Πριν από λίγες μέρες, έγιναν τοπικές εκλογές σε μια μεσαία περιφέρεια της Ισπανίας, την Καστίλλη και Λεόν. Στο κόμμα των Podemos, για όσους ακόμη το θυμούνται, οι δημοσκοπήσεις έδιναν 2,3%. Πήρε 0,7%. Από το παλιό κίνημα ανατροπής που πρωταγωνιστούσε πριν από μια δεκαετία στον ευρωπαϊκό Νότο, έχει μείνει μόνο η σκιά του και η απογοήτευση όσων το πίστεψαν – και ήταν πολλοί.
Στην Ισπανία, το «Μπορούμε», το όνομα των Podemos, ακούγεται σχεδόν ειρωνικό. Λίγο πιο βόρεια, η «Ανυπότακτη Γαλλία» αποτελεί ακόμη μια υπολογίσιμη δύναμη (διατηρώντας ποσοστά 10%-15%) αλλά διχάζει πια την Κεντροαριστερά όσο παλιότερα δίχαζε το Εθνικό Μέτωπο τη ρεπουμπλικανική Δεξιά. Οπου – μετά τον πρώτο γύρο των δημοτικών εκλογών της περασμένης Κυριακής – προέκυψαν διλήμματα, η συνεργασία των άλλων σοσιαλιστικών και αριστερών δυνάμεων με το κόμμα του Μελανσόν θεωρείται από λιγότερους απαραίτητη για να εμποδιστεί η νίκη της Δεξιάς, σε κάθε εκδοχή της, και από τους περισσότερους τοξική και δυνητικά καταστροφική. Στη Γερμανία, η παραδοσιακή Αριστερά (Die Linke) παλεύει να ανακάμψει, ενώ προσωποκεντρικές εκδοχές της εξατμίζονται.
Στην Ελλάδα οι τάσεις δεν είναι διαφορετικές. Από το κυρίαρχο συνονθύλευμα του 2015, οι πιο ριζοσπαστικοί σχηματισμοί που προέκυψαν από τις αλλεπάλληλες διασπάσεις του είτε εξέλιπαν εντελώς (όπως η Λαϊκή Ενότητα), είτε αποτυγχάνουν συστηματικά να εξασφαλίσουν έστω την εκπροσώπηση στη Βουλή (όπως το ΜέΡΑ25).
Δεν είναι ότι από την αποσάθρωση των πιο μαχητικών αριστερών κινημάτων επωφελείται η πιο συστημική Κεντροαριστερά (με την εξαίρεση της Γαλλίας όπου έτσι ακριβώς αναβιώνει μέσα από τις στάχτες του το Σοσιαλιστικό Κόμμα). Στην Ισπανία, ο Σάντσεθ είναι στην εξουσία αλλά δύσκολα θα επανεκλεγεί. Στη Βρετανία, το ίδιο ισχύει για το Εργατικό Κόμμα – με επικεφαλής τον Στάρμερ στις επόμενες εκλογές στόχος τους θα είναι όχι η νίκη αλλά η αποτροπή της εξαφάνισης.
Και στη Γερμανία, αύριο το SPD, άλλοτε βράχος της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, παλεύει να διατηρήσει το τελευταίο από τα παλιά οχυρά του στη Ρηνανία. Στην Ελλάδα, είναι το ΠΑΣΟΚ.
Στην άλλη πλευρά του φάσματος, τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Εκδοχές Ακροδεξιάς ενισχύονται συνεχώς ή κυριαρχούν ήδη επί της Κεντροδεξιάς. Στη Γερμανία, η στα όρια του νεοναζισμού «Εναλλακτική» (AfD) κινείται γύρω στο 25% πια.
Στη Γαλλία, ο Μπαρντελά για λογαριασμό του κόμματος της Λεπέν θα έπαιρνε πάνω από το ένα τρίτο των ψήφων σε έναν πρώτο γύρο προεδρικών εκλογών. Στην Ισπανία, το Λαϊκό Κόμμα προσπαθεί να διαπραγματευτεί συνασπισμό με το απαιτητικό ακροδεξιό Vox, που κινείται μεταξύ 15% και 20%. Στην Ιταλία, με μια ήπια διαχείριση των προεκλογικών της διακηρύξεων, η Μελόνι κυριαρχεί στην πολιτική σκηνή σχεδόν χωρίς αντιπάλους.
Στη Βρετανία, ο Φάρατζ – ο άνθρωπος που ενορχήστρωσε από το περιθώριο το Brexit και το είδε από ανέκδοτο να γίνεται πραγματικότητα – είναι ο πιθανότερος επόμενος πρωθυπουργός, με το Συντηρητικό Κόμμα να οδηγείται στην ανυπαρξία. Ακόμη και στην Ελλάδα, οι ισχυρές μετακινήσεις – έπειτα από 7 χρόνια διακυβέρνησης της ΝΔ – αφορούν τα δεξιά της: το κόμμα Βελόπουλου, το κόμμα Λατινοπούλου, ακόμη και η εσχατολογική ψήφος στη Νίκη παρουσιάζουν περισσότερα ζωτικά σημεία από ό,τι οι μετακινήσεις εντός, από ή προς την Κεντροαριστερά – ή πολύ περισσότερο την Αριστερά.
Στον απόηχο της μεγάλης οικονομικής κρίσης του 2008, ο κόσμος (και κατά μείζονα λόγο η Ελλάδα) έζησε μια έκρηξη οργής απροετοίμαστων για δεινά κοινωνιών που εκφράστηκε με τη διόγκωση του πολιτικού ριζοσπαστισμού. Ολα αυτά είναι η κληρονομιά του. Η φαντασίωση του αριστερού ριζοσπαστισμού έσβησε και έμεινε η απειλή του δεξιού.






