Ασθενείς στους χώρους του Ψυχιατρείου Λέρου (Κρατικό Θεραπευτήριο Λέρου, ΚΘΛ)

Έχουν περάσει δεκαεπτά χρόνια από τότε που με φρίκη αντικρύσαμε εικόνες

ανθρώπων γυμνών, αλυσοδεμένων με βλέμμα απλανές ή αγριεμένο, να σέρνονται μέσα

στις λάσπες και τις ακαθαρσίες και τους φύλακες να τους καταβρέχουν με τη

μάνικα. Ήταν το 1982, που η παγκόσμια κοινή γνώμη ξεσηκώθηκε για τις συνθήκες

που επικρατούσαν στην «αποικία». Ένας ψυχίατρος με ελάχιστο νοσηλευτικό

προσωπικό έπρεπε να φροντίσει 2.500 ασθενείς στους χώρους των πρώην ιταλικών

στρατώνων. (Οι Ιταλοί είχαν φύγει από το νησί το 1948 και μέχρι το 1957, που

μεταφέρθηκαν στο νησί οι ψυχοπαθείς, στεγάζονταν εκεί οι Βασιλικές Τεχνικές

Σχολές). Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας 1967-1973, στον Άη Γιώργη, τόπο με

επίσης κτίσματα των Ιταλών, «φιλοξενήθηκαν» πολιτικοί κρατούμενοι,

καταδικασμένοι, εκτός από τη δοκιμασία του εκτοπισμού τους, να ακούν συνεχώς

τα ανατριχιαστικά ουρλιαχτά των ψυχοπαθών. Παράλληλα, το Γενικό Νοσοκομείο

Λέρου ­ που σήμερα συμπεριλαμβάνει το ΠΙΚΠΑ και φιλοξενεί γυναίκες ψυχοπαθείς

­ λειτουργούσε και ως σανατόριο.

Ανεπιθύμητοι…

Η Λέρος αποτέλεσε τόπο εγκλεισμού και εξορίας των ανθρώπων που ήταν

διαφορετικοί, επικίνδυνοι για την ευρύτερη κοινωνία και ανεπιθύμητοι. Η

διαφορά αυτή συμπεριλάμβανε όχι μόνο τους ανθρώπους που είχαν χάσει τα λογικά

τους, αλλά και εκείνους που σκέφτονταν «στραβά», «είχαν πάρει τον κακό δρόμο»,

«είχαν παρασυρθεί» και έπρεπε να αναμορφωθούν, να ανανήψουν. Ψυχοπαθείς και

αριστεροί είναι οι ακούσιοι «άποικοι» της Λέρου που γειτνιάζουν και υφίστανται

τις διαδικασίες της θεραπείας ή του σωφρονισμού. Κοντά τους και οι φυματικοί ­

ανεπιθύμητοι κι αυτοί. Η αρρώστια είναι μεταδοτική, αποτελεί κίνδυνο για τους

υπολοίπους και όνειδος για την οικογένεια, γι’ αυτό και κρύβεται.

Το θαύμα

Τώρα, καλοκαίρι του 1999, φαίνεται πως έχει συντελεστεί το θαύμα για εκείνους

που κατάφεραν να επιζήσουν.

Η «αποικία των τρελών» δεν υπάρχει πια. Το 1985, μετά τη μεγάλη δημοσιότητα

που δόθηκε για την κατάσταση στο Ίδρυμα, σταμάτησαν οι εισαγωγές νέων ασθενών

και άρχισε η Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση με βάση τον κανονισμό 815 του Συμβουλίου

της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε ΕΟΚ). Επιστήμονες γιατροί, ψυχολόγοι και βοηθητικό

προσωπικό ανέλαβαν την εφαρμογή του προγράμματος. Τα «περιστατικά»

αντιμετωπίζονται πλέον ως ανθρώπινα όντα, με όνομα και προσωπική ιστορία που

την άκρη του νήματός της προσπαθούν να βρουν και να ανασυνθέσουν οι κοινωνικοί

λειτουργοί του Ιδρύματος. Και οι περισσότεροι από αυτούς αποδεικνύεται ότι

μπορούν να αποκατασταθούν και να είναι λειτουργικοί.

Βίλες αντί θαλάμων

Σήμερα, στα Λέπιδα, δεν υπάρχουν μεγάλες νοσοκομειακές μονάδες, αλλά μικρά

προκατασκευασμένα σπίτια, «βίλες» που αντί για νούμερο θαλάμου έχουν ονόματα

συμβολικά: Φουρτούνα, Οδύσσεια, Κυκλάμινο, Πάτρα («Είναι το όνομα γυναίκας

ασθενούς που πέθανε εδώ. Κανείς δικός της δεν βρέθηκε ποτέ», εξηγεί ο

γιατρός). Μικρά διαμερίσματα, υπνοδωμάτια με δύο – τρία κρεβάτια, σκεπασμένα

με λουλουδάτα καλύμματα, προσωπικά αντικείμενα στα κομοδίνα και στους τοίχους.

Στην καντίνα δουλεύουν οι ίδιοι οι ασθενείς, ενώ άλλοι από αυτούς

απασχολούνται στον τομέα της καθαριότητας ή στον Γεωργικό Συνεταιρισμό του

Ιδρύματος και αρκετοί ασχολούνται με τη γλυπτική, τη ζωγραφική και το κέντημα.

Στο Λακκί, στους χώρους του νοσοκομείου, υπάρχει ο ξενώνας, στον οποίο

φιλοξενούνται γυναίκες ασθενείς, πάλι σε δωμάτια με δύο κλίνες, και κάποιες

σχετικά μεγαλύτερες δομές, κατάλοιπα του παρελθόντος.

«Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας/Αποικία ψυχοπαθών Λέρου/Ιδρύθη εν έτει

1957/Υπουργούντος Ιωάννη Ψαρρέα».

(Πινακίδα ακουμπισμένη σε μια γωνιά, στο πάτωμα, στο γραφείο της προέδρου

του Νοσοκομείου Λέρου)

Πριν από την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση. Κάγκελα και καταθλιπτική σκοτεινιά…

Το μόνο ενθύμιο από την παλιά «αποικία» είναι αυτή η πινακίδα. Το «πλοίο των

τρελών» είχε αράξει στη Λέρο για να αφήσει εκεί τους «αποίκους». Ανθρώπους

ανεπιθύμητους στη «μητρόπολη», ψυχασθενείς από όλη τη χώρα, ανίατες (;)

περιπτώσεις που, τις περισσότερες φορές, τους είχαν ξεχάσει οι συγγενείς και

οι φίλοι ή τους είχαν κρύψει εκεί, τρομαγμένοι από την αρρώστια και το στίγμα

που την συνόδευε. Σήμερα το νησί, από τόπος εξορίας και εγκλεισμού, έχει γίνει

ένας ιδανικός τόπος διακοπών με τις γραφικές και ήρεμες παραλίες του και,

κυρίως, ένας τόπος που αποδεικνύει πως ο τρόμος μπορεί να μετατραπεί σε γαλήνη

και ανθρωπιά.


Αλλά απ’ όλα αυτά τα καράβια που εμφανίζονται σ’ έργα μυθιστορηματικά ή

σατιρικά, το Narrenschiff είναι το μόνο που είχε και πραγματική υπόσταση,

γιατί τέτοια πλοία που μετέφεραν από τη μια πόλη στην άλλη το φορτίο τους από

τρελούς, υπήρξαν στην πραγματικότητα. Εκείνη την εποχή οι τρελοί εύκολα

αναγκάζονταν να ζήσουν μια ζωή περιπλανώμενου. Οι πόλεις πρόθυμα τους

απόδιωχναν έξω απ’ τα τείχη τους. Τους άφηναν να τριγυρίζουν σ’ απόμακρες

εξοχές, όταν δεν τους τοποθετούσαν σ’ ένα καραβάνι προσκυνητών

Μ. Φουκό, «Η ιστορία της τρέλας», Εκδόσεις «Ηριδανός», Αθήνα.

Η Τασία, η Κατερίνα, η Βαγγελιώ, η Μαρία, η Νίκη και η Ελένη

Στο εργαστήρι κεραμικής του ψυχιατρείου

Εκείνο που εντυπωσιάζει τον επισκέπτη στη Λέρο, είναι τα είκοσι μικρά

«διαμερίσματα» που, σκόρπια σε όλο το νησί, φιλοξενούν πέντε με έξι ασθενείς.

Τα «διαμερίσματα» αυτά είναι στην πραγματικότητα όμορφες μονοκατοικίες με

κήπους που φροντίζουν οι ίδιοι οι ένοικοι. Το προσωπικό έχει σπαστό ωράριο την

ημέρα, ενώ όταν έρθει η ώρα του ύπνου, οι ασθενείς μένουν μόνοι τους. Ασθενείς

όπως οι πέντε γυναίκες ηλικίας 50-65 χρόνων που συνάντησα σε ένα τέτοιο σπίτι.

Ήταν μαζί στο άσυλο, όταν εκεί ήταν «κρανίου τόπος», και θέλησαν να συνεχίσουν

την κοινή πορεία τους στη ζωή και έξω από αυτό: η Τασία δουλεύει το πρωί στην

καντίνα του νοσοκομείου και γελώντας μου λέει πως όταν θα ξαναπάω «θα ψήσουμε

στην αυλή και θα γλεντήσουμε» και μου δείχνει φωτογραφίες από προηγούμενα

γλέντια, αποκριάτικους χορούς. Η φιλενάδα της, η Κατερίνα, φέρνει από το

δωμάτιό της φωτογραφίες του γιου της, της νύφης και των εγγονών της. Ήταν

«χαμένη» και οι κοινωνικές υπηρεσίες του νοσοκομείου φρόντισαν και βρήκαν τους

δικούς της. Το ίδιο έγινε και με τη Βαγγελιώ, που τώρα πηγαίνει συχνά και

επισκέπτεται τους συγγενείς της. Η Μαρία δεν έχει κανέναν παρά μόνο μια παλιά

συμμαθήτρια που την ανακάλυψε τυχαία στη Λέρο και από τότε έρχεται συχνά και

την βλέπει. Η Νίκη, που δεν ακούει καλά και δεν συμμετέχει στα αστεία και στις

κουβέντες, παρακολουθεί χαμογελώντας, η Ελένη πλέκει… Αργότερα, μετά το

βραδινό φαγητό, οι γυναίκες θα έμεναν μόνες τους, θα έβλεπαν τηλεόραση, θα

συζητούσαν και θα πήγαιναν για ύπνο. Άλλοτε βγαίνουν έξω για βόλτα, μόνες τους

ή συνοδευόμενες από το προσωπικό, οργανώνονται εκδρομές και επισκέψεις…



740 ασθενείς με τη φροντίδα ανθρώπων και όχι δεσμοφυλάκων…

Στο θερμοκήπιο του αγροτικού συνεταιρισμού του ψυχιατρείου

Το έργο της μεταρρύθμισης συνεχίζεται… Το σημερινό Διοικητικό Συμβούλιο με

πρόεδρο την κ. Β. Θεοτοκάτου κάνει μεγάλη προσπάθεια για να μην χαθεί ό,τι με

τόσο κόπο δημιουργήθηκε. Όμως το επιστημονικό προσωπικό δεν επαρκεί (για

παράδειγμα οι ψυχίατροι είναι πέντε και οι ψυχολόγοι έξι, ενώ την εποχή της

μεταρρύθμισης έφταναν τους σαράντα). Το βοηθητικό προσωπικό, ύστερα από

κατάλληλη εκπαίδευση, έχει επωμιστεί μεγάλες ευθύνες και συχνά οι άνθρωποι

αυτοί δουλεύουν εκτός ωραρίου. Ωστόσο το ίδρυμα χρειάζεται συνεχή στήριξη και

επιστημονικό προσωπικό για να μην χαθεί ό,τι με τόσο κόπο δημιουργήθηκε, «για

να μην περιοριστεί η μεταρρύθμιση απλώς σε καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, αλλά

να δημιουργηθούν προοπτικές ζωής για τους ανθρώπους αυτούς», όπως τονίζει ο

γιατρός κ. Μεγαλοοικονόμου.

Από τους 2.500 ασθενείς έχουν απομείνει 740 ­ ανάμεσά τους και κάποιοι

νεώτεροι, προερχόμενοι από τα Δωδεκάνησα. Οι υπόλοιποι άφησαν την τελευταία

τους πνοή στους χώρους του ασύλου και τα οστά τους πετάχτηκαν στα χωράφια.

Πριν από λίγους μήνες, οι υπεύθυνοι του ιδρύματος έφτιαξαν ένα κενοτάφιο γι’

αυτούς τους «Ταξιδιώτες στον κόσμο της σιωπής/ Δίχως όνομα/ Μονάχα τα όνειρά

σας/ στην αγκαλιά του Θεού/ να συγχωρούν/ και να θυμίζουν…», όπως

αναγράφεται στη μαρμάρινη πλάκα. Να θυμίζουν ότι το πρόσωπο της ψυχικής

ασθένειας παύει να είναι τρομερό όταν αντικρύζει ανθρώπους και όχι

δεσμοφύλακες. Όταν αντικρύζει γιατρούς ­ όπως οι κ.κ. Λουκάς, Χατζηιωάννου,

Οικονομίκος, Τζανέτογλου ­ που δεν εξετάζουν απλώς περιστατικά, αλλά

δημιουργούν σχέσεις εμπιστοσύνης με τους ασθενείς, και ανθρώπους σαν την Άννα,

τον Ανδρέα, τη Γιώτα, τον Γιάννη, τον Δημήτρη, την Ειρήνη, την Κατερίνα, τη

Νίκη και όλους τους άλλους που εργάζονται εκεί ακούραστα, με μεράκι και αγάπη.

Η Άννα Λυδάκη είναι κοινωνιολόγος, διδάκτωρ Κοινωνικής Λαογραφίας

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.