«τὸν δὲ Ἰησοῦν φραγγελώσας παρέδωκεν ἵνα σταυρωθῇ»

(Ματθ. κεφ. 27 / στίχ. 26)

Η Μ. Εβδομάδα φτάνει στο τέλος της, με την κορύφωση του θείου δράματος… Ο βηματισμός της Ιστορίας ξαποσταίνει στην Ιερουσαλήμ, την αγία πόλη, εκεί όπου ο Ιησούς αφήνει το τελευταίο αποτύπωμα της επίγειας παρουσίας Του. Η απόσταση από το «Ωσαννά» στο «σταύρωσον», μικρή. Η μετάβαση από τη θριαμβευτική είσοδο του Ιησού στα Ιεροσόλυμα στη βίαιη προσαγωγή Του σε δίκη ενώπιον «ανόμων κριτών», σύντομη. Βλέπουμε ήδη να ιερουργείται το μυστήριο της θείας οικονομίας. Πέρα, όμως, από το κυρίαρχο θεολογικό νόημα των ημερών, είναι ευκαιρία να εγκύψουμε στα νομικά συμφραζόμενα του θείου Πάθους και ιδίως, στη δίκη και καταδίκη του Ιησού.

Την εποχή του Ιησού, η Ιουδαία ήταν ρωμαϊκή επαρχία και συνεπώς εφαρμοστέο ήταν το ρωμαϊκό δίκαιο. Ωστόσο, λόγω της σημαντικής αυτονομίας που απολάμβανε, εξακολουθούσε να διατηρεί τη δικαιοδοσία της επί ποινικών, μεταξύ άλλων, υποθέσεων, η οποία ασκούνταν με βάση το εβραϊκό δίκαιο (hebrew law).

Εξ αυτού του λόγου, ο Ιησούς προσήχθη, το πρώτον, ενώπιον του Μεγάλου Συνεδρίου, το οποίο ήταν το ανώτατο δικαστήριο των Εβραίων, λειτουργούσε δε με τη δική του δικονομία. Λόγου χάρη, για την καταδίκη ήταν αναγκαίες δύο μαρτυρικές καταθέσεις, ταυτόσημες κατά περιεχόμενο, που θα κάλυπταν το σύνολο του αδικήματος και όχι μόνο επιμέρους παραμέτρους του. Περαιτέρω, η διεξαγωγή της δίκης δεν επιτρεπόταν να γίνει νύκτα και προβλεπόταν η δημόσια ανακοίνωσή της, απαγορευόταν δε η αυτοενοχοποίηση του κατηγορουμένου.

Στην περίπτωση της δίκης του Ιησού, η διαδικασία έπασχε, μεταξύ άλλων, τόσο κατά τον χρόνο (διεξαγωγή τη νύκτα) όσο και κατά τον τόπο (οικία αρχιερέα Καϊάφα και όχι στην έδρα του Συνεδρίου), ενώ οι μαρτυρίες που εισφέρθηκαν δεν ήταν αστασίαστες. Παρά ταύτα, το Συνέδριο βρίσκει τον Ιησού, ένεκα βλασφημίας, «ένοχο θανάτου» και δέσμιος οδηγείται ενώπιον του ρωμαίου ηγεμόνα Πιλάτου για να επικυρώσει την καταδίκη, χωρίς, πάντως, να τηρηθεί η διαδικασία που το ρωμαϊκό δίκαιο προέβλεπε για την εισαγωγή σε δίκη.

Ωστόσο, η τυχόν διάπραξη θρησκευτικού αδικήματος αφήνει αδιάφορο τον Πιλάτο. Η μεταβολή της κατηγορίας παρίσταται αναπόφευκτη. Ετσι, η βλασφημία (θρησκευτικό αδίκημα) μετατρέπεται σε εσχάτη προδοσία (πολιτικό έγκλημα), αμφισβήτηση δηλαδή της αυτοκρατορικής, ρωμαϊκής εξουσίας. Το τελευταίο, άλλωστε, υποδηλώνεται και στη σταυρική επιγραφή επί του Γολγοθά («Ἰησοῦς Ναζωραῖος Βασιλεὺς Ἰουδαίων»).

Ο Πιλάτος, αν και ουδεμία παράβαση του ρωμαϊκού νόμου διαπιστώνει, αλλά συνάγει επανειλημμένως την αθωότητα του Ιησού («οὐδεμίαν αἰτίαν εὑρίσκω ἐν αὐτῷ»), Τον παραδίδει για να σταυρωθεί. Υπό την πίεση του όχλου, ο Πιλάτος, επιχειρώντας να εξασφαλίσει την πολιτική του επιβίωση («ἐὰν τοῦτον ἀπολύσῃς, οὐκ εἶ φίλος τοῦ Καίσαρος»), (κατά)δικάζει τον Ιησού για να ικανοποιήσει την κατεστημένη εξουσία της εποχής, η οποία, ας λεχθεί παρενθετικά, είχε μετατρέψει τον Ναό του Θεού σε «οίκο εμπορίου» και «σπήλαιο ληστών». Η «οικονομική διάσταση» του Πάθους δεν μπορεί να αγνοηθεί…

Είναι γεγονός ότι η δίκη του Ιησού έχει διχάσει τους μελετητές, οι οποίοι προβαίνουν σε αποκλίνουσες προσεγγίσεις των σχετικών αρχειακών πηγών. Πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς; Ο Ιησούς υπήρξε «σημείον αντιλεγόμενον» (Λουκ. 2:34) και ως προς τη θεώρηση της δίκης και της καταδίκης Του…

Καλή Ανάσταση!

Ο Γεώργιος Ι. Ανδρουτσόπουλος, αναπληρωτής καθηγητής Νομικής ΕΚΠΑ, είναι διευθυντής του Εργαστηρίου «Εκκλησιαστικού Δικαίου και σχέσεων Κράτους – Θρησκευμάτων» στην ίδια Σχολή.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.