Ο Βασίλης Γκουρογιάννης είναι από τους συγγραφείς μας που διαθέτουν ένα «αλλήθωρο» βλέμμα – όπως λέει και ο ίδιος: Από τη μια μεριά η πολυεδρικότητα του υπαρξιακού δράματος και από την άλλη η αμεσότητα των χαρακτήρων, που δεν έχουν βρει γαλήνη και παλεύουν για τη θέση τους στην Ιστορία. Στο τελευταίο του μυθιστόρημα με τον αιγματικό τίτλο «Τα κιάλια του Βασίλι Τσουικόφ» (Μεταίχμιο) ο συγγραφέας συναντά έναν παλιό αντάρτη του Εμφυλίου σε μεγάλη ηλικία. Η ζωντανή παρακαταθήκη της ορθόδοξης-μπαρουτοκαπνισμένης-Αριστεράς έχει βαλθεί να ξεκαθαρίσει το παρελθόν της. Από το κοσκίνισμα του εαυτού παρακολουθούμε τις ψευδαισθήσεις, την πίστη, τον έρωτα, την αμφιβολία, τις προδοσίες και την αλήθεια ανθρώπων που ο ουρανός τους άφησε. Ο Γκουρογιάννης, με μια αφήγηση που στέκεται στο μεταίχμιο, βουτά στους λαβυρίνθους του μύθου και της απομυθοποίησης.

Πείτε μας κατ’ αρχάς για τον αινιγματικό τίτλο του τελευταίου σας μυθιστορήματος, την αλληγορία με τα κιάλια.

Θα μπορούσαν να είναι τα πραγματικά κιάλια του Βασίλι Τσουικόφ, διότι ο τελευταίος υπήρξε πραγματικό πρόσωπο. Ηταν ο στρατηγός και διοικητής των σοβιετικών δυνάμεων του Στάλινγκραντ. Φανταζόμαστε όλοι πως ένα από τα βασικά εργαλεία του ήταν και τα κιάλια. Μετά το τέλος του Β’ ΠΠ περίσεψε οπλισμός στην Σοβιετική ΕΈνωση και μέρος του διοχετεύτηκε στους αντάρτες του ελληνικού εμφυλίου. Ο ήρωας του μυθιστορήματος είναι πρώην αντάρτης και θεώρησε ότι κρατά στα χέρια του τα γνήσια κιάλια του περίφημου Τσουικόφ, επειδή στις δερμάτινες λαβές τους αναγνώρισε τα γράμματα Β και Τ σε κυριλλική γραφή. Με την ιερότητα που έδιναν τότε σε ό,τι προερχόταν από τη «Μεγάλη Πατρίδα», ο ήρωάς μου πίστεψε στο θαύμα, ότι δηλαδή με έναν μαγικό τρόπο τα κιάλια του στρατηγού κατέληξαν στα χέρια του. Αίφνης θεώρησε ότι τα κιάλια αυτά είχαν υπερφυσικές δυνάμεις: ήταν παντοδύναμα, έβλεπαν πίσω από τοίχους και στο σκοτάδι κ.λπ. Πάνω εκεί κρατήθηκε ψυχολογικά και υπαρξιακά για μεγάλο μέρος της ζωής του. Ποτέ δεν τα αμφισβήτησε, δεν τα απομυθοποίησε. Πέθανε με τον μύθο τους. Εξάλλου, μια από τις βασικές μας ψευδαισθήσεις είναι πως άλλο θεωρούμε κι άλλο είναι η πραγματικότητα.

Μπορεί να κλείσει κάποτε το κεφάλαιο του Εμφυλίου;

Το σκέφτομαι πολλές φορές αυτό. Πιστεύω πως δύσκολα θα κλείσει γιατί έχει περάσει στα γονίδια κατά κάποιον τρόπο και επιπλέον θα στερηθεί η μια πλευρά να έχει τη μαζοχιστική ηδονή της ήττας και η άλλη τη σαδιστική ηδονή της νίκης. Αν σταματήσει αυτό τότε, θα… σπάσουν τα κιάλια. Κάποια στιγμή ο παλιός αντάρτης λέει στον νεαρό σύντροφο του σήμερα: «Κάποτε πολεμούσαμε για την κορυφή του Γράμμου, τώρα για την ιστορία του Γράμμου. Αμα τη χάσουμε πάμε αύτανδροι. Στη κόψη του ηρωισμού ισορροπεί η ύπαρξή μας».

Πώς χτίζετε τον συγκεκριμένο χαρακτήρα;

Αυτός ο χαρακτήρας είναι φτιαγμένος από πολλά υλικά: υλικά μύθου, ιστορίας, διαψεύσεως, ιδανικών, παραισθήσεων. Από ένα υλικό επιβίωσης. Το οποίο έσωσε πολλούς από τους παλιότερους από τις ψυχικές διαταραχές. Ο πόλεμος κάποτε (θυμάμαι από το χωριό μου) ήταν σαν να πήγαινες στη δουλειά.

Δεν υπήρχαν επεξεργασίες άλλες. Ο παππούς μου έλειπε δέκα χρόνια, ο πατέρας μου κοντά στα επτά. Αναρωτιώμουν αν η ζωή είναι αυτή που βιώνω εγώ ή εκείνων που δεν ξέρω πώς ήταν ακριβώς. Ρώτησα κάποτε τον πατέρα μου: «Ησουν στον ΕΔΕΣ;». Και μου απάντησε «ναι, ήμουν 23 χρονών και είχα τρία παιδία, τι θα έκανα, κάπως έπρεπε να ζήσουμε». Οταν τέλειωσε και ο Εμφύλιος, σιωπή. Εχουμε λοιπόν έναν ήρωα από αρκετά υλικά που καθόρισαν τον τόπο.

Ο ήρωας ξεκινά από ΕΠΟΝίτης, προχωρά στην Αντίσταση, βγήκε στο βουνό, αντιπαθεί τον σφετερισμό του ΠΑΣΟΚ στο λαϊκό κίνημα, αμφέβαλε για το Πολυτεχνείο, ενώ παραμένει υλιστής-λενινιστής και ΚΚΕ παρά τις μεγάλες του αντιρρήσεις. Τον βρίσκουμε σε μεγάλη ηλικία σήμερα. Τι σημαίνει για εσάς ο ανθρωπότυπος αυτός;

Στο σήμερα αυτός ο άνθρωπος δεν αισθάνεται άνετα, γι’ αυτό και αποστασιοποιείται. Ερχεται από το παρελθόν με άλλες μνήμες και συμπυκνώσεις και δεν μπορεί να συνταυτιστεί κατ’ αρχάς με τους σημερινούς συντρόφους της κομματικής καριέρας και των πάμπολλων σύγχρονων ερμηνειών του σοσιαλισμού. Είναι ο άνθρωπος του αγώνα για την «παγκόσμια σοσιαλιστική πατρίδα». Κουβαλά ενός είδους τύφλωση. Για δεκαετίες αφιερώθηκε σε ένα θρησκευτικό σχήμα. Με την πάροδο των χρόνων όμως διαπίστωσε ότι τα ένστικτα είναι ισχυρότερα από τις ιδεολογίες. Αισθάνθηκε μέσα του ένα κενό. Γι’ αυτό στο βιβλίο ο ήρωας «παίζει» με «Το κιβώτιο» του Αρη Αλεξάνδρου. Παράλληλα δεν μπορεί να αποδεχθεί πως όλα τέλειωσαν. Γιατί τα έδωσε όλα τότε. Εμεινε ανύπαντρος – κάτι που τον πειράζει –, έκανε όμως και περιουσία ως δικηγόρος, αλλά δεν τον κάλυπτε υπαρξιακά. Αισθάνεται εδώ και χρόνια μια κατολίσθηση. Αυτή δεν του επιτρέπει να πεθάνει γαλήνια. Ακολούθως, διαστέλλει τον θάνατο σε ληξιαρχικό και βιολογικό, δίχως να τους ταυτίζει. Οπως και ο ίδιος «πέθανε» αρκετές φορές από διαψεύσεις, από ερωτική απογοήτευση κά. Στο τέλος όμως θέλει να αφήσει οπωσδήποτε ένα ίχνος στην Ιστορία. Οχι όμως ένα περιφρονητέο ίχνος αλλά κάτι που θα έχει σημασία, όπως τα κιάλια του Τσουικόφ.

Ξεκινάτε και τελειώνετε το βιβλίο με τους διαλόγους του πρώην αντάρτη με τον νεαρό κομματικό του σήμερα. Τι σηματοδοτεί αυτός ο διάλογος για εσάς;

Αν σηματοδοτεί κάτι είναι ότι το σήμερα βλέπει την Ιστορία σαν διήγηση και όχι σαν βίωμα. Το σήμερα έχει την ιδεολογία του αλλά με μέτρο. Δηλαδή όχι να δώσει και τη ζωή του. Εχει ενσωματωθεί στην καθημερινότητα.

Σε έναν εσωτερικό μονόλογο ο ήρωας απαιτεί να ξαναγίνει Βάρκιζα – όχι για να παραδοθούν όπλα αυτή τη φορά, αλλά για να παραδοθούν οι σοσιαλιστικές προσωπίδες. Να μείνουν οι πιστοποιημένοι. Τι σημαίνει αυτό για εσάς;

Το κομμάτι που εντοπίσατε έχει δύο σκέλη: Πρώτον, είναι μέρος της αυτοκριτκής που ο ήρωας κάθε λίγο επικαλείται και, δεύτερον, θεωρεί ότι έχει γίνει νοθεία στον σοσιαλισμό και ο καθένας με μεγάλη ευκολία μπορεί να γίνει αποδημητικός ιδεολόγος. Τον έχει κουράσει η υποκρισία που βλέπει γύρω του

από άλλους, οι οποίοι επικαλούνται επαναστατικούς βίους, όμως βολεύτηκαν πολύ γρήγορα και τιμήθηκαν – υπερτιμήθηκαν δεόντος. Αισθάνεται ότι πάτησαν πάνω του και έτσι βιώνει διπλά την ήττα. Υποσυνείδητα, καταλαβαίνει τα αίτιά της. Στο τέλος γίνεται κάτι σαν Δον Κιχώτης που πολεμά ανεμόμυλους. Γι’ αυτό δεν μπορεί να βρει πουθενά ανάπαυση. Ξέρετε, αν δεν βρει ο άνθρωπος γαλήνη με τον θάνατο, ας ψάξει να βρει πού είναι το λάθος. Ο νεότερος σύντροφος εδώ του λέει εμμέσως ότι «εσείς μας μάθατε έτσι την Ιστορία με τους αγώνες σας, διαχειριστείτε την εσείς την ήττα». Εχει τα δίκια του κι αυτός.

Το ότι εκείνοι οι άνθρωποι μπορούσαν να αντιληφθούν τι συνέβη, αλλά δεν αποδέχθηκαν την ήττα, τι τους δημιούργησε εσωτερικά;

Κατ’ αρχάς, θυμό. Επειδή ο ήρωας είναι και συγγραφέας – ο τίτλος του βιβλίου του παραπέμπει σε Χρόνη Μίσσιο – δεν μπορεί να βλέπει εκκρεμότητες. Δεν μπορεί να βλέπει μέτριους διανοούμενους να έχουν κατακτήσει τον Ολυμπο της αναγνώρισης και άλλοι καλύτεροι να παραμένουν στις σκιές. Ξέρετε, το βιβλίο αυτό το έγραψα με μεγάλο ρίσκο. Σκεφτόμουν ότι η τέχνη, αν μιλήσει με βέβηλο και αποφασιστικό τρόπο για ιερά και όσια, σε αθωώνει. Μην ξεχνάμε τον Σόλωνα, που για να καταδείξει τη φαυλότητα και την ηττοπάθεια των Αθηνών, προσποιήθηκε τον τρελό. Μεταμφιεσμένος στον ρόλο, βγήκε στην αγορά να απαγγείλει ποίηση και ξεσήκωσε τον κόσμο.

Γράφετε δύσκολα…

Αλήθεια είναι. Κάθε βιβλίο με παιδεύει τόσο πολύ που δεν θέλω να ξαναγράψω. Γι’ αυτό κάνω και πέντε-έξι χρόνια μέχρι να δημιουργήσω ένα βιβλίο. Να φανταστείτε ότι «Στα κιάλια του Βασίλι Τσουικόφ» ξεκίνησα από ένα εντελώς άλλο σημείο για να φτάσω στην μορφή του μυθιστορήματος που κρατάτε στα χέρια σας. Βασική μου μέριμνα είναι να δω κάθε φορά τι συμβαίνει στην κοινωνία μας.

Πώς καθορίζει «Το Κιβώτιο» του Αρη Αλεξάνδρου ως γραφή εσάς και τον ήρωά σας;

Υπάρχει μια λυκοφιλία ανάμεσα στον ήρωά μου και τον Αλεξάνδρου ή Βασιλειάδη όπως τον ονομάζω. Στο βάθος όμως ο ήρωας εκτιμά τον Αλεξάνδρου γιατί ήταν και αυτός αγωνιστής. Οσον αφορά εμένα, εκτιμώ ότι γράφω με μια γλώσσα «αλλήθωρη» που αλλού κοιτάει και αλλού δαγκώνει. Γεμίζω το κιβώτιό μου με παραισθήσεις, ιδανικά, οστά κ.ο.κ. Ο Αλεξάνδρου προσεγγίζει το μεγάλο του έργο με μια εξαρχής ειρωνική και υπόσκαφη ματιά. Εγώ προσπαθώ να κάνω κάτι άλλο. Να τα βλέπω κι από εδώ κι από εκεί. Κοιτάω να ισορροπήσω πάνω σ’ ένα ξυράφι και να μην πέσω. Είχα μεγάλη αγωνία αν μπορεί να σταθεί αυτό λογοτεχνικά. Η τέχνη όμως δεν είναι σαν οποιαδήποτε δουλειά που σε σιγουρεύει. Πολλές φορές δεν ξέρουμε πώς σχηματίζεται ένα έργο. Θα τολμήσω να πω ότι έχω την ανευθυνότητα της Πυθίας, που επηρεαζόταν από κάτι κι έβγαζε κραυγές, ενώ δίπλα της οι γραμματικοί εξηγούσαν. Το υποσυνείδητό μου είναι στην Πυθία και το συνειδητό μου στους γραμματικούς των μαντείων που εμμέσως αποτελούν το σώμα των αναγνωστών.

Ο τρόπος αφήγησης σας επιλέγει κάθε φορά;

Θα μπορούσε. Κυρίως έχω έναν κεντρικό χαρακτήρα σε κάθε βιβλίο μου. Και καθώς το έγραφα, φρόντιζα παράλληλα να αναπτύξω την υποκριτική μου και σαν ηθοποιός να υποδυθώ τον ρόλο του ήρωα του βιβλίου. Επειτα, γύρω από εμένα στριφογυρίζουν οι δευτερεύοντες ήρωες. Ακολούθως στην αφήγηση με ενδιαφέρει η εσωτερικότητα και ο φιλοσοφικός στοχασμός στην ύπαρξη. Επηρεάζομαι από τα μεγάλα ερωτήματα που μας απασχολούν. Προσπαθώ να ερμηνεύσω τα κύματα που σαρώνουν το υποσυνείδητό μου και παράλληλα να εκλογικεύσω το παράλογο που συμβαίνει γύρω μας.

Βασίλης Γκουρογιάννης

Τα κιάλια του Βασίλι Τσουικόφ

Εκδ. Μεταίχμιο, 2025, σελ. 250

Τιμή 15.50 ευρώ

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Football Talk