Με την «Τελευταία κλήση» (Ελλάδα, 2026), η οποία εν μέρει είναι εμπνευσμένη από την υπόθεση Σορίν Ματέι που είχε συγκλονίσει το πανελλήνιο το 1998, ο προερχόμενος από τον χώρο των μουσικών βίντεο, αιγυπτιακής καταγωγής σκηνοθέτης Σερίφ Φράνσις βουτά με όρεξη στα βαθιά νερά της μεγάλου μήκους ταινίας μυθοπλασίας.
Θυμίζουμε ότι σε εκείνη την υπόθεση (που έχει γράψει και τηλεοπτική ιστορία) ο ελληνορουμάνος κακοποιός Σορίν Ματέι είχε κρατήσει όμηρη μια οικογένεια στα Κάτω Πατήσια απειλώντας ότι θα σκοτώσει τα μέλη της αν δεν πληρούνταν τα αιτήματά του. Η υπόθεση είχε πάρει μεγάλες διαστάσεις διότι ο κακοποιός έκανε τις διαπραγματεύσεις του συνομιλώντας ζωντανά με τηλεοπτικό σταθμό, οπότε οι τηλεθεατές είδαν σε ζωντανή μετάδοση τα όσα συνέβαιναν την ώρα που συνέβαιναν.
Αν και στην ταινία δεν αναφέρονται πραγματικά ονόματα, στο σενάριο των Φράνσις και Κατερίνας Μπέη υπάρχουν όλα τα παραπάνω στοιχεία, μόνο που έχουν προστεθεί και άλλα, κάποια εμπνευσμένα από πραγματικά γεγονότα και την ειδησεογραφία και κάποια εντελώς μυθοπλαστικά.
Στην ουσία, η ταινία ξεφεύγει εντελώς από το πραγματικό περιστατικό και μετατρέπεται σε καθαρόαιμο θρίλερ με διαφθορά στην αστυνομία, συγκαλύψεις στα υψηλά κλιμάκια της εξουσίας, ακόμα και δολοφονίες.
Το έχουμε δει σε δεκάδες αμερικανικές ταινίες, κάποιες από τις οποίες, όπως π.χ. η «Σκυλίσια μέρα» (1975) του Σίντνεϊ Λουμέτ, έχουν γράψει κινηματογραφική ιστορία και κάποιες άλλες, όπως το «Money monster» (2016) της Τζόντι Φόστερ, ήταν απλώς ΟΚ. Δεν το έχουμε δει και τόσο στον ελληνικό κινηματογράφο, οπότε γιατί όχι;
Οι όποιες κοινωνικές διαστάσεις του όλου εγχειρήματος (η διαφθορά, η διαχείριση του θέματος από το τηλεοπτικό κανάλι για λόγους θεαματικότητας κ.λπ.) είναι η γαρνιτούρα σε ένα καθαρόαιμο action movie με νουάρ αποχρώσεις – το τελευταίο αποτυπώνεται στον μοναχικό αστυνομικό του Δημήτρη Λάλου που προσπαθεί να βρει την αλήθεια και που (μάλλον) είναι πέρα για πέρα μυθοπλαστικός ήρωας.
Η Μαρία Ναυπλιώτου είναι απλώς συμπαθής στον ρόλο τής όχι και τόσο bitch υπεύθυνης προγράμματος του τηλεοπτικού σταθμού που λαμβάνει τις μεγάλες αποφάσεις, ο Ορφέας Αυγουστίδης παίζει μετρημένα τον όχι και τόσο κακό, «αδικημένο» κακοποιό, ο Γιώργος Μπένος δεν πείθει και τόσο στον ρόλο του άπειρου δημοσιογράφου – διαπραγματευτή με τα θέματα συνειδήσεως και την παράσταση κλέβει ο Ερρίκος Λίτσης, στον ρόλο του διαρκώς αγχωμένου και διαρκώς οργισμένου αρχηγού της Αστυνομίας· ρόλος που δείχνει να του ταιριάζει γάντι.
Στο μυαλό του Κάφκα
Η κινηματογραφική γλώσσα της έμπειρης πολωνής σκηνοθέτριας Ανιέσκα Χόλαντ («Πράσινο σύνορο») είναι που κάνει ιδιαίτερη και ενδιαφέρουσα την εμπειρία παρακολούθησης της ταινίας «Φραντς Κάφκα» (Franz, διεθνής συμπαραγωγή με βάση τη Δημοκρατία της Τσεχίας, 2025).
Αποφεύγοντας τις «ακαδημαϊκές συμβάσεις» που τέτοιου τύπου ταινίες συνήθως «απαιτούν» καθώς αναφέρονται σε πραγματικά πρόσωπα, και μάλιστα εμβληματικά, η Χόλαντ, χωρίς να ανοίξει τη Wikipedia, αποπειράθηκε να φανταστεί τι περίπου συνέβαινε στη ζωή (και στο μυαλό) του Κάφκα ώστε να διαμορφωθεί ο πολυσύνθετος και εντελώς ιδιαίτερος χαρακτήρας του – κάτι που μετουσιώθηκε στα έργα του, από τη «Μεταμόρφωση» ως τον «Πύργο» και φυσικά το αριστούργημά του, τη «Δίκη».
Ο Κάφκα αυτής της ταινίας, που υποδύεται ο γερμανός ηθοποιός Ιντάν Βάις, θυμίζει πραγματικά ήρωα έργου του – κυρίως τον Κ. της «Δίκης». Επίσης, με έναν περίεργο τρόπο, παλμός της ταινίας δεν δείχνει να είναι τόσο ο ίδιος ο Φραντς Κάφκα, όσο ο επιχειρηματίας πατέρας του, Χέρμαν Κάφκα (εξαιρετικός ο Πέτερ Κουρτ), ο οποίος έχοντας το μυαλό του αφοσιωμένο στις επιχειρήσεις του (που λόγω εποχής κινδύνευαν), δεκάρα τσακιστή δεν έδινε για τα «προβλήματα» ψυχής του εσωστρεφούς γιου του – και ας αφήσουμε στην άκρη το τι πίστευε για τα γραπτά του.
Αυτή η μόνιμη καταπίεση όμως, σε συνδυασμό με την έμφυτη εσωστρέφειά του, δημιούργησαν τον Κάφκα που όλοι αγαπήσαμε από τα κείμενά του και είναι όμορφο να το βλέπεις να μετουσιώνεται στην οθόνη από μια δημιουργό που συν τοις άλλοις ξέρει πολύ καλά το σινεμά ώστε να «παίξει» με μια ποικιλία κινηματογραφικών φορμά για να καταθέσει με ευγένεια τον δικό της φόρο τιμής προς άλλους δημιουργούς οι οποίοι υποκλίθηκαν στον Κάφκα (τρανό παράδειγμα ο Ορσον Γουέλς στη δική του αριστουργηματική «Δίκη»).
Εξωγήινη φιλία
Κακά τα ψέματα, όσο θυμόμαστε τον εαυτό μας, το ερώτημα «υπάρχει ή όχι ζωή εκεί έξω στο Διάστημα;» απασχολεί την ανθρωπότητα και αυτό το ερώτημα, με διάφορους τρόπους, έχει περάσει και στον κινηματογράφο. Σε αυτό το ερώτημα επιστρέφει και η ταινία «Αποστολή Χαίρε Μαρία» (Project Hail Mary, ΗΠΑ, 2026) που συν-σκηνοθέτησαν ο Φιλ Λορντ και ο Κρίστοφερ Μίλερ σε σενάριο Ντριού Γκόνταρντ και Αντι Γουίρ από το μυθιστόρημα του τελευταίου.
Η ταινία αρχίζει με τον Ράιαν Γκόσλινγκ μέσα σε ένα διαστημόπλοιο να ξυπνά και να αντιλαμβάνεται ότι για να επιστρέψει στη Γη χρειάζεται έναν αιώνα και βάλε. Πώς βρέθηκε εκεί; Από τα φλασμπάκ μαθαίνουμε ότι είναι επιστήμονας και ότι η αποστολή του στο Διάστημα σχετίζεται με την έρευνα για ζωή εκτός πλανήτη Γης. Ελα μου όμως που το πλάσμα που θα συναντήσει είναι ένας ΕΤ χωρίς τη γλύκα του παραμυθιού του Στίβεν Σπίλμπεργκ. Μιλάμε για μια φιγούρα που θυμίζει κάτι ανάμεσα σε κάβουρα, αράχνη και ακέφαλο χιμπαντζή!
Και ο Γκόσλινγκ θα βρει τον τρόπο να μάθει τον εξωγήινο να μιλά αγγλικά και θα γίνουν φίλοι, και θα κάνουν πλάκες, και θα κλάψουν μαζί, και… και… και… Στην πραγματικότητα παρακολουθούμε μια κωμωδία που δυστυχώς νομίζει ότι δεν είναι κωμωδία.
Μόδα και συγκίνηση
Τρεις είναι οι κρίκοι που συνδέουν το νήμα της ταινίας «Couture» (Coutures, Γαλλία / ΗΠΑ, 2025) που μπορεί να δείχνει ότι ασχολείται με τον κόσμο της υψηλής ραπτικής και της μόδας αλλά στην πραγματικότητα τον χρησιμοποιεί μόνο ως φόντο (ο πρωτότυπος τίτλος εξάλλου είναι «Coutures» που σημαίνει ραφές – με την ευρύτερη έννοια του όρου). Στην πραγματικότητα η ίδια η ζωή είναι το θέμα της σκηνοθέτριας Αλίς Γουινοκούρ – η ομορφιά αλλά και η ασχήμια της, τα πάνω όπως και τα κάτω της.
Μια αμερικανίδα σκηνοθέτρια (Αντζελίνα Τζολί), που βρίσκεται στο Παρίσι για το γύρισμα μιας ταινίας για λογαριασμό ενός ντεφιλέ, αντιλαμβάνεται ότι έχει καρκίνο. Μια μακιγέζ (Ελα Ρουμπφ) που εργάζεται σαν σκυλί προσπαθεί να καλλιεργήσει την κλίση της προς τη συγγραφή, αλλά δέχεται «πόρτα». Μια κοπέλα από την Αφρική (Ανιέρ Ανέι), που θέλει να γίνει φαρμακοποιός, νιώθει αναγκασμένη να δουλέψει ως μοντέλο οίκου μόδας προκειμένου να στηρίξει το σπίτι της.
Ολα τα πρόσωπα θα συνδεθούν μεταξύ τους, ενώ η Γουινοκούρ «ράβει» προσεκτικά τις ιστορίες τους, στις οποίες αναπόφευκτα κυριαρχεί εκείνη της Τζολί. Το αποτέλεσμα είναι πολύ συγκινητικό (δύσκολο να μη βουρκώσεις σε κάποιες σκηνές) και όλη η ταινία φορτισμένη αλλά ποτέ δυσάρεστη.
Καλλιτεχνικό Μπόλιγουντ
Η πορεία δύο νεαρών φίλων στην Ινδία λίγο πριν από το ξέσπασμα του ιού Covid-19 (και το αναφέρω διότι παίζει ρόλο στο σενάριο), ενώ προσπαθούν να υλοποιήσουν τις φιλοδοξίες τους παλεύοντας με τις κοινωνικές προκαταλήψεις και τον ρατσισμό, είναι ο κορμός της ταινίας «Σαν αδέλφια» (Homebound, Ινδία, 2025) του Νεράιζ Τσαϊγουάν που γυρίστηκε με τις ευλογίες του Μάρτιν Σκορσέζε (executive producer) και υπήρξε η επίσημη πρόταση της Ινδίας για το Οσκαρ διεθνούς ταινίας.
Παρακολουθούμε την ιστορία του Σοέμπ (Ισααν Κατέρ) και του Τσαντάν (Βισάλ Τζεθουά) που έχουν μεγαλώσει μαζί από παιδιά στην επαρχία και είναι αγαπημένοι σαν αδέλφια. Ο πρώτος (που είναι και το βασικό πρόσωπο της ταινίας) ονειρεύεται με πάθος να γίνει αστυνομικός, ο δεύτερος ακολουθεί τα βήματα του φίλου του, χωρίς όμως να είναι και τόσο σίγουρος για αυτό που πραγματικά θέλει να κάνει στη ζωή του. Ωστόσο, το γεγονός ότι ο Σοέμπ είναι μουσουλμάνος θα σημάνει μια σειρά από εμπόδια.
Ο Νεράιζ Τσαϊγουάν χειρίζεται ισορροπημένα μια καθαρά μελοδραματική ιστορία, προσθέτοντας διακριτικά το στοιχείο του ερωτικού ρομάντζου στην περίπτωση του Τσαντάν που είναι ερωτευμένος με μια κοπέλα (Τζανχβί Καπούρ), η οποία σκέφτεται το πανεπιστήμιο και τις σπουδές της.
Το «Σαν αδέλφια», του οποίου η κορύφωση πραγματικά σου τσακίζει την καρδιά, αποτελεί κλασική περίπτωση art house Bollywood που ακολουθεί με σεβασμό την κινηματογραφική παράδοση του κορυφαίου Σατγιαζίτ Ρέι («Η τριλογία του Απού») και αργότερα της «μαθήτριάς» του Μίρα Ναΐρ με το «Σαλάαμ Μπομπέι» και τον «Γάμο των μουσώνων».
Επίσης στις αίθουσες
«Χωρίς προηγούμενο ραντεβού» (Bedoone Gharare Ghabli, 2022) του Μπεχρούζ Σοαγίμπι, με τους Πεγκάχ Αχανγκαρανί, Μοσταφά Ζαμανί κ.ά. Μια ιρανή γιατρός στη Γερμανία, η οποία μαζί με τον μικρό γιο της, στο φάσμα του αυτισμού, έχει αναγκαστεί να επιστρέψει στο Ιράν μετά τον ξαφνικό θάνατο του πατέρα της, ανακαλύπτει ότι ο τελευταίος τής έχει αφήσει σημαντική κληρονομιά. Μέσα από τις συναντήσεις με ανθρώπους που τον γνώριζαν, αρχίζει να επανεξετάζει τη σχέση της με το παρελθόν.
«Γελοίοι έρωτες» (Ελλάδα, 2025) του Δημήτρη Κατσιμίρη με τους Γιώργο Γερωνυμάκη, Μυρτώ Κουλουρίδη, Ευσταθία Λαγιόκαπα κ.ά. Εξι κωμικοτραγικές ιστορίες εμμονής και τρέλας, με κέντρο το παράδοξο του έρωτα.
«Μαρσουπιλαμί» (Marsupilami, Γαλλία, 2025) του Φιλίπ Λασό με τον ίδιο και τους Τζαμέλ Ντεμπουζέ, Ταρέκ Μπουνταλί κ.ά. Το Μαρσουπιλαμί, ένα εξωγήινο μαϊμουδένιο πλάσμα που «γεννήθηκε» από τον βέλγο σκιτσογράφο Αντρέ Φρανκέν το 1952, επιστρέφει και πάλι στην οθόνη.
«Χόλι, το γενναίο σκαντζοχοιράκι» (Spiked!, Αγγία / Λουξεμβούργο / Γαλλία / Βέλγιο) της Καρολίν Οριζέ. Ενα θηλυκό σκαντζοχοιράκι θα ζήσει τη μεγάλη περιπέτεια αποκτώντας φιλία με έναν λαγό που το προστατεύει (προβάλλεται μεταγλωτισμένη).
Ελληνικά και «εναλλακτικά»
Στην ταινία «Βγαίνουν μέσα από τη Μαργκό» (Ελλάδα, 2025) τελευταία δημιουργία του The Boy, η Σοφία Κόκκαλη υποδύεται μια διάσημη τραγουδίστρια της ελληνικής ποπ η οποία έχει αποτραβηχτεί από το προσκήνιο και με καταφύγιο το διαμέρισμά της στο κέντρο της Αθήνας, προσπαθεί να τα βρει με τον εαυτό της και τους γύρω της.
Ο πολυτάλαντος The Boy (του οποίου η καλύτερη σκηνοθετική στιγμή παραμένει η «Winona») είχε πολλά καθήκοντα στην ταινία. Εχει γράψει ο ίδιος το σενάριο, έχει κάνει το μοντάζ όπως και το sound design της. Φλερτάρει με διάφορα κινηματογραφικά είδη, από το γυναικείο ψυχόδραμα ως το μιούζικαλ και την ταινία τρόμου (τι είναι «αυτό» που βγαίνει από τα σωθικά της Μαργκό;), ενώ κάπου στο σενάριο υπάρχει και η εξαφάνιση ενός μικρού κοριτσιού.
Ομως το όλο εγχείρημα έχει την όψη ενοχλητικής σπαζοκεφαλιάς και ο τύπος που μέσα στα αίματα κοπανάει το κεφάλι του καμιά εικοσαριά φορές σε μια πόρτα κάνει τα πράγματα χειρότερα. Κλασική περίπτωση ταινίας που ή θα μπεις στη διαδικασία να λύσεις το μυστήριο ή θα την αφήσεις να πάει στο καλό.
Το γεγονός πάντως ότι με τη βοήθεια του διευθυντή φωτογραφίας Σίμου Σαρκετζή, ο The Boy πειραματίζεται με διάφορες κινηματογραφικές φόρμες, προσθέτει στο όλο εγχείρημα εικαστικό (κυρίως) ενδιαφέρον.
Εφιάλτης
Μετά την προβολή της στο τελευταίο φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, η «Regan» (Ελλάδα, 2025), πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Πάνου Κατσίμπερη διανέμεται σε περιορισμένο κύκλωμα. Αλλο ένα αλλόκοτο ελληνικό φιλμ του εναλλακτικού κυκλώματος, ένας συνδυασμός εφιάλτη – πραγματικότητας με κεντρικό πρόσωπο μια κοπέλα (Ειρήνη Λαφαζάνη) που έχει γεννήσει ένα παραμορφωμένο βρέφος – αποτέλεσμα μιας ανεπιθύμητης και εξαναγκαστικής εγκυμοσύνης.
Μήπως όμως το βρέφος δεν είναι παρά προϊόν της φαντασίας της; Μπορεί. Σε κάθε περίπτωση το μωρό που ουρλιάζει συνέχεια σε σημείο απελπισίας, είναι το μόνο στοιχείο της ταινίας που σου μένει στη μνήμη. Και αυτό επειδή η «Regan» είναι μια ταινία που με πρόσχημα το εσωτερικό αδιέξοδο της κεντρικής ηρωίδας, μιας ατίθασης, απροσάρμοστης φοιτήτριας στη Σχολή Καλών Τεχνών, θέλει απλώς να προκαλέσει με ένα α λα Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ στυλ (και ο Θεός να με συγχωρέσει που τον αναφέρω).
Ενα ενδιαφέρον κινηματογραφικά εύρημα της ταινίας είναι ότι δεν βλέπουμε ποτέ ξεκάθαρα (ή κι αν γίνεται είναι πολύ σπάνιο) τα πρόσωπα που συνομιλούν με τη φοιτήτρια. Βλέπουμε μόνο το δικό της πρόσωπο και η Λαφαζάνη γράφει στον φακό παρότι το σενάριο που έχει στα χέρια της δεν την υποστηρίζει.
Sci-Fi δωματίου
Οπως φαίνεται και από τον τίτλο, «Τόμος 7» (Ελλάδα, 2025), τo νούμερο 7 είναι μάλλον το κλειδί στην ασπρόμαυρη ταινία «επιστημονικής φαντασίας δωματίου» που συνυπογράφουν οι σκηνοθέτες Πάνος Παππάς και Δέσποινα Χαραλάμπους.
Για τη σημασία και τους συμβολισμούς του 7 άλλωστε, ακούμε ένα σωρό πράγματα στην εισαγωγή της ταινίας – από τις επτά ημέρες που χρειάστηκαν για τη δημιουργία του κόσμου, μέχρι τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα. Και μετά αρχίζει η ταινία, η οποία μοιάζει να είναι τοποθετημένη σε κάποιο μέλλον όπου όλα είναι μινιμαλιστικά. Βλέπουμε ανδρικές και γυναικείες φιγούρες να συνομιλούν και προσπαθούμε να καταλάβουμε τι ακριβώς λένε, όπως και τι περίπου γίνεται.
Η ώρα περνά, οι φιγούρες εξακολουθούν να μιλούν και εμείς εξακολουθούμε να προσπαθούμε να καταλάβουμε τι ακριβώς λένε και τι ακριβώς γίνεται. Και κάποια στιγμή, 105′ λεπτά αργότερα, η ταινία τελειώνει και εμείς δεν έχουμε καταλάβει τι έγινε.
Οι διάλογοι είναι τόσο δυσνόητοι που έχω πραγματικά την εντύπωση ότι αν ο «Τόμος 7» ήταν βωβή ταινία, θα την καταλάβαινα καλύτερα. Πάντως, στον εικαστικό τομέα είναι πολύ όμορφη, κάθε κάδρο της ζυγιασμένο και η ασπρόμαυρη φωτογραφία του Ρουμάνου Ιοαν Μέλτζερ, πραγματικά λάμπει.






