|
|
Από την επόμενη κιόλας της ανάληψης των καθηκόντων ως Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και
πάσης Ελλάδος ο προκαθήμενος της Εκκλησίας μας Μακ. κ. Σεραφείμ φρόντισε την
αποκατάσταση αγαστών σχέσεων με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, της θυγατρός δηλ.
με την Μεγάλη Του Χριστού μητέρα Εκκλησία, που είχαν διαταραχθεί επί των
ημερών του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου (Κοτσώνη)
|
Πατριάρχης Βαρθολομαίος. Τρεις φορές αποκάλεσε, κατά την τελευταία επίσκεψή του, την Μητρόπολη Χίου, επαρχία του Οικουμενικού Θρόνου
|
Μετέβη αμέσως στο Φανάρι και συναντήθηκε με τον τότε Οικουμενικό Πατριάρχη
Δημήτριο και συμπαραστάθηκε πάντοτε στο Πατριαρχείο (θυμίζω εδώ τη συμμετοχή
του στην Μείζονα και Υπερτελή Σύνοδο, που συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη για
την αντιμετώπιση του θέματος του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, την απουσία από τον
εορτασμό της χιλιετηρίδας από το βάπτισμα των Ρώσων εξαιτίας της αντικανονικής
τότε «αυτοκεφαλίας» του Πατριαρχείου Γεωργίας κ.λπ.), όπως άλλωστε συνέβη και
με το Οικουμενικό Πατριαρείο στην περιπέτεια της Εκκλησίας της Ελλάδος το
1987, με τον γνωστό Νόμο Τρίτση. Τόσο το 1992 όσο και το 1995 ο Αρχιεπίσκοπος
Σεραφείμ έλαβε μέρος στις Πανορθόδοξες Διασκέψεις των Αρχηγών των Ορθοδόξων
Εκκλησιών, που ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος συγκάλεσε στην Πόλη και την Πάτμο, αντίστοιχα.
Η ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
Με κάθε επισημότητα υποδέχθηκε ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ τον αείμνηστο
Πατριάρχη Δημήτριο στην «Ιερά πορεία ειρήνης, ενότητας και αγάπης», που
πραγματοποίησε το 1987. Στην Αθήνα, ήλθε στις 13 και παρέμεινε ώς τις 18
Νοεμβρίου. Στην υποδοχή συμμετέσχε και η ελληνική κυβέρνηση, η οποία του
επιφύλαξε τιμές αρχηγού κράτους. Ο αοίδιμος Πατριάρχης ξαναήλθε στην Ελλάδα
τον Σεπτέμβριο 1990 και μετά το Άγιον Όρος προέστη, μαζί με τον Αρχιεπίσκοπο,
του εορτασμού των 600 χρόνων του Μεγάλου Μετεώρου (Ι. Μονής Μεταμορφώσεως).
Δυστυχώς, η επίσημη επίσκεψη του Πατριάρχη Βαρθολομαίου (αναδείχθηκε στις 22
Οκτωβρίου 1991) συνέπεσε με βουλευτικές εκλογές στην Ελλάδα και αναβλήθηκε,
ενώ κατόπιν προσέκρουσε σε πρόβλημα υγείας του Μακαριωτάτου και παραμένει εκκρεμής.
Στη Χίο, ο Πατριάρχης ήλθε στις 16 Αυγούστου με πρόσκληση των μαστιχοπαραγωγών
του νησιού. Η Μητρόπολη του νησιού, που περιλαμβάνει και τις Οινούσσες και τα
Ψαρά, περιλαμβάνεται στις περιοχές της ελληνικής επικράτειας που
απελευθερώθηκαν μετά την έκδοση του Πατριαρχικού Τόμου του 1850 και ανατέθηκαν
επιτροπικά με Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη το 1928 στην Εκκλησία της Ελλάδος
(στο Οικουμενικό Πατριαρχείο παραμένουν οι 4 Μητροπόλεις Δωδεκανήσου και η
Πατριαρχική Εξαρχία Πάτμου, καθώς και η ημιαυτόνομη Εκκλησία της Κρήτης και το
αυτοδιοικούμενο Άγιον Όρος, η Μονή Βλατάδων στη Θεσσαλονίκη και η Μονή Αγίας
Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας στα Βασιλικά Χαλκιδικής). Τρεις τουλάχιστον
φορές ο Πατριάρχης αποκάλεσε, κατά την τελευταία επίσκεψή του, την Μητρόπολη
Χίου επαρχία του Οικουμενικού Θρόνου, γεγονός που πυροδότησε ικανό
δημοσιογραφικό θόρυβο. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ήδη στο «Ημερολόγιον του
Οικουμενικού Πατριαρχείου», που άρχισε να εκδίδει το 1995, οι περιοχές αυτές
έχουν περιληφθεί όχι στην Εκκλησία της Ελλάδος, αλλά μετά την Μητρόπολη
Ιταλίας με την ένδειξη «Ιεραί Μητροπόλεις Νέων Χωρών».
ΟΡΟΣ ΠΡΟΣ ΑΠΟΦΥΓΗΝ
Προσωπικά νομίζω ότι ο όρος αυτός, που χρησιμοποιείται και στα «Εκκλησιαστικά
Δίπτυχα» της Εκκλησίας της Ελλάδος, καλόν είναι να αποφεύγεται, δεδομένου ότι
ιστορικά και εθνικά πρόκειται για ελληνικότατες περιοχές, όπως η Ήπειρος, η
Μακεδονία, η Θράκη και τα νησιά του Β. Αιγαίου, όπως η Λήμνος, η Μυτιλήνη, η
Χίος, η Σάμος, η Ικαρία κ.λπ. Απλώς οι λεγόμενες «παλαιές» είχαν απελευθερωθεί
πριν από τον Τόμο του 1850.
Όμως ήδη κρίνεται απαραίτητο να αναφερθεί ότι πριν από την έκδοση του Τόμου
αυτού, που ομαλοποίησε τις σχέσεις μεταξύ Εκκλησίας της Ελλάδος και
Οικουμενικού Πατριαρχείου, είχαμε «αυτογνώμονα» ανακήρυξη του αυτοκέφαλου στις
23 Ιουλίου/ 4 Αυγούστου 1833, πράξη σχισματική που είχε, όπως είναι γνωστό,
πρωταγωνιστές τον Βαυαρό Μάουρερ και τον οπαδό τού Κοραή, αρχιμανδρίτη
Θεόκλητο Φαρμακίδη. Ήδη με την έκρηξη της Επανάστασης του 1821 οι σχέσεις των
Μητροπόλεων της επαναστατημένης Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχαν
καταστεί χαλαρές. Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Πρωτ. Γ. Μεταλληνός,
που επισημαίνει το 1831 στα Επτάνησα κίνηση για την ανακήρυξη του αυτοκέφαλου
της Εκκλησίας των Ιόνιων νησιών («Ελλαδικού Αυτοκέφαλου Παραλειπόμενα», β’
έκδοση, Αθήνα 1989) εύστοχα έχει παρατηρήσει:
«Πάντοτε στον χώρο μας τα εκκλησιαστικά πράγματα συμπορεύονται διαλεκτικά με
τα πολιτικά, συμπλεκόμενα συχνά σε τέτοιο βαθμό με εκείνα, που δεν είναι
δυνατόν κανείς να τα απομονώσει, θεωρώντας τα μεν ερήμην των άλλων» (όπ.,
παρ., σελ. 9).
ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Ύστερα από πολλές προσπάθειες η κατάσταση ομαλοποιήθηκε και στις 29 Ιουνίου
1850 εκδόθηκε ο Πατριαρχικός και Συνοδικός Τόμος, με τον οποίο η Μεγάλη Του
Χριστού Εκκλησία παραχωρούσε αυτοκεφαλία στην Εκκλησία της Ελλάδος. Σπουδαία
υπήρξε η συμβολή για την έκδοση του Τόμου αυτού του διαπρεπούς Διδασκάλου του
Γένους Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων. Στον Τόμο εκείνο δεν
περιλαμβάνονταν ούτε τα Ιόνια νησιά, τα οποία δόθηκαν στην Εκκλησία της
Ελλάδος με Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη τον Ιούλιο 1866 ούτε οι Μητροπόλεις
της Θεσσαλίας (εκτός της Ελασσώνος) και της Άρτας, που παραχωρήθηκαν με νέα
Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη τον Μάιο 1882.
Ο λόγος που ανατέθηκε στις 4 Σεπτεμβρίου 1928, επί Οικουμενικού Πατριάρχη
Βασιλείου «τηρουμένου του (επ’ αυτών) ανωτάτου κανονικού δικαιώματος του
Αγιωτάτου Πατριαρχικού Οικουμενικού Θρόνου, η διοίκησις τούτων επιτροπικώς»
στην Εκκλησία της Ελλάδος «των εις το θεοφρούρητον κράτος της Ελλάδος
τελευταίως περιελθουσών πολιτικώς επαρχιών του Οικουμενικού Θρόνου»,
διασαφηνίζεται στην υπ’ αριθμόν 2231 Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη με τα εξής:
«Κατάδηλον εγένετο ότι διά την επελθούσαν πολιτικήν μεταβολήν των κατ’ αυτάς
ουκ άμοιρος δυσχερειών και ανωμαλιών ποικίλων ην εφεξής η άμεσος αυτών παρά
του Αγιωτάτου τούτου Θρόνου, ως και πρότερον διακυβέρνησις».
ΑΜΕΣΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ
Στην ίδια πράξη σαφώς τονίζεται ότι η «πεφιλημένη Αγιωτάτη Αδελφή Εκκλησία της
Ελλάδος προφρόνως απεδέξατο, συναινούσης και κυρούσης και της Εντίμου
Ελληνικής Πολιτείας» και υπογραμμίζεται ότι όλες οι Επαρχίες του Οικουμενικού
Θρόνου (εκτός από την Κρήτη), που περιήλθαν στο ελληνικό Κράτος τα
Δωδεκάνησα βρίσκονταν ακόμη υπό ιταλική κατοχή «υπάγονται εφεξής υπό την
άμεσον διακυβέρνησιν της Αγιωτάτης Ορθοδόξου Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της
Ελλάδος, επεκτεινούσης και επί των Επαρχιών τούτων εν πάσι το σύστημα της
διοικήσεως και την τάξιν των ιδίων αυτής Επαρχιών». Κάνει μάλιστα λόγο η Πράξη
για ένα «κοινό σώμα» Αρχιερέων, που θα «συσκέπτονται και (θα) λαμβάνουσιν
αποφάσεις από κοινού, εξίσου ισχυούσας» και για τις Μητροπόλεις αυτές. Η Πράξη
έκανε λόγο για υποχρεώσεις απέναντι στον Οικουμενικό Θρόνο σχετικά με τις εν
λόγω Επαρχίες και ήταν: α) Η αναγγελία χηρείας ή πλήρωσής τους από τον
Αρχιεπίσκοπο στον Οικουμενικό Πατριάρχη, β) Η αποστολή από τους ποιμενάρχες
του αντιγράφου των τακτικών ετήσιων εκθέσεών τους στον Οικουμενικό Πατριάρχη,
γ) Το μνημόσυνο του ονόματος του Οικουμενικού Πατριάρχη από τους Μητροπολίτες
αυτούς κατά τη Θεία Λειτουργία, δ) Στις Σταυροπηγιακές Μονές μνημονεύεται ο
Οικουμενικός Πατριάρχης, όπως και προηγουμένως, τη διοίκηση, όμως, διαχείριση
και έλεγχο ασκεί ο οικείος Μητροπολίτης.
Ήδη, έχουν παρέλθει από την Πράξη εκείνη 69 χρόνια, κατά τα οποία έχει κυλήσει
πολύ νερό στο αυλάκι. Αν υπάρχουν παράπονα για υποχρεώσεις που ατόνησαν, το
θέμα μπορεί να τακτοποιηθεί με συνεργασία και μεικτή Επιτροπή. Η Μητέρα και η
Θυγάτηρ Εκκλησία, όπως και στο παρελθόν συνέβη, έχουν τρόπους να διώχνουν τα
σύννεφα που κατά καιρούς αναφαίνονται στις σχέσεις τους.
Ο Ι.Μ. Χατζηφώτης είναι συγγραφέας και Διευθυντής Τύπου και Δημοσίων
Σχέσεων της Αρχιεπισκοπής Αθηνών.
ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ υποβάθμισης του θέματος, το οποίο έχει δημιουργηθεί με την
προσωπική επίθεση που δέχθηκε από τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο, επιχείρησε χθες ο
Θεόδωρος Πάγκαλος, ενώ και η κυβέρνηση θέλησε να «κατεβάσει τους τόνους». Ο
υπουργός Εξωτερικών, αναφερόμενος στην επίσκεψή του στην Κωνσταντινούπολη και
στο γεγονός ότι δεν επισκέφθηκε τον Πατριάρχη για το οποίο ο τελευταίος τον
κατηγόρησε είπε πως «είχα εξηγήσει στο Πατριαρχείο ότι παρ’ όλο ότι θα ήταν
μεγάλη μου τιμή να με καλέσει ο Πατριάρχης να τον συναντήσω και θα ήταν μεγάλη
μου χαρά να μπορούσα να το κάνω, για λόγους που είχαν σχέση με τον χαρακτήρα
εκείνης της επίσκεψης συμμετοχή στη Συνάντηση των Υπουργών της Μαύρης
Θάλασσας, συν ραντεβού με Τσιλέρ θα θυμάστε, δεν ήθελα η επίσκεψή μου αυτή
να επεκταθεί ούτε ένα λεπτό πέραν του απολύτως απαραιτήτου». Πρόσθεσε ακόμη
ότι «αυτό το είχα εξηγήσει τότε και θα περίμενα να μην το θυμάται ο
Πατριάρχης, ο οποίος πρέπει να έχει τη δυνατότητα, ακόμα κι αν κάποιος δεν
φέρθηκε όπως ακριβώς αυτός θα επιθυμούσε, να τον συγχωρεί για τόσο μικρά πράγματα».
Ο κ. Πάγκαλος είπε ακόμη χαρακτηριστικά «μην ξεχνούμε ότι όλοι υπηρετούμε τον
Θεό της Συγγνώμης» ενώ διαχώρισε πλήρως τις σχέσεις Πατριαρχείου – Εκκλησίας
της Ελλάδος από αυτές του Πατριαρχείου με το υπουργείο Εξωτερικών.
Αντιστοίχως, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, επαναλαμβάνοντας εν μέρει όσα είπε ο
κ. Πάγκαλος, υπογράμμισε πως «δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα» και χαρακτήρισε τη
σχέση Πατριαρχείου – Αθήνας ως «διαρκή και αδιατάρακτη».
Απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με το ενδεχόμενο επίσκεψης του Πατριάρχη, ο
Δημήτρης Ρέππας είπε πως «είναι θέματα τα οποία αντιμετωπίζει η Εκκλησία της
Ελλάδος. Γνωρίζετε πολύ καλά ότι η ελληνική κυβέρνηση παρέχει την ηθική
συμπαράσταση και τη συνδρομή της, με όποιον τρόπο είναι πρόσφορος, προκειμένου
η Εκκλησία και οι λειτουργοί της να ανταποκρίνονται στην αποστολή τους. Αλλά
στα εσωτερικά της Εκκλησίας δεν είναι δυνατόν να παρεμβαίνει η κυβέρνηση».








