ΣΤΟ ΘΕΜΑ της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών αναφέρεται ο φιλόλογος κ.
Γιάννης Βίτσας:
«Για να είμαστε ακριβοδίκαιοι θα πρέπει να ανατρέξουμε στην ιστορία της
διδακτικής τέχνης των Αρχαίων Ελληνικών στη χώρα μας και κυρίως στη μελέτη της
μεθόδου που ανέπτυξε ένα πρόσωπο που σχεδόν ταύτισε την ύπαρξή του και μάλιστα
με τρόπο μονοπωλιακό με τη διδακτική των Αρχαίων.
Πρόκειται για τον Νικόλαο Εξαρχόπουλο που εισηγήθηκε πρώτος και θεσμοθέτησε
επιστημονικά τη διδακτική των Αρχαίων Ελληνικών. Αυτός έφερε την Παιδαγωγική
από την Ευρώπη στη χώρα μας και την καθιέρωσε στην εκπαίδευση με τρόπο
επιβλητικό και αυταρχικό. Ενδεικτική της φιλοσοφίας και της νοοτροπίας του
ήταν και η συμπεριφορά του όταν ήταν ικανός να χτυπήσει τη μαγκούρα του
μπροστά στον Γεώργιο Παπανδρέου, υπουργό τότε του Βενιζέλου. Ο Εξαρχόπουλος
στα 1930 ήταν η αυθεντία και το φόβητρο στους δασκάλους και στα δασκαλεία.
Ήταν η μαύρη αντίδραση απέναντι στη φωτισμένη κίνηση της ανθρωπιστικής
Παιδαγωγικής, που κύριοι φορείς της υπήρξαν τα φωτεινά πνεύματα των
Τριανταφυλλίδη, Δελμούζου και Γληνού. Κάτω από τις οδηγίες του το Αθήνησι
εξελίχθηκε σε εθνικό κέντρο παραγωγής δασκάλων σχολαστικών και πνευματοκτόνων.
Ποιο είναι το λάθος της διδακτικής των Αρχαίων που εισηγήθηκε ο Εξαρχόπουλος;
Ακριβώς αυτό, το ότι υιοθέτησε τον διδακτικό φορμαλισμό με παραγκωνισμό του
διδακτικού υλισμού. Και τι σημαίνει αυτό; Πως το κύριο βάρος της διδακτικής
του Εξαρχόπουλου έπεφτε στη μορφή της αρχαίας γλώσσας και όχι στη σημασία των
περιεχομένων της. Με άλλα λόγια το ένδυμα ήταν πιο σημαντικό από το σώμα, τα
ρούχα πιο ακριβά από τον άνθρωπο. Η προσοχή του μαθητή αιχμαλωτίστηκε στην
εξωτερική μορφή και όχι στην ουσία των λόγων των αρχαίων κειμένων.
Γραμματική και συντακτικό, τυπικό και φθογγολογικό, κανόνες και εξαιρέσεις,
σχήματα λόγου και μέτρα, όλα υπνοπαιδεία και παλαβομάρα. Και το ροχαλητό
αστραπόβροντο στις βουνοπλαγιές.
Αλλά σίγουρα υπάρχει και η ψυχοπαθολογική άποψη. Το κατηγορούμενο και τα
τελικά απαρέμφατα δεν είναι δύσκολο να τα μάθεις. Γνωρίζεις όμως ότι σαν τα
μάθεις είναι ευκολότερο να κάνεις επίδειξη σε εκείνους που δεν τα ξέρουν. Σαν
να φοράς δηλαδή τη στολάρα με τη φούντα και το λοφίο και πίσω από το πόστο
ενός γελοίου κορδακίζεσαι, κοκορεύεσαι και λεονταρίζεις. Και ο κοσμάκης από
κάτω σε κάνει χάζι. Και τα χαϊβάνια θαυμάζουν: ρε τι σοφός είναι τούτος!
Το κακό με τον Εξαρχόπουλο, αλλά και τους χιλιάδες φιλολόγους που ακολούθησαν
τη μέθοδό του, δεν είναι ότι στα Αρχαία Ελληνικά έβλεπαν μόνο λέξεις. Το
μεγάλο έγκλημα ήταν πως απόκοψαν εντελώς τη γλώσσα που δίδασκαν από την ζωή.
Δεν μπορείς να σπέρνεις ρήματα και να ζητάς να θερίσεις καλαμπόκια. Δεν
μπορείς να πεις στον ιχθυοπώλη “δος μου ένα κιλό τευθίδες”. Γιατί πώς να το
ξέρει ο άνθρωπος ότι τα καλαμάρια στα αρχαία τα λέγανε τευθίδες; Πώς του ζητάς
να ανακατέψει στο χάλκινο λεβέτι τα κρέατα του λαγού και της χελώνας, όπως
έκανε κάποτε το Μαντείο των Δελφών;».







