Εναν από τους μεγαλύτερους αναβρασμούς στην ιστορία της βιομηχανίας του κινηματογράφου και της τηλεόρασης έχει προκαλέσει η προτεινόμενη εξαγορά της Warner Bros από την Paramount. Η συμφωνία που ξεπερνά τα 110 δισεκατομμύρια δολάρια, αν ολοκληρωθεί, θα σηματοδοτήσει όχι απλώς τη συγχώνευση δύο μεγάλων εταιρειών αλλά μια πραγματική μεταμόρφωση του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η κινηματογραφική παραγωγή στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, αλλάζοντας ασφαλώς τους κανόνες του παιχνιδιού στο ίδιο το Χόλιγουντ.

Οπως επισημαίνει η εφημερίδα «The Guardian» σε δημοσίευμά της, οι ταινίες «One Battle After Another», «Weapons» και «Sinners» της Warner Bros κυριάρχησαν στα φετινά βραβεία Οσκαρ, κερδίζοντας συνολικά 11 κατηγορίες, αποδεικνύοντας τη δυνατότητα του στούντιο να παράγει φιλμ υψηλής ποιότητας με απήχηση σε κοινό και κριτικούς. Επί της ουσίας, ωστόσο, αυτό δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού η Paramount, η οποία στα Οσκαρ δεν είχε ούτε μία υποψηφιότητα, κατάφερε να κερδίσει τη μάχη της εξαγοράς. Κι ας είχε πολύ μικρότερο μερίδιο στην αμερικανική αγορά, περίπου 6%, σε σύγκριση με αυτό της Warner που είναι στο 21%.

Ο νέος όμιλος που είναι στα σκαριά θα περιλαμβάνει τηλεοπτικά κανάλια όπως τα CNN, HBO, HBO Max, Food Network και CBS News, υπηρεσίες streaming και ειδησεογραφικά Μέσα. Αυτή η διεύρυνση των δραστηριοτήτων του συνεπάγεται ότι η επιρροή του δεν θα περιορίζεται μόνο στην ψυχαγωγία αλλά θα εκτείνεται επίσης στην ενημέρωση και τη δημόσια σφαίρα. Παράλληλα, το μέγεθος και η φύση της συμφωνίας προδιαγράφουν τη συγκέντρωση τεράστιας δύναμης σε ένα μόνο σχήμα, με πιθανές επιπτώσεις που ξεπερνούν τον χώρο του κινηματογράφου.

Απολύσεις και δημιουργία μονοπωλίου

Τις πρώτες επιπτώσεις αναμένεται να τις βιώσουν οι υπάλληλοι των δύο εταιρειών, οι οποίοι σήμερα φτάνουν τις 53.000. Εκτιμάται ότι οι μισοί από αυτούς θα βρεθούν χωρίς δουλειά τα επόμενα τρία χρόνια. Αυτές οι περικοπές, μάλιστα, δεν θα περιοριστούν στις διοικητικές δομές αλλά θα επηρεάσουν άμεσα και τα δημιουργικά τμήματα, μειώνοντας παράλληλα και τον αριθμό παραγωγών που θα μπορούν να πραγματοποιηθούν.

Σε μπελάδες θα μπουν και οι ιδιοκτήτες των κινηματογραφικών αιθουσών αφού θα βρεθούν απέναντι σ’ ένα πανίσχυρο σχήμα που θα προωθεί το δικό του δημοφιλές περιεχόμενο μέσα από τα κανάλια του. Αντίθετα, οι υπέρμαχοι της εξαγοράς υποστηρίζουν ότι η συγχώνευση θα δημιουργήσει οικονομίες κλίμακας και θα επιτρέψει στο νέο εταιρικό σχήμα να λειτουργεί πιο αποτελεσματικά σε μια αγορά που έχει μεταβληθεί δραματικά από την κυριαρχία του streaming.

Πίσω από την επερχόμενη συμφωνία, δείχνει να ελλοχεύει ο κίνδυνος του περιορισμού των δημιουργικών ευκαιριών. Σε μια βιομηχανία όπως αυτή του κινηματογράφου, όπου ο ανταγωνισμός μεταξύ διαφορετικών στούντιο συχνά ευνοεί την καινοτομία και την παραγωγή διαφορετικών αφηγηματικών ειδών, η συγκέντρωση των μέσων παραγωγής σ’ έναν μονοπωλιακού τύπου όμιλο ενδέχεται να οδηγήσει σε περισσότερο ομοιόμορφο και λιγότερο πρωτότυπο περιεχόμενο. Πολλοί φοβούνται ότι ταινίες με κοινωνική ή πολιτική βαρύτητα θα έχουν λιγότερες πιθανότητες να χρηματοδοτηθούν ή να προωθηθούν, ενώ οι ανεξάρτητοι παραγωγοί και δημιουργοί θα βρεθούν σε δυσμενή θέση απέναντι σε μια ενιαία, πανίσχυρη δομή που θα ελέγχει σημαντικά τμήματα της αγοράς.

Επιπλέον, η ίδια η αμερικανική βιομηχανία του θεάματος έχει αντιμετωπίσει σημαντικές αλλαγές τα τελευταία χρόνια: από τις επιπτώσεις των απεργιών των σεναριογράφων και των ηθοποιών έως τις προκλήσεις που έθεσε η επέκταση της χρήσης της τεχνητής νοημοσύνης στις παραγωγές. Αυτοί οι παράγοντες έχουν ήδη επηρεάσει τον όγκο και τον ρυθμό παραγωγής νέων έργων και εντείνουν τους προβληματισμούς για το τι σημαίνει μια ακόμη μεγαλύτερη συγκέντρωση παραγωγικών πόρων και ευκαιριών στα χέρια λιγότερων.

Σημαντικές ανησυχίες εκφράζονται επίσης για την πολιτική διάσταση της συμφωνίας. Ο επικεφαλής της Paramount Ντέιβιντ Ελισον και η οικογένειά του έχουν επαφές με πολιτικά πρόσωπα, όπως ο Ντόναλντ Τραμπ. Η δημιουργία ενός ομίλου με ανοιχτή γραμμή επικοινωνίας μαζί τους θα δυσκολέψει την προβολή ταινιών με σαφώς αντιπολιτευτικό περιεχόμενο, όπως τα «One Battle After Another» και «Sinners». Επίσης, θα βάλει σίγουρα νέους κανόνες στην πολιτική συζήτηση, ειδικά σε περιόδους έντονων κοινωνικών και εκλογικών εξελίξεων. Τα πρότερα δείγματα γραφής του Ντέιβιντ Ελισον, άλλωστε, αυτό μαρτυρούν.

Ο «εκσυγχρονισμός» του CBS

Χαρακτηριστικό, πρόσφατο, παράδειγμα είναι η τοποθέτηση της Μπάρι Γουάις στην αρχισυνταξία του CBS, μετά την εξαγορά του από την Paramount. Η πρώην αρθρογράφος των «New York Times» είναι συνεργάτρια του ομίλου, μετά την εξαγορά της ψηφιακής πλατφόρμας The Free Press που δημιούργησε το 2021 ύστερα από την απομάκρυνσή της από την εφημερίδα, έναντι 150 εκατομμυρίων δολαρίων, και δείχνει να συντάσσεται πλήρως με τα ήθη που επιθυμεί να προωθήσει.

Η ίδια έχει ταχθεί ανοιχτά κατά της πολιτικοποίησης των Μέσων, επίφαση που κρύβει συνήθως βαθύ συντηρητισμό, αλλά και της λεγόμενης «cancel culture». Παράλληλα έχει εκφράσει έντονη στήριξη προς το Ισραήλ αφού ξεκίνησε την καριέρα της στη δημοσιογραφία γράφοντας σε εβραϊκά Μέσα. Στις δημοσιεύσεις της στο Free Press προβάλλει συχνά απόψεις που αμφισβητούν σύγχρονες προοδευτικές τάσεις σε ζητήματα ταυτότητας και δημόσιου λόγου, ενώ κατά καιρούς έχει φιλοξενήσει τις απόψεις αρθρογράφων και διανοουμένων που κινούνται εκτός του mainstream προοδευτικού χώρου. Ακόμα, όπως όλοι οι υποστηρικτές του Ντόναλντ Τραμπ, αντιμάχεται τη woke κουλτούρα.

Ο Ελισον χαρακτήρισε την επιλογή της Μπάρι Γουάις ως μέρος της ευρύτερης προσπάθειας «εκσυγχρονισμού» του περιεχομένου της Paramount και του CBS, ώστε να γίνει το «πιο αξιόπιστο όνομα στην ενημέρωση». Ωστόσο, η εξέλιξη αυτή μόνο ανησυχία προκάλεσε στους προοδευτικούς κύκλους των Ηνωμένων Πολιτειών αφού εκλήφθηκε ως μια προσπάθεια αλλαγής της κατεύθυνσης του δικτύου προς τα δεξιά και πλέον επισφαλή μονοπάτια. Και πώς θα μπορούσαν να αισθάνονται διαφορετικά, άλλωστε, όταν σε αντίστοιχες περιπτώσεις ανοιχτά η κυβέρνηση Τραμπ λαχταρά αυτή τη μεταστροφή των παραδοσιακών ελεύθερων Μέσων;

Πριν από λίγες ημέρες, ο επικεφαλής του Πενταγώνου Πιτ Χέγκσεθ δήλωσε ότι ανυπομονεί να δει τον Ντέιβιντ Ελισον να αναλαμβάνει την τύχη του CNN, αφού, κατά τον ίδιο, τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης καλύπτουν λάθος τους βομβαρδισμούς στο Ιράν. «Οσο νωρίτερα αναλάβει ο Ντέιβιντ Ελισον αυτό το δίκτυο, τόσο το καλύτερο», δήλωσε ο Χέγκσεθ, ο οποίος είναι πρώην παρουσιαστής του Fox News και βετεράνος πολέμου. Νωρίτερα, είχε σπεύσει να επικρίνει το ρεπορτάζ του δικτύου σχετικά με τον αντίκτυπο της διακοπής της κυκλοφορίας στα Στενά του Ορμούζ που επέβαλε το Ιράν, προκαλώντας την εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου.

Η δεξιά στροφή της «Daily Telegraph»

Περαιτέρω δεξιά στροφή αναμένεται να κάνει και η ήδη συντηρητική βρετανική εφημερίδα «Daily Telegraph» μετά την εξαγορά της από τον όμιλο Axel Springer έναντι 664 εκατομμυρίων ευρώ. Ο συγκεκριμένος γερμανικός όμιλος έχει ιστορικά επενδύσει σε Μέσα με σαφή πολιτική ταυτότητα, όπως η «Bild» και η «Die Welt», ενώ έχει επεκταθεί δυναμικά και στον χώρο της πολιτικής ενημέρωσης μέσω του «Politico».

Στο πλαίσιο αυτό, η εξαγορά της «Telegraph», με παρουσία στις δύο άκρες του Ατλαντικού, εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική δημιουργίας ισχυρών κεντροδεξιών Μέσων με διεθνή επιρροή. Κι αυτό φάνηκε από τις πρώτες δηλώσεις μετά την επισημοποίηση της συμφωνίας, ότι προχώρησαν στην εξαγορά της εφημερίδας «για να επιτρέψουν να γίνει το κορυφαίο κεντροδεξιό μέσο ενημέρωσης στον αγγλόφωνο κόσμο» και να «επιταχύνουν» την επέκτασή του στην αγορά των Ηνωμένων Πολιτειών.

Αλλωστε, όπως επεσήμανε ο διευθύνων σύμβουλος της Axel Springer Ματίας Ντόπφνερ, πάλευαν γι’ αυτή την κίνηση πάνω από 20 χρόνια και τελικά η επιμονή τους επιβραβεύτηκε. Με την προσχώρηση στον νέο όμιλο, κλείνει για τη βρετανική εφημερίδα ένας κύκλος αβεβαιότητας, που διήρκεσε χρόνια, σχετικά με την ιδιοκτησία του οργανισμού Telegraph Media Group που διοικούσε την εφημερίδα, εξαιτίας των συσσωρευμένων χρεών της.

Η ιδιοκτησιακή πυραμίδα του «Economist»

Χέρια άλλαξε κι ένα άλλο ισχυρό παραδοσιακό Μέσο, το περιοδικό «Εconomist». Ο καναδός επιχειρηματίας και δισεκατομμυριούχος Στίβεν Σμιθ προχώρησε σε μια σημαντική επένδυση στον εκδοτικό όμιλο The Economist, αποκτώντας περίπου το 27% των μετοχών του. Το ποσοστό αυτό προήλθε από την πώληση μετοχών της Λιν Φόρεστερ ντε Ρόθτσαϊλντ και της οικογένειάς της, οι οποίοι για χρόνια αποτελούσαν βασικούς μετόχους. Η συμφωνία αυτή, αξίας 347 εκατομμυρίων ευρώ, σηματοδοτεί μια σπάνια αλλαγή στην ιδιοκτησιακή πυραμίδα του ιστορικού περιοδικού έπειτα από αρκετά χρόνια σταθερότητας. Ωστόσο, σύμφωνα με τις ανακοινώσεις, η εξέλιξη αυτή δεν αναμένεται να επηρεάσει τον τρόπο λειτουργίας ή τη στρατηγική του οργανισμού.

«Η επένδυση αυτή αντικατοπτρίζει την πλήρη στήριξη του κ. Σμιθ στη μακροχρόνια παράδοση του “Economist” για αυστηρή συντακτική ανεξαρτησία και διασφαλίζει ότι η στρατηγική και οι λειτουργίες του Μέσου θα συνεχιστούν χωρίς να επηρεαστούν», δήλωσε εκπρόσωπος του Σμιθ.

Η συμφωνία υπόκειται σε ορισμένες προϋποθέσεις για την ολοκλήρωσή της και το τίμημα της συναλλαγής δεν αποκαλύφθηκε.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.