Είναι γνωστό ότι στο τέλος της σχολικής διαδρομής ένα μέρος της διδακτέας
ύλης μετατρέπεται σε εξεταστέα από την οποία «επιστρατεύονται» κάθε φορά τα
θέματα των εξετάσεων.
Ιδιαίτερα στην περίπτωση των εξετάσεων πρόσβασης στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση,
τα μαθήματα στα οποία διαγωνίζονται οι χιλιάδες υποψήφιοι συγκεντρώνουν, με
κριτήριο την «έκταση» της επιτυχίας / αποτυχίας των υποψηφίων σ’ αυτά, θετικές
ή αρνητικές κριτικές για την ευκολία και τη σαφήνεια ή τη δυσκολία και την
ασάφεια.
Αν περιπλανηθεί κανείς στους τίτλους των εντύπων και ηλεκτρονικών ΜΜΕ την
περίοδο των εξετάσεων πανελλαδικού τύπου, μπορεί εύκολα να αλιεύσει
χαρακτηρισμούς που αποτυπώνουν εν είδει «πολεμικού ανακοινωθέντος» τα
εξεταστικά «χαρακώματα» στα οποία παρουσιάζονται ως αντίπαλοι από τη μια οι
υποψήφιοι και από την άλλη τα θέματα της Ιστορίας, των Αρχαίων ή της
Βιολογίας.
|
|
«Η Φυσική ζεμάτισε τους υποψηφίους της Α’ και Β’ Δέσμης», «Ναυάγιο των
υποψηφίων στη Χημεία», «Σφαγή στα Μαθηματικά», «Ναρκοπέδιο για χιλιάδες
υποψηφίους η Ιστορία» είναι μόνο μερικοί από τους τίτλους με τους οποίους
«ξορκίστηκαν» ορισμένα από τα θέματα εξετάσεων των δύο τελευταίων χρόνων,
υποδηλώνοντας με σαφήνεια και δραματικότητα τις «απώλειες» των υποψηφίων σε
βαθμούς – μόρια.
* Ποια μαθήματα συγκέντρωσαν τις περισσότερες επικρίσεις και διαμαρτυρίες για
δυσκολία ή ασάφεια;
* Σε ποιες περιπτώσεις η τροχιά της βαθμολογίας «έπιασε πάτο»;
* Με ποιες βαθμολογικές «αποσκευές» παρουσιάζονται στις φετινές εξετάσεις οι
απόφοιτοι παλιού τύπου Λυκείου;
Τα… «διαβολικά» θέματα
Τα τελευταία 10 χρόνια (1990-1999) τα μαθήματα που δυσκόλεψαν ιδιαίτερα τους
υποψηφίους και παράλληλα συγκέντρωσαν τις περισσότερες αρνητικές κριτικές για
τα θέματα που δόθηκαν στις Γενικές Εξετάσεις ήταν κυρίως τα Μαθηματικά και η
Φυσική και ακολουθούν η Κοινωνιολογία, η Χημεία και η Έκθεση (πίνακας 1).
Το 1990 και το 1991 υπήρξαν διαμαρτυρίες για τα θέματα των Μαθηματικών της Δ’
Δέσμης, τα οποία θεωρήθηκαν ως υπεύθυνα για την αποτυχία της πλειοψηφίας των
εξεταζομένων, δηλαδή για το υψηλότερο ποσοστό των υποψηφίων που βαθμολογήθηκε
κάτω από τη βάση (71% και 82% αντίστοιχα).
|
|
Το 1992 ζητείται η ακύρωση της εξέτασης του μαθήματος της Κοινωνιολογίας λόγω
«εξαιρετικής στρυφνότητας» των θεμάτων τα οποία οδηγούν το ποσοστό αποτυχίας
στο 60%.
Το 1993 τα θέματα στο μάθημα της Φυσικής χαρακτηρίζονται «ιερογλυφικά» και
προκαλούν νέες δονήσεις στις «τεκτονικές πλάκες» της επίδοσης των υποψηφίων.
Τα ποσοστά μαθητών που έγραψαν κάτω από τη βάση έφτασαν το 79% στη Β’ Δέσμη
και το 90% στην Α’ Δέσμη, αρνητικό ρεκόρ της εικοσαετούς θητείας των Γενικών
Εξετάσεων.
Το 1994 τα θέματα στην Ιστορία και το 1995 τα θέματα της Χημείας πριμοδοτούν
νέες διαμαρτυρίες, ενώ ένα χρόνο αργότερα (1996), η Φυσική της Α’ και Β’
Δέσμης ανανεώνει την παρουσία της στην ασάφεια και τη στρυφνότητα,
«κατασκευάζοντας» μια «φυσική» αποτυχία.
Το 1997 το θέμα στην Έκθεση «Και αν η σημερινή κοινωνία επιβάλλει το
συντηρητισμό, εμάς θα μας επιτρέψετε να ονειρευόμαστε» οδηγεί το 41% των
υποψηφίων της Α’ Δέσμης σε βαθμούς κάτω από τη βάση, ποσοστό που είναι το
μεγαλύτερο τα τελευταία 15 χρόνια για το μάθημα αυτό. Την ίδια χρονιά
σημειώνεται και το μεγαλύτερο ποσοστό απορριπτικής βαθμολογίας (0-9,5) στους
υποψηφίους της Δ’ Δέσμης. Ένα απόσπασμα μιας συζήτησης του Νόαμ Τσόμσκι με το
Μισέλ Φουκώ και το ερώτημα «Γιατί νομίζετε ότι το Τσόμσκι προβάλλει με
ιδιαίτερη έμφαση την αξία της ανθρώπινης δημιουργικότητας σε μια κοινωνία
ελευθερίας» παγιδεύει τους 6 στους 10 υποψηφίους σε βαθμολογία κάτω από τη
βάση.
Τα τελευταία 2 χρόνια τα μαθήματα που συγκέντρωσαν τις περισσότερες αρνητικές
κριτικές για τα θέματα που δόθηκαν στις Γενικές Εξετάσεις ήταν το 1998 η
Βιολογία (Β’ Δέσμη) και το 1999 η Φυσική στην Α’ και Β’ Δέσμη.
Τα ποσοστά
Μια περιήγηση στα ποσοστά επιτυχίας / αποτυχίας των υποψηφίων που πήραν μέρος
στις Γενικές Εξετάσεις για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση αναδεικνύει με σαφήνεια
την ανομοιογένεια των επιδόσεων στα εξεταζόμενα μαθήματα.
Εύκολα μπορεί ο καθένας να διαπιστώσει ότι η επίδοση των υποψηφίων και η
διαχρονική «τροχιά» των «άριστων» γραπτών ή των γραπτών «κάτω από τη βάση»
είναι εξαιρετικά «ελαστική». Και στην περίπτωση αυτή είναι φανερό ότι ο
βασικός «τροχονόμος» των επιδόσεων δεν είναι σε καμιά περίπτωση το διαφορετικό
«επίπεδο» της μιας γενιάς από την άλλη, αλλά ο διαφορετικός βαθμός δυσκολίας
των εξεταζόμενων θεμάτων που γνωρίζουν καλά τη μαγική συνταγή «κατασκευής»
υψηλών ποσοστών αποτυχίας ή επιτυχίας.
Ας δούμε, λοιπόν, τώρα πότε σημειώθηκαν τα μεγαλύτερα ποσοστά αποτυχίας των
υποψηφίων ανά δέσμη και μάθημα (πίνακας 2).
Στα εξεταζόμενα μαθήματα της Α’ Δέσμης τα υψηλότερα ποσοστά αποτυχίας των
υποψηφίων καταγράφονται το 1991 στα Μαθηματικά (80,3%) και τη Φυσική (89,4%),
το 1995 στη Χημεία (63,3%) και το 1997 στην Έκθεση (41,1%).
|
|
Στη Β’ Δέσμη, στο μάθημα της Φυσικής, το 1993 οι οκτώ στους δέκα υποψηφίους
γράφουν κάτω από τη βάση, το 1997 στην Έκθεση η αποτυχία πλησιάζει το 24%, ενώ
ένα χρόνο αργότερα, το 1998, σημειώνονται τα μεγαλύτερα ποσοστά αποτυχίας στη
Βιολογία και τη Χημεία (40,4% και 43% αντίστοιχα).
Στη Γ’ Δέσμη η Έκθεση και τα Αρχαία έχουν χειρότερη χρονολογία το 1998, καθώς
το 25,3% και το 36,3% των υποψηφίων αντίστοιχα παθαίνουν «αφλογιστία», η
Ιστορία το 1997 και τα Λατινικά το 1996.
Οι χρονολογίες των υψηλότερων ποσοστών αποτυχίας για τα μαθήματα της Δ’ Δέσμης
είναι το 1996 (Ιστορία, Πολιτική Οικονομία και Μαθηματικά) και το 1997 όπου οι
έξι στους δέκα υποψηφίους χάνουν τη «βάση κάτω από τα πόδια τους» στο μάθημα
της Έκθεσης.
Οι εφετινοί
Όπως είναι γνωστό, οι περισσότεροι από τους 60 χιλιάδες περίπου υποψηφίους που
διεκδικούν φέτος την είσοδό τους στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση με το σύστημα των
Γενικών Εξετάσεων «μεταφέρουν» τους βαθμούς κάποιων μαθημάτων από προηγούμενες
χρονιές. Έχει, λοιπόν, ενδιαφέρον να θυμηθούμε και να θυμίσουμε τα μαθήματα
που παρουσίασαν το μεγαλύτερο βαθμό δυσκολίας στις δύο προηγούμενες
προσπάθειές τους (1998 και 1999) καθώς και τις επιδόσεις τους κατά δέσμη και
κατά μάθημα στις τελευταίες Γενικές Εξετάσεις (πίνακες 3 και 4).
Υπολογισμοί
|
|
Κάθε μάθημα βαθμολογείται από δύο βαθμολογητές σε κλίματα 1-80 και η
βαθμολογία που ανακοινώνεται είναι το άθροισμα των δύο βαθμών σε κλίμακα
1-160. Στον υπολογισμό της συνολικής βαθμολογίας ο συντελεστής 1,15
πολλαπλασιάζει το βασικό μάθημα, ενώ τα άλλα μαθήματα της δέσμης
πολλαπλασιάζονται με συντελεστή 0,95. Στα αποτελέσματα των πολλαπλασιασμών δεν
γίνεται δεκτή η στρογγυλοποίηση των βαθμών, μένουν οι δεκαδικοί. Κατόπιν
αθροίζουμε τα τέσσερα γινόμενα και το άθροισμα το πολλαπλασιάζουμε με το 10.
Αυτό το σύνολο είναι και η τελική βαθμολογία. Στο σύνολο της βαθμολογίας
επιτρέπεται η στρογγυλοποίηση προς τον πλησιέστερο ακέραιο βαθμό. Ο υποψήφιος
πρέπει να γνωρίζει ότι το ανώτατο όριο που μπορεί να φτάσει είναι τα 6.400
μόρια.
Σχετικά με τα ειδικά μαθήματα, πρέπει να γνωρίζει ο υποψήφιος ότι στο ειδικό
μάθημα της ξένης γλώσσας ο συντελεστής είναι 2, ενώ στο Σχέδιο, στη Μουσική ή
στα Αγωνίσματα λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος τους με συντελεστή 2. Το ανώτατο
όριο της βαθμολογίας στα ειδικά μαθήματα είναι 3.200 μόρια και η μεγαλύτερη
βαθμολογία είναι τα 9.600 μόρια (6.400 + 3.200).
Παράδειγμα:
Α’ Δέσμη με βασικό μάθημα τα Μαθηματικά
Έκθεση 112 112 Χ 0,95 = 106,4
Φυσική 128 128 Χ 0,95 = 121,6
Χημεία 144 144 Χ 0,95 = 136,8
Μαθηματικά 120 120 Χ 1,15 = 138
ΣΥΝΟΛΟ 502,8
502,8 Χ 10 = 5.028 η τελική βαθμολογία
Αν ένας υποψήφιος έχει 401 μόρια από τα μαθήματα Γενικής Αξιολόγησης της
δέσμης του και δώσει και τα Αγωνίσματα για να εισαχθεί στα ΤΕΦΑΑ και οι βαθμοί
του είναι 18, 17 και 16 στα τρία υποχρεωτικά Αγωνίσματα, τότε:
|
|
Συνολική βαθμολογία για την είσοδό του στα ΤΕΦΑΑ είναι: 401 + 272 = 673 Χ 10 =
6.730.












