|
«Άγκυρα Παλλάς». Στη δεξίωση προς τιμήν του Έλληνα πρωθυπουργού, από αριστερά, η Λατιφέ χανούμ, σύζυγος του Κεμάλ, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, η Έλενα Βενιζέλου και ο Μουσταφά Κεμάλ
|
«Στην μεγάλη δεξίωση στο “Άγκυρα Παλλάς” είχε συγκεντρωθεί όλος ο πολιτικός
κόσμος της τουρκικής πρωτεύουσας. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος συναντήθηκε με τον
Μουσταφά Κεμάλ σε μια διπλανή αίθουσα και όταν άνοιξαν οι πόρτες της κεντρικής
σάλας, όπου βρίσκονταν όλοι, πιάνει ο Κεμάλ αγκαζέ τον Βενιζέλο και αρχίζουν
να περπατούν. Ο κόσμος λες και σχίστηκε στα δύο, για να περάσουν ανάμεσά
τους.ΔΙΕΣΧΙΣΑΝ την αίθουσα και πήγαν στην άλλη άκρη, όπου έκατσαν και
συζήτησαν οι δυο τους για αρκετή ώρα, χωρίς κανέναν άλλο». Η Ιστορία θέλει τον
Κεμάλ να μιλά εκείνο το βράδυ ελληνικά στον Βενιζέλο. Ο 94χρονος, σήμερα,
Μανώλης Μεγαλοκονόμου θυμάται ότι προς τους υπόλοιπους απευθυνόταν στα γαλλικά.
Μόλις είχε τελειώσει το καλοκαίρι του 1930, όταν ο νεαρός τότε φωτογράφος του
«Βήματος», πληροφορήθηκε στα γραφεία της εφημερίδας ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός
θα πάει στην Άγκυρα για να συναντηθεί με τον Μουσταφά Κεμάλ. Έχοντας ζήσει
μέχρι το ’22 στη Σμύρνη, είδε εκτός από την ιστορική αυτή συνάντηση και μια
ευκαιρία να επισκεφθεί την πόλη όπου μεγάλωσε και απ’ όπου εκδιώχθηκε όλη η
οικογένειά του. «Όμως, τότε, ένα από τα πιο δύσκολα πράγματα ήταν να πάει ένας
πρόσφυγας μέσα στην Τουρκιά. Γι’ αυτό έγραψαν στο διαβατήριο ότι είμαι
Αθηναίος. Και να φανταστείς ότι οι Τούρκοι έκαναν την πρόσκληση στον Βενιζέλο
περίπου την ίδια εποχή με την επέτειο της Μικρασιατικής καταστροφής…».
Τον Οκτώβριο, ο Βενιζέλος και η συνοδεία του επιβιβάζονται στο πολεμικό πλοίο
«Λέοντας» και φθάνουν στην Κωνσταντινούπολη. Από εκεί με έκτακτο τρένο
ξεκινούν χωρίς καθυστέρηση για την Άγκυρα. «Ήταν άλλο ένα έκτακτο τρένο, στο
οποίο βρισκόταν ένα συνεργείο της αμερικανικής εταιρίας ΦΟΞ, που
κινηματογραφούσε τα πάντα για να στείλει σε όλο τον κόσμο εικόνες από την
συνάντηση των δύο ηγετών. Ήταν ένα γεγονός μεγάλης εμβέλειας. Μάλιστα το δικό
μας τρένο σταμάτησε σ’ ένα σταθμό για να περάσει μπροστά το τρένο των
Αμερικανών, ώστε να καταγράψουν την άφιξή μας στην Άγκυρα».
ΣΤΟ «ΑΓΚΥΡΑ ΠΑΛΛΑΣ»
Η αποστολή καταλύει στο ξενοδοχείο «Άγκυρα Παλλάς», «απ’ όπου δεν βγαίναμε από
τον φόβο μας ούτε για μια βόλτα. Βεβαια, η Άγκυρα ήταν τότε χωριό. Μόνο μια
φορά βγήκαμε λιγάκι έξω στο δρόμο και μας πλησίασε ένας Τουρκοκρητικός, να μας
ρωτήσει γιατί καθόμαστε συνέχεια μέσα. “Μην φοβάστε”, μας είπε. “Εμείς σας
φυλάμε μέρα-νύχτα”».
Ο Μουσταφά Κεμάλ ήταν μια επιβλητική φιγούρα. «Εμείς τότε δεν ξέραμε πόσο
βάναυσος ήταν και πόσο σκληρός. Είδαμε όμως ότι σαν άνθρωπος ήταν πολύ
ισχυρός, επεβάλλετο μόνο με την παρουσία του. Το βάδισμά του, οι τρόποι του,
το βλέμμα του, τους κρατούσαν όλους σε απόσταση. Κανένας δεν τον πλησίαζε,
όλοι έστεκαν μακριά του».
Ο ιδρυτής του σύγχρονου τουρκικού κράτους κάλεσε την ελληνική αποστολή στο
σπίτι του, σ’ ένα λόφο πάνω από την πόλη, «ένα σπίτι που, απ’ ό,τι μας έλεγαν
οι ξένοι, δεν είχε πατήσει ποτέ ούτε βουλευτής. Ήταν μεγάλο και καθώς μπήκαμε
στο σαλόνι μάς πήγε σε μια γωνιά, όπου ήταν κρεμασμένος ένας πίνακας. Τον
γυρίζει ανάποδα και βλέπουμε κάτι γράμματα. Ήταν η καινούργια γραφή που
επέβαλε ύστερα από λίγους μήνες. Μας εξήγησε ότι είχε ζητήσει από καθηγητές
του πανεπιστημίου εδώ κι ένα χρόνο να του φτιάξουν την καινούργια γραφή, αλλά
επειδή είχαν καθυστερήσει, είχε φτιάξει μόνος του την αλφάβητο και μας την έδειξε».
ΣΤΗΝ ΠΑΡΕΛΑΣΗ
Την άλλη ημέρα ήρθε η παρέλαση. «Ο Βενιζέλος ήταν όρθιος μαζί με τον Κεμάλ
στην εξέδρα και κάποια στιγμή έψαξε να με βρει μουρμουρίζοντας, “μα πού είναι
αυτός ο μικρός”. Κι εγώ, δύο μέτρα παλικάρι, είχα ζαρώσει κάτω από την εξέδρα
κι έκλαιγα, γιατί έβλεπα τους Τούρκους στρατιώτες να περνάνε πάνω στ’ άλογα με
καλπασμό κι ήταν έτσι όπως ακριβώς τους θυμόμουν να μπαίνουν, λίγα χρόνια
πριν, στη Σμύρνη και να καίνε τα πάντα…».
Παρ’ όλα αυτά, στο ταξίδι της επιστροφής, όπως θυμάται ο Μ. Μεγαλοκονόμου,
υπήρχε μια συγκρατημένη αισιοδοξία. «Και άλλοι αλλά κι εγώ πιστέψαμε ότι θα τα
φτιάξουμε με τους Τούρκους, θα επιστρέψουν οι δικοί μας στην Μικρά Ασία μετά
το Σύμφωνο Φιλίας που υπεγράφη. Πιστεύαμε ότι κάτι θα γίνει». Όταν
επιστρέφοντας, έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη, προφασίστηκε ότι τον πιάνει η
θάλασσα και λέγοντας πως ήθελε να επισκεφθεί συγγενείς στη Χίο, του επέτρεψαν
να μεταβεί οδικώς στη Σμύρνη για να περάσει απέναντι. Η ώρα για το προσκύνημα
στην πατρογονική γη είχε φθάσει.
ΣΤΟ ΠΡΟΞΕΝΕΙΟ
«Κατόρθωσα να ξεφύγω από τον συνοδό μου και πήγα στο ελληνικό προξενείο. Οι
πόρτες του ήταν γεμάτες από ανθρώπινες ακαθαρσίες που έριχναν κάθε μέρα. Το
σπίτι μας στον Άγιο Δημήτρη ήταν καμένο. Έβγαλα μερικές φωτογραφίες, έψαξα να
βρω την Αγία Φωτεινή απ’ όπου περνούσα για να πάω στην Ευαγγελική Σχολή και
βρήκα μόνο τρία σκαλοπάτια. Πήγα και στις γειτονιές, στον Μελέτιο, στον Άγιο
Χαράλαμπο… Από το προξενείο με προειδοποίησαν να μη βγάλω φωτογραφίες. Πήγα
και στις 18 Εκκλησίες που υπήρχαν κάποτε, αλλά ήταν όλες γης Μαδιάμ. Εκτός από
μια, τον Άγιο Ιωάννη του Πάνω Μαχαλά, που σωζόταν πάνω στο λόφο. Εκεί που ήταν
παλιά ο γυναικωνίτης είχαν εγκατασταθεί Τούρκοι που είχαν έρθει από την Κρήτη
και είχαν γεμίσει το πάτωμα με ακαθαρσίες, χαρτιά, βρωμιές».
ΤΟ ΤΕΜΠΛΟ
«Παίρνω κι εγώ φωτογραφίες του Κεμάλ με τον Βενιζέλο και πάω στον νομάρχη της
Σμύρνης. Του λέω, να κοίτα, οι αρχηγοί μας μαζί, είμαστε πια φίλοι, θα έρθουμε
πάλι εδώ πέρα, θέλω να βγάλω φωτογραφίες στην εκκλησία που σώζεται. Σε δύο
μέρες με πήρε και πήγαμε και η εκκλησία έλαμπε. Πήρα φωτογραφίες από το τέμπλο
και όταν επέστρεψα τις πήγα στον Βενιζέλο και του είπα ότι πρέπει να το
πάρουμε πίσω. Βεβαια, τότε έμαθα πως είχαν πάει κάποιοι καλόγεροι από την
Πελοπόννησο και είχαν δώσει προκαταβολή. Όμως, αλίμονο, αυτά είναι των
Σμυρναίων, γινόταν να μην τα πάρουμε εμείς; Κι έτσι, με μεσολάβηση της
κυβέρνησης, πήραμε το τέμπλο από τον Αγιο Ιωάννη του Πάνω Μαχαλά και το φέραμε
εδώ στην Αγία Φωτεινή…».








