωστό αμέσως. Χρειάστηκε

να περάσουν έντεκα μήνες από τις σχετικές ανακοινώσεις, οι οποίες ακολούθησαν

χρονικά τη συμπλοκή της Καλογρέζας, όπου είχε σκοτωθεί ο Μιχάλης Πρέκας.

Η προκήρυξη

Στις σχετικές ανακοινώσεις του κ. Δροσογιάννη, η 17 Νοέμβρη αντέδρασε με

προκήρυξη, στην οποία εν ολίγοις υποστήριζε ότι «οι μυστικές υπηρεσίες έβαλαν

τα κλειδιά του Σίμκα στη γιάφκα της οδού Καλαμά για να συσχετίσουν τις δύο

υποθέσεις». (Τσουτσουβή/ Αντικρατική Πάλη/ΕΛΑ και 17 Νοέμβρη).

Πρόσωπο με πρόσωπο με τους τρομοκράτες βρέθηκαν οι αστυνομικοί στην οδό

Λουίζας Ριανκούρ, αλλά το μόνο που κατάφεραν ήταν να «συλλάβουν» το κλεμμένο

φορτηγάκι που χρησιμοποίησαν για τη διαφυγή τους τα μέλη της 17Ν

Η προσπάθεια των τρομοκρατών της 17 Νοέμβρη να ανατρέψουν τα στοιχεία της

Αστυνομίας ήταν έντονη. Ωστόσο, η συγκεκριμένη προκήρυξη είχε ένα επιπλέον

χαρακτηριστικό – ίσως να ήταν συνέπεια εκνευρισμού, όπως εκ των υστέρων πια,

εκτιμάται: Χαρακτηριζόταν από τη συχνή χρήση λαϊκών εκφράσεων, τις οποίες δεν

είχαν χρησιμοποιήσει έως τότε οι «διανοούμενοι» συντάκτες των προκηρύξεων.

Χρησιμοποιούσαν λοιπόν, εκφράσεις, όπως «την πάτησαν», «αμάν, πια, έλεος»,

«κοτσάνες», «γούσταραν». Οι τρομοκράτες έγραφαν τότε: «Δεν είναι η πρώτη φορά

που οι ασφαλίτικοι μηχανισμοί καταβάλλουν συγκινητικές προσπάθειες για να

μπλέξουν τη 17Ν στις διάφορες πλεκτάνες τους. Έτσι, στην περίπτωση της

σκευωρίας Κρυστάλλη δεν δίστασαν να κατασκευάσουν μια πλαστή οργάνωση, την

Αντιστρατιωτική Πάλη, που αλληλογραφούσε, δήθεν, με τη 17Ν, ενώ παράλληλα

διεκδικούσε με πλαστά κείμενα εκτελέσεις που δεν είχαν γίνει». Στη συνέχεια οι

τρομοκράτες είχαν υποστηρίξει πως στην πραγματικότητα δεν είχαν χρησιμοποιήσει

κλειδιά για να θέσουν σε κίνηση το συγκεκριμένο αυτοκίνητο, αλλά είχαν

συνδέσει καλώδια.

Αναξιοποίητα στοιχεία

Όμως, παρά το γεγονός ότι εκ των υστέρων, το στοιχείο των κλειδιών

αξιολογήθηκε ως πολύ σοβαρό και δένει στο παζλ της τρομοκρατίας, τότε δεν είχε

αξιοποιηθεί επαρκώς και έμεινε μετέωρη η – δικαιολογημένη, όπως πλέον

αποδεικνύεται – αισιοδοξία του κ. Δροσογιάννη.

Εκείνος αποχώρησε από το υπουργείο Δημόσιας Τάξης μετά τη δολοφονία του

Αλέξανδρου Αθανασιάδη – Μποδοσάκη, την 1η Μαρτίου του 1988.

Η δολοφονία Βερνάρδου

Δέκα μήνες αργότερα, τον Ιανουάριο του 1989, δολοφονείται ο εισαγγελέας Αν.

Βερνάρδος. Ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης Βασίλης Ρώτης έδινε το στίγμα με μια

δήλωσή του, σε ό,τι είχε να κάνει με την πρόοδο των ερευνών για την εξάρθρωση

των τρομοκρατικών οργανώσεων. Η αισιοδοξία του κ. Δροσογιάννη ήταν κιόλας πολύ

μακρινή: «Δεν μπορώ να ξέρω ποιες είναι οι τρομοκρατικές οργανώσεις, τι

κρύβεται πίσω απ’ αυτές, δεδομένου, ότι η ανίχνευση των εγκλημάτων δεν έχει

προχωρήσει. Τι να σας έλεγα, εικασίες ή ευσεβείς πόθους; Δεν είμαι ούτε

αποκρυπτογράφος, ούτε μάντης. Δεν μπορώ να αποκλείσω ούτε ότι είναι ο

Αρχιεπίσκοπος», δήλωνε ο Β. Ρώτης.

Τα αρχεία της Στάζι έδειχναν ΕΛΑ

Η αλλαγή του πολιτικού καθεστώτος στην πρώην Ανατολική Γερμανία δίνει τη

δυνατότητα πρόσβασης στα αρχεία της περίφημης Στάζι. Σε αυτά η ηγεσία του

υπουργείου Δημόσιας Τάξης στηρίζει πολλές ελπίδες για τον εντοπισμό στοιχείων

που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν στην προσπάθεια εξάρθρωσης της τρομοκρατίας

στην Ελλάδα, με δεδομένο μάλιστα ότι για κάποιες οργανώσεις και κυρίως τον ΕΛΑ

υπήρχε η εκτίμηση ότι συνεργάζονταν με τρομοκρατικές οργανώσεις στο εξωτερικό,

αλλά και με τον Κάρλος.

«Φαίνεται ότι τις διεθνείς σχέσεις του ελληνικού επαναστατικού κινήματος

διατηρούσε ο ΕΛΑ», αναφέρεται στην απόρρητη έκθεση για την τρομοκρατία που

είχαν δημοσιεύσει «ΤΑ ΝΕΑ». «Αποτέλεσμα τέτοιων επιρροών, στοιχεία των οποίων

ανιχνεύονται στα αρχεία της Στάζι, θεωρούνται οι επιθέσεις κατά του Σαουδάραβα

πρέσβη (1983, πρώτη τηλεχειριζόμενη βόμβα των τρομοκρατών εν Ελλάδι) και της

Pub Oscar (1988) από τον ΕΛΑ, και η επιχείρηση “Domenique”, που δεν

υλοποιήθηκε ποτέ».

Στην ίδια έκθεση αναφέρεται: «Κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν τα ακόλουθα

γεγονότα, έστω και ως απλές “σημειώσεις”, σε σχέση με πιθανές διαπλοκές του

ελληνικού με το διεθνές επαναστατικό κίνημα:

α. Η διαμονή του γνωστού στελέχους του Κάρλος, Μπρούνο Μπρεγκέ, στην Πέρδικα

Πρεβέζης, του οποίου τα ίχνη χάθηκαν το έτος 1995, εν πλω, από Ιταλία προς

Ηγουμενίτσα.

β. Η σύλληψη του διαβιούντος στην ίδια περιοχή Ενρίκο Μπιάνκο, παλαιού

στελέχους ιταλικών εξτρεμιστικών οργανώσεων».

Ο συντάκτης της ίδιας έκθεσης, πάντως, συνδέει την αδρανοποίηση του ΕΛΑ, αλλά

και τη μείωση της δραστηριότητας της 17Ν την περίοδο των ερευνών στα αρχεία

της Στάζι, ακριβώς με αυτές τις έρευνες. Σημειώνει: «Η αδρανοποίηση του ΕΛΑ,

ενδεχομένως δε και η σταδιακή μείωση της δραστηριότητας της 17Ν την αντίστοιχη

περίοδο, δεν αποκλείεται να σχετίζονται με τις έρευνες περί τα εν λόγω αρχεία,

στον βαθμό που “αγγίζουν” την κάθε οργάνωση».

Δεν ακολούθησαν τα ίχνη Κουφοντίνα

Μέλη της 17 Νοέμβρη που, πλέον, είτε βρίσκονται στα χέρια της Αστυνομίας είτε

αναζητώνται αποδεικνύεται ότι είχαν περάσει τις πόρτες αστυνομικών τμημάτων,

ως κατηγορούμενοι για διάφορους λόγους. Μάλιστα, κάποιοι από αυτούς είχαν

ελεγχθεί ακόμη και από την Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία, αλλά είχαν αφεθεί

ελεύθεροι. Στη μια περίπτωση, αυτή του Δημήτρη Κουφοντίνα, αυτό δεν τον

εμπόδισε να εξελιχθεί σε κορυφαίο στέλεχος της 17 Νοέμβρη, ενώ στη δεύτερη,

αυτή του Βασίλη Τζωρτζάτου, σήμανε την απόσυρσή του από τα χτυπήματα της

οργάνωσης, αφού είχε «καεί».

– Ο Δημήτρης Κουφοντίνας είχε απασχολήσει την Αστυνομία για πρώτη φορά το

1985, έπειτα από μια έκρηξη στην περιοχή της οδού Πανόρμου. Τότε, περίοικοι

είχαν συγκρατήσει τον αριθμό κυκλοφορίας ενός αυτοκινήτου, που αμέσως μετά την

έκρηξη έφυγε με ταχύτητα από την περιοχή. Το αυτοκίνητο αποδείχθηκε πως ανήκε

στον πατέρα του Δημήτρη Κουφοντίνα. Τον αναζήτησαν λοιπόν, στο σπίτι του, στην

Αγία Παρασκευή και έλαβαν την απάντηση από την οικογένειά του ότι είχε

διακόψει κάθε επαφή μαζί της από καιρό. Η Αστυνομία δεν είχε επιμείνει τότε

στις έρευνες γύρω από τον Δημήτρη Κουφοντίνα, με το σκεπτικό ότι αν είχε σχέση

με την έκρηξη, δεν θα πήγαινε να τοποθετήσει εκρηκτικό μηχανισμό, οδηγώντας

ένα αυτοκίνητο που ανήκε στον πατέρα του.

– Ο Βασίλης Τζωρτζάτος είχε προσαχθεί στην Αντιτρομοκρατική το καλοκαίρι του

1992. Τότε ήταν δραστήριο μέλος των επιχειρήσεων των τρομοκρατών, αλλά σε μια

παρακολούθηση Αμερικανού αξιωματούχου με μοτοσυκλέτα στη λεωφόρο Κηφισίας, ο

Αμερικανός αντελήφθη ότι κάτω από το πουκάμισο του Τζωρτζάτου διακρινόταν ένα

όπλο. Ειδοποίησε την Αστυνομία και ο Τζωρτζάτος συνελήφθη, χωρίς όμως πλέον το

όπλο στην κατοχή του. Οδηγήθηκε στην Αντιτρομοκρατική και λίγες μέρες

αργότερα, ελλείψει στοιχείων, αφέθηκε ελεύθερος. Ο Τζωρτζάτος δεν πήρε μέρος

από τότε σε χτύπημα της οργάνωσης και, όπως παραδέχεται στην προανακριτική του

απολογία, «δεν πήρε μέρος γιατί είχε προσαχθεί».

– Ο Διονύσης Γεωργιάδης είχε συλληφθεί να κατέχει μικροποσότητα χασίς στο παρελθόν.

Στο ίδιο παγκάκι με τον Σάββα Ξηρό

Σε δύο περιπτώσεις, στα Σεπόλια και στους Αμπελοκήπους, οι αστυνομικοί και οι

τρομοκράτες της 17 Νοέμβρη ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο. Στην πρώτη, τον Νοέμβριο

του 1991, οι τέσσερις αστυφύλακες που ενεπλάκησαν στη μάχη που έγινε στους

δρόμους των Σεπολίων πίστευαν ότι είχαν να κάνουν με πολύ καλά οπλισμένους

κακοποιούς του κοινού ποινικού δικαίου. Μόνο μετά την εξέταση των καλύκων από

τα όπλα που χρησιμοποίησαν οι τέσσερις τρομοκράτες διαπιστώθηκε ότι δεν

επρόκειτο για διαρρήκτες αλλά μέλη της 17 Νοέμβρη.

Μερικούς μήνες αργότερα, ωστόσο, οι ειδικά εκπαιδευμένοι άνδρες της ΕΚΑΜ με

επικεφαλής αστυνόμο της υπηρεσίας αναλάμβαναν να παγιδεύσουν τρομοκράτες της

17 Νοέμβρη στο παρκάκι της Λουίζης Ριανκούρ. Η πληροφορία που είχε φτάσει στις

διωκτικές Αρχές ήταν «τσεκαρισμένη» και σύμφωνα μ’ αυτήν η 17 Νοέμβρη

ετοιμαζόταν για νέα δολοφονική επίθεση.

Οι αστυνομικοί καταλαμβάνουν καίριες θέσεις στην περιοχή, αλλά στην

πραγματικότητα πέφτουν σε μιαν από τις «πρόβες» των τρομοκρατών, όπως τις

περιγράφει πλέον στην προανακριτική του κατάθεση ο Χριστόδουλος Ξηρός.

Μάλιστα, αυτές οι πρόβες είχαν και στόχο να ελέγχουν οι τρομοκράτες πιθανά

προβλήματα που θα μπορούσε να προκύψουν κατά την εκτέλεση του σχεδίου τους.

Εκείνη την ημέρα, λοιπόν, αστυνομικοί και ο Σάββας Ξηρός κάθησαν στο ίδιο

παγκάκι. Με τη διαφορά ότι η… οργανωμένη αστυνομική επιχείρηση κατέληξε σε

φιάσκο. Αποδείχθηκε εκ των υστέρων ότι ακόμη και οι κάμερες που είχαν πάρει

για να την καταγράψουν έγραψαν μόνο τις πλάτες των τρομοκρατών, καθώς εκείνοι

αντιλήφθηκαν σχεδόν αμέσως την παρουσία των αστυνομικών. Μόνο όταν έφυγαν με

ένα λευκό φορτηγάκι οι τρομοκράτες, οι διώκτες τους κατάλαβαν ότι εκείνους

έπρεπε να είχαν συλλάβει. Τους καταδίωξαν, αλλά εκείνοι εγκατέλειψαν το

φορτηγάκι και εξαφανίστηκαν. Ανάμεσά τους ήταν ο Δημήτρης Κουφοντίνας και ο

Σάββας Ξηρός. Το φορτηγάκι το εγκατέλειψαν βιαστικά και έτσι στο ντουλαπάκι

άφησαν ένα από τα περίστροφα που είχαν κλέψει από το Αστυνομικό Τμήμα του

Βύρωνα, το 1988.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail