|
Το άλλο παζάρι. Οι περιηγητές πολύ συχνά έμπλεκαν το παζάρι γυναικών με το σκλαβοπάζαρο στο Τσεμπερλίτας (στη φωτογραφία το «Σκλαβοπάζαρο στην Κωνσταντινούπολη» του Στάνισλας Τλεμπόσκι, 1879)
|
Επτά η ώρα το βράδυ, είχε πολλή κίνηση. Αποχρών λόγος για να αρχίσει κουβέντα.
«Κίνηση!… Είστε από δω;». «Όχι, από την Αθήνα, εσείς;». «Από το Σίιρτ».
«Κούρδος;». «Ναι». «Και έχετε χρόνια στην Πόλη;». «Τέσσερα». «Δεν σας λείπει
το Σίιρτ;». «Παντρεύτηκα, πήρα τη γυναίκα μου και ήρθαμε εδώ. Πού να βρεις
δουλειά στο Σίιρτ. Έχουμε και δύο παιδάκια τώρα. Το συμφωνήσαμε, δεν θα
κάνουμε άλλα. Δεν προφταίνω ν’ αγοράζω γάλατα και πάνες. Έχετε πάει στο
Σίιρτ;». «Όχι, αλλά έχω ακουστά για κείνο το χωριό σας, το Περβάρι, που βγάζει
το ωραίο μέλι». «Α! Καντινλάρ Παζάρ!». «Παζάρι των γυναικών;». «Ναι, εκεί
βρίσκεις τα πάντα από τη Νότια Ανατολή…».
Είχα καταλάβει την περιοχή, αλλά δεν είχα φανταστεί ότι το παζάρι ήταν κάτω
ακριβώς από τις καμάρες του υδραγωγείου, χτισμένου το 368 από τον Ουάλεντα,
αδελφό και συνάρχοντα στην Ανατολή του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Ουαλεντίνου. Δεν
γίνεται να μη δεις το υδραγωγείο του Ουάλεντος ερχόμενος από το αεροδρόμιο – η
Λεωφόρος Ατατούρκ «διακόπτεται» από τις καμάρες του λίγο πριν αντικρύσεις τον
Κεράτιο και περνάς ανάμεσά τους. Από το Ταξίμ πάλι, πρέπει να διασχίσεις τη
Γέφυρα Ατατούρκ για να συνεχίσεις ευθεία στην ομώνυμη λεωφόρο. Αν προσέξεις,
δεξιά, θα διακρίνεις τους τρεις διαφορετικούς τρούλλους της Μονής του
Παντοκράτορα. Εκατό μέτρα πριν από τις καμάρες στρίβεις δεξιά για το παζάρι.
Εδώδιμα «Το Κάστρο του Ντιάρμπακιρ», κρεοπωλείο «Η Λίμνη του Βαν», παντοπωλείο
«Το Ωραίο Σίιρτ»… και κεμπάπ «Ο Κήπος του Βαν», λαχματζούν «Ο Ποταμός
Μανζούρ», στριφτό καταΐφι «Του Ντεντέογλου», το καφενείο «Των Μαρντινλίδων».
Δύο δρόμοι ή μάλλον ένας φαρδύς δρόμος, ο οποίος στη μέση, αντί για νησίδα,
έχει μια σειρά από, διαμπερή τα περισσότερα, μαγαζιά.
Υπήρχε, στα παλιά χρόνια, ένα παζάρι γυναικών, που οι περιηγητές το συσχέτιζαν
με το σκλαβοπάζαρο, μου είπε η Μαριάννα Γερασίμου, αυτό όμως ήταν στο
Τσεμπερλίτας (ανάμεσα στο Τζαμί Νουρουοσμανιέ και την Αγιά Σοφιά). Έχουμε
ακουαρέλες του 1600 που παριστάνουν το παζάρι, εκεί, γύρω από τη στήλη του
Μαρκιανού, με τις γυναίκες να πουλάνε χειροτεχνήματα, ό,τι ζαρζαβατικό
περίσσευε από το μποστάνι τους, αυγά και άλλα μικροπράγματα. Ούτε η Μαριάννα,
που ζει από πάντα εδώ και ξέρει όσο λίγοι την Πόλη, δεν γνώριζε την ύπαρξη του
σημερινού παζαριού. Μαζί πήγαμε.
Οι τιμές. Να πώς καταφέρνει ο κόσμος να ζει, αναφωνήσαμε και οι δύο
όταν είδαμε τις τιμές. Το κρέας έχει οκτώ εκατομμύρια λίρες (= εννέα ευρώ)
στον χασάπη της γειτονιάς μου, εδώ τέσσερα, το βούτυρο της Ούρφα («το πιλάφι
γίνεται μόνο με Ούρφα», έλεγε η μαμά μου), εννέα το κιλό στο σούπερ μάρκετ,
εδώ τριάμισι… όλα μισοτιμής και όλα πρώτης ποιότητας. Φυσικά γελιέσαι αν
νομίσεις ότι μπορείς να γελάσεις τον Ανατολίτη στην ποιότητα του φαγώσιμου.
«Να είναι μόνο Κούρδοι αυτοί που ψωνίζουν εδώ;» μου πέρασε για μια στιγμή από
το μυαλό. Ενστικτωδώς, ήξερα πως όχι. Βρήκα, όμως, την ευκαιρία να ρωτήσω ένα
δυο μαγαζάτορες, ιδίως εκείνον που πήρα μέλι και άνοιξε τουλάχιστον δέκα
τενεκεδάκια για να βρει το καλύτερο όταν του είπα ότι θα το στείλω στην Αθήνα:
«Όχι, αδελφή, δεν θα βγαίναμε αλλιώς». Είχε το ίδιο απορημένο ύφος των Τούρκων
φίλων μου, όταν με ακούν να διαπιστώνω ότι «δεν συνέβη πουθενά, στα είκοσι
χρόνια που διήρκεσε ο πόλεμος ανταρτών-στρατού, ούτε ένα επεισόδιο έκφρασης
μίσους, αντιθέτως». Άλλο είναι, φαίνεται, να βλέπεις τα πράγματα από μακριά κι
άλλο να έχεις ως «δεδομένη» τη σοφία του κόσμου της Ανατολής, την ατμόσφαιρα
ώσμωσης που έχει δημιουργήσει η μακρόχρονη συμβίωση και πιο πολύ ίσως η
επιβίωση. Υπάρχει αναλυτική διαδικασία που θα μπορέσει να τα διασπάσει αυτά
στα συστατικά τους στοιχεία για εργαστηριακή έρευνα;








